θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 24ο

 

 

 

 

 

 24.

 

Τα φιλιά χάνονται για πάντα

 

 

 

Από εκείνη τη φοβερή μέρα του Δεκεμβρίου η κυρία Δομένικα άρχισε να γίνεται όλο και πιο μελαγχολική. Δε γελούσε πια όπως άλλοτε, έδειχνε κουρασμένη, σαν να 'χε σπάσει κάτι μέσα της, σαν να 'χε μυρίσει το δαιμονικό λουλούδι που καραδοκεί στους εφιάλτες μας και μας περιμένει όλους — η γρια-Αλεξάνδρα είχε πει πως τα πνευμόνια και η κοιλιά όποιου μύριζε αυτό το λουλούδι θα σάπιζαν με φριχτούς πόνους. Στη γιορτή των Χριστουγέννων (στο δέντρο είχαμε δέσει με σπάγκο φύλλα φλαμουριάς, που ο Τζίμης τα κρατούσε στο οινόπνευμα από τον Οκτώβριο) ήρθε καθυστερημένη, τα μάτια της ήταν πρησμένα σαν να 'κλαιγε όλη τη νύχτα· όταν στην ανταλλαγή των δώρων τραβούσαμε ο καθένας το δώρο του από τον άσπρο σάκο, όλοι προσέξαμε να μην πιάσει το χέρι μας το μαύρο τετράγωνο κουτάκι που 'χε φέρει ο Γιώργος — γι' αυτό κι όλοι είχαμε φέρει μακρόστενα δώρα δεμένα με κορδέλες, για να μην μπερδευτεί κανένας... Όταν ήρθε η σειρά της, τελευταία όπως πάντα, είχε απομείνει στο σάκο μόνο το μαύρο κουτί· το άνοιξε μπροστά μας και βρήκε μέσα —αλίμονο— ένα μάτι αετού κι ένα κομμάτι χαρτί που έγραφε με πλάγια καλλιγραφικά γράμματα «αν ήθελες...». Δεν είπε τίποτε, μ' όλο που κατάλαβε πως ήταν του Γιώργου, μονάχα χαμογέλασε αφηρημένα — και βέβαια ο φίλος μας το πήρε αυτό για ενθαρρυντικό σημάδι. Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς χιόνιζε, κι ενώ πηγαίναμε μέσα στη νύχτα στο Μεγάλο Ρέμα, με το Βέλια οδηγό να μας δείξει το χωράφι με τις ζαχαρένιες φλόγες, ακούσαμε ξαφνικά από ψηλά τα στριγκά ρεκάσματα των φριχτών πουλιών και σφίχτηκε η ψυχή μας. Φυσικά ο Γιώργος ήθελε να γυρίσει πίσω, «με χρειάζεται... πρέπει να πάω κοντά της...» άρχισε να μονολογεί, «άσ' το, ρε Γιώργο, τώρα πληρώνονται παλιοί λογαριασμοί... τέτοια ώρα μόνο εσύ της έλειπες...» του είπε ξερά ο Μανόλης σκουντώντας τον στην πλάτη, και φαίνεται πως τον έπεισε, γιατί συνέχισε να προχωρά μαζί μας χωρίς να ξανανοίξει το στόμα του μέχρι το ξημέρωμα που γυρίσαμε πίσω. Στις εφτά του Αϊ-Γιαννιού —ήτανε μια ηλιόλουστη Κυριακή— ο Πέπας ήρθε το μεσημέρι στα Βαρέλια και μας έδωσε ένα κομμάτι μαυρισμένο γυαλί· το κρατούσε φυλαγμένο στον κόρφο του κι όχι στην κασέλα με την πραμάτεια που του 'χαν δώσει για να πουλήσει στα πανηγύρια εκείνης της μέρας. «Είναι το γυαλί της αιωνιότητας... εδώ μπορείτε να κρατήσετε για πάντα το φιλί κάποιας που αγαπάτε... Χθες ολημέρα τα 'φτιαχνε ο μπάρμπας μου, μαυρίζοντας με τη φλόγα του κεριού σπασμένα τζάμια· απ' το πρωί πούλησα ίσαμε είκοσι κομμάτια... Κράτησα ένα και για σας που 'σαστε βαλτωμένοι για τα καλά...» είπε λαχανιασμένος και μας έκλεισε το μάτι με νόημα πριν φύγει βιαστικά. Και βέβαια δε χρειάστηκε καν να σκεφτούμε ποιανής το φιλί θα θέλαμε να κρατήσουμε στο γυαλί εκείνο· αν ζούσε η κυρία Πανδώρα, θα γινόταν αληθινός σκοτωμός ανάμεσα στο Γιώργο και σε μας τους τρεις — φυσικά εμείς θα θέλαμε το φιλί εκείνης στο μαυρισμένο γυαλί του Πέπα, μα η μάγισσα με τα μακριά δάχτυλα ήταν ήδη έξι βδομάδες πεθαμένη και τα σκουλήκια θα 'χαν φάει πια τα μαύρα χείλια της κι ολόκληρο το πρόσωπό της, άρα όλοι ήμασταν σύμφωνοι: στο μαυρισμένο γυαλί της «αιωνιότητας» έπρεπε πάση θυσία να κρατήσουμε το φιλί της κυρίας Δομένικας, πριν φύγει κι αυτή για τη χώρα των ίσκιων —τον περασμένο Ιούλιο μας είχε πει, αλίμονο, ότι δε θ' αργούσε—, έπρεπε να κρατήσουμε το φιλί της υπέροχης δασκάλας μας με τα σκασμένα χείλη και τα φοβερά ανομολόγητα μυστικά...

