θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 25ο

 

 

 

 

 

 25.

 

Η Δομένικα Φραντζή δίνει ένα νούμερο

 

 

 

Το πρωί της πρώτης Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά, βγαίνοντας από το σπίτι μας να πάμε στο σχολείο, πέσαμε σε μια φοβερή παγωνιά· είχε τουλάχιστον δυο βδομάδες να βρέξει και λυσσομανούσε ένας ξερός βοριάς που ξύριζε πραγματικά τη σάρκα· κι έτσι, όταν μπήκαμε στην τάξη, τα χείλη ολωνών ήταν σκασμένα από το κρύο. Η κυρία Δομένικα μας περίμενε καθισμένη στην έδρα, όπως έκανε απ' την αρχή εκείνης της σχολικής χρονιάς κάθε φορά που ήμασταν πρωινοί μέχρι να μαζευτούμε όλοι και να αρχίσουμε το μάθημα· όμως εκείνο το συγκεκριμένο πρωινό, η δασκάλα μας δε χαμογελούσε γλυκύτατα όπως συνήθως, καθόταν φριχτά κοκαλωμένη κι έμοιαζε με βαλσαμωμένη νεκροζώντανη, τα μάτια της ήταν πρησμένα, πεταγμένα έξω σαν του βατράχου, οι κόρες τους βασιλεμένες πίσω από τα πάνω βλέφαρα, οι δυο γνώριμες μαύρες κάθετες ρυτίδες χαράκωναν τα μάγουλά της, τα φρύδια της είχανε σμίξει αλλόκοτα κι ολόκληρο το πρόσωπό της ήταν μια μάσκα άσχημου θανάτου. Το πιο πιθανό, θα 'λεγε κανείς, ήταν πως είχε πιει κάποιο φοβερό πιοτό την προηγούμενη νύχτα, όμως εμείς βάλαμε με το νου μας το χειρότερο, πως είχαν ξανάρθει τα πουλιά με τα κομμένα κεφάλια στα νύχια τους ή πως είχε αρχίσει να κυριεύει την ψυχή της η περουβιανή μελαγχολία για την οποία μας μιλούσε συνέχεια εκείνο τον καιρό ο Ταρνανάς. Όταν μπήκε στην τάξη κι ο τελευταίος —ήταν ο Αγιούτος, καθυστερημένος όπως πάντα, μουρμουρίζοντας ασυνάρτητες δικαιολογίες—, εκείνη περίμενε μισό λεπτό για τη σιωπηλή προσευχή μας κι έπειτα μίλησε με φωνή ολότελα βραχνή, κι ενώ οι κόρες των ματιών της παρέμεναν βασιλεμένες: «συγχωρέστε με, μα δε θα κάνουμε σήμερα μάθημα, έχω μια γρίπη καραμπινάτη, δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ· ένας ύπουλος πυρετός με αλάλιασε... Έχω ζαλάδες και νιώθω πως άμα σηκωθώ στον πίνακα θα σωριαστώ κάτω... Γι' αυτό προτείνω να τραγουδήσουμε, άμα το θέλετε κι εσείς, βέβαια...». Ο Κώστας ήταν που της απάντησε: «κυρία, δεν μπορούμε να τραγουδήσουμε, είμαστε άρρωστοι κι εμείς... Σήμερα το πρωί τα χείλη μας σκάσαν από το κρύο...». Η κυρία Δομένικα χαμογέλασε με δυσκολία, οι κόρες των ματιών της φάνηκαν επιτέλους κι η μορφή της έγινε κάπως ανθρώπινη· «όχι δα κι άρρωστοι...» είπε κι αμέσως μετά συμπλήρωσε χαμηλόφωνα: «μακάρι και τα δικά μου χείλη να 'χαν σκάσει απ' το κρύο...». Αυτό κι αν ήταν ευκαιρία: τις άλλες φορές που την είχαμε ρωτήσει για το μυστικό της είχαμε πιαστεί από κάτι ασήμαντες λεπτομέρειες και να που εκείνη η ίδια μας πρόσφερε το λαγό στο πιάτο — δε θα τον αφήναμε βέβαια να ξεγλιστρήσει και πάλι. Τέσσερις τουλάχιστον από μας, εγώ, ο Σώτερ, ο Μανόλης κι ο Πέτρος, ανοίξαμε ταυτόχρονα το στόμα μας, όμως ο Γιώργος μάς πρόφτασε όλους, «από τι έσκασαν, λοιπόν, τα δικά σου χείλη, κυρία;» τη ρώτησε με τέτοια παραφορά, που χωρίς να το θέλει σηκώθηκε όρθιος, ρίχνοντας κάτω το θρανίο του με θόρυβο. Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια, ήτανε φανερό πως πονούσε, έπειτα προσπάθησε να χαμογελάσει και του απάντησε κομπιάζοντας: «...τα χείλη μου έσκασαν γιατί έτσι έπρεπε...». Αυτή τη φορά ήταν ο Σώτερ που μίλησε, σταθερά και κοφτά, «δε σε ρώτησε αυτό, κυρία... άσε στην άκρη τα λόγια που παραπλανούν και πες μας το καθαρά από τι έσκασαν τα χείλη σου, μας το χρωστάς...», «ναι, κυρία...» πετάχτηκα κι εγώ, «πες μας επιτέλους το μυστικό σου...». Τότε η δασκάλα μας έκρυψε το πρόσωπό της μες στις παλάμες της κι έπειτα από ένα λεπτό άρχισε να μιλά σιγανά, σχεδόν ψιθύριζε: «γυρεύετε να μάθετε πράγματα που θα πονηρέψουν την αγάπη σας, τον έρωτά σας, τα όνειρά σας... άμα σας μιλήσω, να το ξέρετε, δε θα μπορώ να πάρω πίσω όσα θα πω, δε θα 'ναι πλέον δυνατό να σβήσουν από τη μνήμη σας, θα 'ναι μαζί σας για πάντα, σαν μια μικρή αλεπού κάτω από την μπλούζα σας που θα σας ξεσκίζει τη σάρκα... στ' αλήθεια το θέλετε, λοιπόν;». Δεκατέσσερα στόματα απαντήσαμε με μια φωνή «το θέλουμε», μόνο ο Γιώργος δε φώναξε μαζί μας, καθώς είχε τόση λαχτάρα να ακούσει το μυστικό της, που του 'χε κοπεί η λαλιά· πίστευε ο έρμος πως η αιτία όλων των ανεξήγητων που συνέβαιναν με την κυρία Δομένικα ήταν εκείνος, πως η δασκάλα μας ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του, εξάλλου του το 'χε πει μόλις πριν από τρεις βδομάδες: για να συναντηθούν οι δυο τους, χρειάστηκαν αιώνες αίματος... Εκείνη, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της, μουρμούρισε «ας είναι... στον εφιάλτη όλοι έχουν δικαίωμα...», κι έπειτα με δυνατή φωνή μας είπε: «το μυστικό μου είναι ο θάνατος... ο θάνατος των άλλων κι ο δικός μου... με βήμα λύκου και μάτια πελαργού... επάνω στην Κουπέλα... μ' ένα φιλί κι ο άνεμος να σφυρίζει... και μια μέρα που δύει πριν ανατείλει... οχτακόσιες εβδομήντα εννιά χιλιάδες εκατόν είκοσι πέντε...» αυτά μας είπε κι έπειτα σώπασε, σκύβοντας το κεφάλι, ενώ ο Γιώργος, σαν παλαβός, άρπαξε το μολύβι του κι έγραψε πάνω στο εσωτερικό ύφασμα της κασετίνας του το νούμερο που μόλις μας είχε πει η κυρία Δομένικα — χωρίς αμφιβολία εκείνος ο αριθμός έκρυβε τη μέρα του θανάτου της. Ωστόσο, μ' όλο που για αρκετές βδομάδες σπάσαμε το κεφάλι μας δοκιμάζοντας κάθε δυνατή εκδοχή που περνούσε απ' τον νου μας —ο Σώτερ κι ο Αγιούτος μάλιστα ένα απόγευμα γέμισαν ένα ολόκληρο τετράδιο ιχνογραφίας με πιθανούς συνδυασμούς των έξι ψηφίων κι έπειτα, καθώς δεν έβγαζαν άκρη, έστησαν κι ένα φοβερό καβγά—, δεν καταφέραμε να βρούμε με ποιον τρόπο ανασχηματιζόταν το μυστικό νούμερο, ώστε να αποκαλυφθεί η μέρα που θα πέθαινε η δασκάλα μας, παρά μόλις το πρωινό εκείνης της μέρας που ο Κερατένιος μπήκε στην τάξη μαζί με τον αστυνόμο με το τσιγκελωτό μουστάκι και την Αύρα Φραντζή...