 

Το πρωί της επομένης εκείνη μας περίμενε καθισμένη στην έδρα χαμογελώντας γλυκύτατα —εκείνο το μήνα ήμασταν δυο βδομάδες πρωινοί και μια απογευματινοί—, μόλις είπαμε τα «χρόνια πολλά» (ήταν η πρώτη μέρα του σχολείου για τη νέα χρονιά) και κάναμε βουβοί την προσευχή μας, της μιλήσαμε, προτού προλάβει να πει οτιδήποτε: θα της ζητούσαμε μια χάρη και δε θα μας αρνιότανε, ήτανε κάτι που το θέλαμε πολύ... «Αν είναι κάτι που το μπορώ, γιατί όχι...» απάντησε εκείνη με κεντρισμένο το ενδιαφέρον της· «το μπορείς και το παραμπορείς, κυρία» της χίμηξε ο Σώτερ, «από σένα θέλουμε μόνο τα δυο σου χείλη...». Για μια στιγμή πάνιασε —έφυγε θαρρείς όλο το αίμα από το πρόσωπό της—, όταν όμως ο φίλος μας συμπλήρωσε βγάζοντας απ' τον κόρφο του το μαυρισμένο τζάμι «...για ένα φιλί σε τούτο το γυαλί», συνήλθε κάπως· για ένα δυο λεπτά έμεινε σιωπηλή κι έπειτα ρώτησε με κάποια επιφύλαξη: «...και τι το θέλετε το αποτύπωμα των χειλιών μου στο γυαλί;». Ο Όττος ήταν που της απάντησε κι η φωνή του είχε έναν παράξενο τόνο, σαν να ειρωνευόταν τον εαυτό του: «είναι το γυαλί της αιωνιότητας, κυρία... το φιλάς και μένει για πάντα το φιλί σου εκεί...». Και βέβαια ο φίλος μας είχε πει τη λάθος λέξη, η κυρία Δομένικα δεν πίστευε στην αιωνιότητα· μόλις άκουσε γι' αυτήν, έκανε μια γκριμάτσα αηδίας κι έπειτα ξέσπασε σ' ένα νευρικό γέλιο, «...μπα σε καλό σας...» είπε μόλις ησύχασε κάπως, «και ποιος σας είπε πως μπορεί το φιλί το δικό μου να μείνει στην αιωνιότητα;... ξεχάσατε πως στην αιωνιότητα χωράνε μόνο στάχτες και φόβος;» μας ρώτησε, «ακόμη κι αν το φιλί σου δε χωρά στην αιωνιότητα, εμείς το θέλουμε...» είπε χαμηλόφωνα ο Μανόλης. Τότε η δασκάλα μας κοίταξε μ' ένα αχνό χαμόγελο έξω απ' το παράθυρο, ο καιρός πήγαινε για βροχή, και η φωνή της είχε τώρα τη βραχνάδα της μελαγχολίας, μ' όλο που πριν από δυο λεπτά γελούσε: «κανένα φιλί δε μένει στην αιωνιότητα... η αιωνιότητα είναι μόνο του θανάτου... τα φιλιά, η σάρκα, το μίσος, η αγάπη, όλα αυτά απλώς σε οδηγούν... φτάνουν ως το σύνορο κι έπειτα χάνονται για πάντα...». Γύρισε και μας κοίταξε, τα μάτια της πετούσαν αστραπές· «το ακούσατε, χά-νο-νται για πά-ντα...» επανέλαβε τονίζοντας την κάθε συλλαβή, κι έπειτα συμπλήρωσε χαμηλόφωνα: «...γι' αυτό αξίζουν ό,τι αξίζουν...». Για αρκετή ώρα δεν είπε τίποτε άλλο κι εμείς βέβαια μείναμε μουγκοί. Έξαφνα πήρε το λόγο ο Σώτερ: «δηλαδή, κυρία, δε θα το φιλήσεις τούτο το γυαλί;» τη ρώτησε· «ποιος ο λόγος; αφού σας το 'πα πως όλα τα φιλιά της ιστορίας χάθηκαν και θα χάνονται... να το ξέρετε: όποιος φιλήσει την αιωνιότητα δε θα είναι άνθρωπος πια, θα είναι κάτι άλλο...». «Μα δεν το κατάλαβες ακόμη, κυρία, πως εμείς άλλο θέλουμε κι απλά ντρεπόμαστε να σου το πούμε... γι' αυτό κι ο Όττος σού λέει ιστορίες για την αιωνιότητα και τρίχες κατσαρές...»· κοίταξα το Σώτερ παραξενεμένος, ο φίλος μας μιλούσε με τόση σιγουριά, που στην αρχή έμεινα μ' ανοιχτό το στόμα, γρήγορα όμως κατάλαβα πού το πήγαινε: «άλλο θέλαμε εμείς, κυρία... θέλαμε να φιλήσουμε τα δυο σου χείλη... σκεφτήκαμε όμως πως μια γυναίκα σαν και σένα δίνει αληθινά φιλιά μόνο εκεί που της γουστάρει κι είπαμε πως μας αρκούσε ένα φιλί έστω και μ' ένα γυαλί ανάμεσά μας... αυτό είναι όλο, κυρία... κι αυτό είναι το γυαλί...». Εκείνη τη στιγμή θαύμασα το μυαλό του Σώτερ, ήταν στ' αλήθεια ο πιο έξυπνος απ' όλους μας· μόλις κατάλαβε πως η δασκάλα μας δεν επρόκειτο να φιλήσει το γυαλί, καθώς δεν πίστευε ότι μπορεί ένα φιλί να έχει θέση στην αιωνιότητα της στάχτης και του φόβου, συνέλαβε στη στιγμή το ιδιοφυές σχέδιό του κι αμέσως της είπε πως αληθινός σκοπός μας ήταν να τη φιλήσουμε πίσω από το μαυρισμένο τζάμι του Πέπα, ίσως μάλιστα και να 'χε προσέξει το στιγμιαίο πάνιασμά της πριν από λίγη ώρα, όταν της είπε πως θέλαμε μονάχα ένα φιλί της, και να υποψιάστηκε κάποια αδυναμία της που θα βοηθούσε να καμφθούν οι αντιστάσεις της και να πετύχουμε τον πραγματικό σκοπό μας — ή μήπως όχι, μήπως ο Σώτερ εντέλει δεν είχε επινοήσει ένα ιδιοφυές σχέδιο για να πετύχουμε το σκοπό μας, απλώς είχε πει αυτό που κανένας μας δεν τολμούσε να ομολογήσει, πως η αληθινή λαχτάρα μας δεν ήταν να αποτυπωθεί το φιλί της στην αιωνιότητα, στο κάτω κάτω, τι μας ένοιαζε η αιωνιότητα, πως η αληθινή λαχτάρα μας ήταν πράγματι να φιληθούμε μαζί της, με τα μάτια κλειστά, κι ας ήταν ένα τζάμι στο ενδιάμεσο...

 

«Τα φιλιά είναι υπόθεση αίματος...» είπε ξερά η κυρία Δομένικα δέκα λεπτά αργότερα, κι ήταν η πρώτη κουβέντα της μετά τα λόγια του Σώτερ — σ' αυτό το διάστημα είχε μείνει σιωπηλή καρφώνοντάς μας όλους, τον έναν μετά τον άλλον, με ματιά διερευνητική. Φυσικά δεν καταλάβαμε τι εννοούσε μ' εκείνα τα λόγια και την κοιτάξαμε με φανερή αμηχανία· «το κάθε φιλί το βαραίνει όλο το αίμα της ιστορίας...» συνέχισε εκείνη, «η κάθε συνάντησή μας προετοιμάστηκε μες στους αιώνες από εφιαλτικούς λαβυρίνθους φρίκης, πολέμους, επαναστάσεις, αφανισμούς φυλών και πολιτισμών, από λογής εκατόμβες κι αμέτρητες δολοφονίες...». «Μα, κυρία...» διαμαρτυρήθηκε ο Βέλιας, «εσύ μας έλεγες πως οι άνθρωποι ορίζουν μόνοι τις πράξεις τους...», «ναι, ορίζουν τις πράξεις τους...» του απάντησε εκείνη, «...μα είναι άλλο το τι θα κάνεις κι άλλο το ποιος θα βρεθεί απέναντί σου... αυτό πολλοί το λένε τύχη, άλλοι μοίρα, άλλοι πεπρωμένο ή ριζικό... είναι γλυκές αυτές οι λέξεις, βοηθούν σ' ένα γαλήνιο ύπνο... όμως ο δρόμος για να συναντηθούν δυο άνθρωποι, για να σμίξουν δυο κορμιά, για να φιληθούν δυο στόματα είναι ένα αυλάκι που το χάραξαν θάλασσες αίματος σε αιώνες αίματος...»· σταμάτησε για μια στιγμή, σαν να δίστασε κάπως, κι έπειτα συμπλήρωσε κοιτώντας το κενό: «...και καταλήγει στη νύχτα του αίματος που δε θα ξημερώσει ποτέ...». Μόλις η δασκάλα μας τέλειωσε τη φράση της, ο Γιώργος σηκώθηκε απ' την καρέκλα του και με σταθερό βήμα προχώρησε μπροστά απ' την έδρα· στάθηκε απέναντί της σε στάση προσοχής, ένα εσωτερικό τρέμουλο τον συντάραζε και το κορμί του έγερνε προς τα μπρος, λίγο ακόμη και θα 'χανε την ισορροπία του — ήταν φανερό πως ζητούσε με όλο του το είναι μια δική της κουβέντα επιβεβαίωσης γι' αυτό που σκεφτόταν. Η αντίδραση της κυρίας Δομένικας μας έκανε μεγάλη εντύπωση, καθώς μέχρι τότε η δασκάλα μας συνεχώς αποθάρρυνε το Γιώργο όποτε εκείνος της έδειχνε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τον έρωτά του· φαίνεται όμως πως εκείνη τη μέρα θέλησε να νιώσει για λίγο τη γλυκιά μέθη της παράτολμης αμεριμνησίας: του χαμογέλασε αινιγματικά κι έπειτα με φωνή απόλυτα γαλήνια του είπε: «ναι, Γιώργο, για να συναντηθούμε εσύ κι εγώ, χρειάστηκαν θάλασσες αίματος σε αιώνες αίματος...». Ο φίλος μας δεν ήθελε τίποτε άλλο· ανείπωτα ευτυχισμένος προχώρησε προς την πόρτα και την άνοιξε. Έξαφνα γύρισε προς το μέρος της και της είπε με τρεμάμενη φωνή: «όταν θα σε φιλήσω εγώ, δε θα υπάρχει γυαλί ανάμεσά μας...»· τη στιγμή που έφυγε από την τάξη ακούστηκε ο πρώτος κεραυνός...

 

«Όλα αυτά που μας είπες, κυρία, είναι ένας λόγος παραπάνω για να φιληθούμε πίσω απ' το μαυρισμένο γυαλί...» άρχισε ν' αγορεύει με ζέση ο Σώτερ μόλις η δασκάλα μας σηκώθηκε κι έκλεισε την πόρτα που ο Γιώργος φεύγοντας είχε αφήσει ανοιχτή, «...αν όλη η ιστορία του κόσμου είναι ένα αυλάκι φρίκης για να συναντηθούμε, θα 'ταν χίλιες φορές κρίμα να μη φιληθούμε, θα είναι ένα φιλί με τη δασκάλα μας, τίποτε άλλο, τίποτε πρόστυχο ή χυδαίο...». «Και πού το ξέρεις εσύ τι είναι χυδαίο και πρόστυχο;» τον ρώτησε τάχα αυστηρά εκείνη, χωρίς ωστόσο να κρύβει το θαυμασμό της για την πανέξυπνη επιχειρηματολογία του, «να, μας έχει πει μερικά πράγματα ο Τζακ...» απάντησε εκείνος διστακτικά· «α... ο Τζακ...» μονολόγησε σκεφτική η κυρία Δομένικα. «Ώστε λοιπόν... επιμένετε;» μας ρώτησε μετά από λίγο κοιτώντας και πάλι έξω απ' το παράθυρο τις αστραπές που έσκιζαν τον ουρανό· εμείς μείναμε σιωπηλοί, ένα περίεργο σφίξιμο μας έπιασε στο στήθος, νιώθαμε πως εκείνη ήταν έτοιμη να κάνει αυτό που της ζητήσαμε, πως ήταν έτοιμη να αφεθεί για μια φορά στη μαγεία μιας παράτολμης ιδέας, μην υπολογίζοντας τις συνέπειες... «Άντε, λοιπόν...» είπε αποφασιστικά, σηκώθηκε από την έδρα και προχώρησε προς το θρανίο του Σώτερ· έμοιαζε γεμάτη ενέργεια: «δώσ' το μου, επιτέλους, τούτο το γυαλί· και σηκωθείτε όλοι σας και κάντε μια γραμμή μπροστά στον πίνακα...». Μείναμε ακίνητοι στις θέσεις μας, θαρρείς κι είχαμε ζαβλακώσει από τον αλλόκοτο ηλεκτρισμό που εξέπεμπε η δασκάλα μας εκείνη τη στιγμή· «τι συμβαίνει; μήπως το μετανιώσατε;» ακούσαμε τη φωνή της να μας ρωτά πειραχτικά· όχι βέβαια, αυτό μας έλειπε, να το 'χαμε μετανιώσει, αλίμονο: σηκωθήκαμε με τέτοια βιασύνη από τις καρέκλες μας, που πέσαν κάτω τα μολύβια και τα τετράδιά μας· μέσα σε μια στιγμή είχαμε φτιάξει κιόλας μια γραμμή στον πίνακα, εγώ ήμουνα τελευταίος, πριν από μένα ήταν ο Μεγάλος Πρόδρομος και πριν απ' αυτόν ο Αγιούτος. Η κυρία Δομένικα στάθηκε μπροστά στη γραμμή που 'χαμε κάνει, μας μέτρησε μια τελευταία φορά με το βλέμμα της, «είστε έτοιμοι;» ρώτησε κι εμείς της απαντήσαμε καταφατικά με ένα νεύμα του κεφαλιού μας. Έξαφνα τα μάτια της άστραψαν, σαν να της πέρασε μια τρελή ιδέα απ' το μυαλό: «τι θα λέγατε αν φιλιόμασταν χωρίς το μαυρισμένο γυαλί ανάμεσά μας;» μας ρώτησε μ' ένα παράξενο χαμόγελο, τόσο σίγουρο, που ο φόβος μούδιασε την κοιλιά μας, «θα το αντέχατε ένα τέτοιο φιλί;». Έξω η καταιγίδα είχε ξεσπάσει μανιασμένη και σφυροκοπούσε τα παράθυρα της τάξης μας κι απανωτοί κεραυνοί έκαναν τη γη να τρέμει, ενώ στο μυαλό μας στροβιλιζόταν το ερώτημα εκείνης, που τα χείλη της είχαν χρώμα κόκκινο πεθαμένο· κάποτε ακούστηκε και μια απάντηση, ήταν ο Ζήσης που μίλησε, ναι, ο Ζήσης: «κυρία, αν ήθελες...». Μα εκείνη και πάλι μας αιφνιδίασε, σαν να 'παιζε μαζί μας, «αφήστε το καλύτερα..., άκου λέει να σας φιλήσω χωρίς το γυαλί...» είπε συμπληρώνοντας υποτιμητικά, «εσείς μπορεί να μου μείνετε και στον τόπο...». Προτού προφτάσουμε να πούμε τίποτε, έπεσε στα γόνατα ώστε να είναι τα στόματά μας στο ίδιο ύψος· «μη φοβάστε, δε θα πονέσει...» είπε και κλείνοντας τα μάτια φίλησε το μαυρισμένο γυαλί της αιωνιότητας.

 

Ο πρώτος που φίλησε την άλλη μεριά του γυαλιού, στο σημείο ακριβώς όπου φάνηκε το περίγραμμα των χειλιών της, ήταν ο Κούλης· ίσα που άγγιξε τα χείλη του για μια στιγμή κι έπειτα τραβήχτηκε. Ακολούθησε ο Βέλιας, μετά ο Ζήσης, ο μοιραίος Νίκος, ο Κώστας, ο Όττος, ο Σίμης, ο Μανόλης, ο Παύλος, ο Τζίμης, ο Σώτερ, ο Αγιούτος, ο Μεγάλος Πρόδρομος. Όταν έφτασε η σειρά μου, ένιωσα τα γόνατα μου να λυγίζουν· καθώς πλησίαζα το στόμα μου, μια στιγμή πριν κλείσω τα μάτια μου, πρόφτασα να τη δω: τα μάτια της κλειστά, δυο ρυτίδες χαράκωναν το μέτωπό της, οι αδένες του λαιμού της διογκωμένοι. Τα χείλη της, έτσι όπως ακουμπούσαν στο μαυρισμένο γυαλί, ήταν πιο κόκκινα από κάθε άλλη φορά, θελκτικά όσο και το φεγγάρι των ονείρων του Πέτρου, κι έπειτα ένα κόκκινο τυφλό φίδι τινάχτηκε σαν φλόγα, έσπασε το γυαλί και μπήκε στο στόμα μου, γλίστρησε γλυκά στο φάρυγγά μου και μόλις έφτασε στο στομάχι με τσίμπησε μ' όλο του το φαρμάκι· ένιωσα μια φριχτή σουβλιά στα σωθικά μου κι έπεσα κάτω. Όταν συνήλθα, η κυρία Δομένικα στεκόταν πάνω μου και με κοιτούσε γελαστή, «εμ, φιλιά μού 'θελες...» είπε χαϊδεύοντάς μου τα μαλλιά. Καθώς γυρνούσαμε στις θέσεις μας, άκουσα πίσω μου το Σώτερ να λέει τάχα αδιάφορα: «κυρία, δε μου δίνεις το γυαλί να το πετάξω φεύγοντας;»· «δε μου λες, Σώτερ...» του είπε εκείνη ειρωνικά, «μήπως ξέρεις άλλον κανέναν έξυπνο εκτός από σένα;». Ο φίλος μας πήγε κάτι να απαντήσει, μα στη στιγμή κατάλαβε πως ήταν μάταιο να επιμένει στο σχέδιό του: «θέλουμε να θυμόμαστε το σχήμα του φιλιού σου, κυρία...» της είπε χαμηλόφωνα. Εκείνη τότε σήκωσε ψηλά το χέρι της, τον κοίταξε για μια στιγμή κι έπειτα πέταξε κάτω μ' όλη της τη δύναμη το μαυρισμένο γυαλί του Πέπα, που 'χε το αποτύπωμα του φιλιού της, κάνοντάς το χίλια κομμάτια. Ύστερα άρχισε να περπατάει πάνω στα θρύψαλα λιώνοντάς τα με το παπούτσι της· μόλις έφτασε στην έδρα, ο Όττος την άκουσε να ψιθυρίζει: «εγώ το 'πα ξεκάθαρα... τα φιλιά χάνονται για πάντα...».

 

«Στ' αλήθεια, λοιπόν, φοβάστε μη με ξεχάσετε;» μας είπε αιφνιδιάζοντάς μας η δασκάλα μας την επομένη, αφότου κάναμε τη σιωπηλή προσευχή μας· μια φυματική χλωμάδα είχε απλωθεί στο πρόσωπό της, τα μάτια της, μελαγχολικά, κοιτούσαν στο κενό. Στην ερώτησή της δεν απάντησε κανένας, θέλαμε να της πούμε πως δε γινόταν να την ξεχάσουμε ποτέ, με καμιά δύναμη του κόσμου αυτού ή κάποιου άλλου, πως όσο θα είχαμε συνείδηση του εαυτού μας εκείνη θα ήταν στην ψυχή και στο νου μας, μα την ίδια ώρα θυμηθήκαμε το παραλήρημα του Ταρνανά τη νύχτα του Αγίου Στεφάνου για τη φρικτή μοβ ομίχλη που κάποτε, όπως έλεγε, θα ερχόταν και στο δικό μας παράλληλο, θα έμπαινε στα σπίτια μας από τις καπνοδόχους και τις χαραμάδες κάτω απ' την πόρτα, θα τρύπωνε στα ρουθούνια και στα πνευμόνια μας και θα έφερνε στο μυαλό μας την απόλυτη λήθη, κι όλα γύρω μας θα γίνονταν ένας προστατευτικός μοβ θόλος, όπου τα λουλούδια θα φυτρώναν από τον ουρανό προς τη γη κι εμείς απλά θα περιμέναμε κάποτε να μας εμβολίσουν, άδειοι από λαχτάρα και φόβο, χωρίς να αγαπάμε και να μισούμε πια αυτούς που κάποτε αγαπήσαμε και μισήσαμε... Κι όταν δέκα λεπτά αργότερα η κυρία Δομένικα, φανερά ενοχλημένη, μας είπε αυστηρά «κάτι σας ρώτησα και σεις τώρα μου παίζετε το μουγκό», ο Μανόλης ήταν αυτός που της απάντησε διστακτικά: «κυρία, φοβόμαστε τη μοβ ομίχλη...». Το πρόσωπό της συσπάστηκε σ' ένα σκληρό μορφασμό, «ο Τζακ σας μίλησε για τη μοβ ομίχλη;» μας ρώτησε χαμηλόφωνα χωρίς να περιμένει απάντηση κι αμέσως μετά συμπλήρωσε μονολογώντας κάτι ακατανόητο: «ας είναι... ο Τζακ ζει στην ομίχλη με την αξία του...». Την αμέσως επόμενη στιγμή έβγαλε απ' την τσάντα της ένα παλιό παγούρι, καμωμένο από καλάι, που 'χε σκαλισμένο πάνω στο μέταλλο ένα ματωμένο ξίφος με περίτεχνη λαβή: «πριν από εκατό χρόνια σε κάποιον πόλεμο, σε ένα μακρινό βόρειο τόπο, ένας καβαλάρης σκοτώθηκε από αδέσποτη σφαίρα την ώρα που ήταν έτοιμος να πιει νερό απ' το παγούρι του. Τα δάχτυλα του χεριού του σφίξαν το ανοιγμένο παγούρι και το άλογό του άρχισε να τρέχει σαν δαιμονισμένο για μέρες, μεταφέροντας το νεκρό αναβάτη του χίλια χιλιόμετρα μακριά· σταμάτησε σαν έφτασε σε μια βόρεια λίμνη ανάμεσα στα βουνά, δίπλα στο σπίτι ενός ψαρά. Από τότε, όποιος ήπιε έστω και μια μικρή γουλιά από τούτο το παγούρι του πεθαμένου, ακόμη κι αν έβρεξε μόλις τη γλώσσα του με το νερό, που μαύρισε τόσο καιρό μες στον κασσίτερο, για όλη του τη ζωή, όποτε θυμάται αγαπημένο πρόσωπο που 'χει πεθάνει, τα χείλη του ματώνουν...». Σταμάτησε για λίγο, θαρρείς να το σκέφτηκε για μια ακόμη φορά, κι έπειτα μας είπε με σταθερή φωνή: «αν θέλετε, έχει από αυτό το μαύρο νερό και για σας...». «Κι η μοβ ομίχλη;» ρώτησε ανήσυχος ο Ζήσης· η δασκάλα μας και πάλι δίστασε πριν απαντήσει: «η μοβ ομίχλη που φοβάστε είναι εδώ παντού γύρω μας... Όταν θα πάψει το αίμα μας να είναι κόκκινο, τότε θα μας κατακτήσει μια και καλή για πάντα...». Εκείνη την ώρα ένας κεραυνός έπεσε κάπου κοντά στην τάξη, ίσως στον Πύργο, κι η αίθουσα σείστηκε· σε λίγα λεπτά θα άρχιζε μια ακόμη καταιγίδα παρόμοια με αυτή της προηγούμενης μέρας... Δεν είχαμε άλλη ερώτηση για τη δασκάλα μας· ο Κούλης (κι είναι παράξενο αυτό, γιατί ο Κούλης ήταν ο πιο φοβητσιάρης απ' όλους μας) σηκώθηκε απ' το πρώτο θρανίο, πήρε το παγούρι, γύρισε στη θέση του, χωρίς δισταγμό ήπιε μια μικρή γουλιά και το 'δωσε στο διπλανό του. Σε τρία λεπτά είχαμε πιει όλοι από το μαύρο νερό του πεθαμένου καβαλάρη, εκτός απ' το Γιώργο που όταν του 'δωσα το παγούρι το πήρε και χωρίς να πιει σηκώθηκε και το πήγε στην έδρα, λέγοντας στην κυρία Δομένικα: «εγώ τα χείλη μου τα ματώνω με το μαχαίρι...». Ένιωθα παράξενα εκείνη την ώρα, καθώς προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω πως στο εξής, όποτε θα θυμόμουν αγαπημένο νεκρό, τα χείλη μου θα μάτωναν· τότε ήρθε έξαφνα στο νου μου η κυρία Πανδώρα να πετά κόκκινο τριαντάφυλλο στο δρόμο μου. Γύρισα και είδα το Μεγάλο Πρόδρομο: με κοιτούσε κι αυτός, με μια σταγόνα αίμα στην άκρη των χειλιών...