θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 23ο

 

 

 

 

 

 23.

 

Οι αετοί με τα κομμένα κεφάλια

 

 

 

Ο Νοέμβριος ξεκίνησε με μια φοβερή βροχή που κράτησε μια βδομάδα. Κατόπιν έπιασαν οι μεγάλοι αγέρηδες και η παγωνιά· ωστόσο μέσα μου έκαιγε η φλόγα της τυραννικής αναμονής: η μάγισσα με τα μαύρα μάτια θα έδινε την απάντησή της πριν σχολάσει ο μήνας... Τελικά τα πράγματα έγιναν όπως έπρεπε· εγώ άντεξα τη φωτιά να μου καίει τη σάρκα και το σίδερο να τρυπά το κορμί μου, όμως δεν μπόρεσα να πιω ένα ποτήρι με νερό μες στο σκοτάδι... Κι έπειτα η κυρία Πανδώρα πέθανε την ώρα που εγώ, ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, νόμιζα πως είχα βρει την αλήθεια στα μάτια του φιδιού που μου 'σφιγγε το λαιμό χωρίς να με πνίγει.... Όταν την έθαψαν, έλειπα — ήταν η πρώτη φορά απ' το Σεπτέμβριο του εβδομήντα πέντε που έφυγα για δυο μέρες από τη γειτονιά με το κοκκινόχωμα. Όταν γύρισα κι έμαθα το θάνατό της, άρχισα να περιπλανιέμαι στα τυφλά για ολόκληρη τη νύχτα, ώσπου λίγο πριν από το ξημέρωμα έπεσα (άραγε τυχαία ή μήπως την αναζητούσα χωρίς να το ξέρω;) πάνω στην κυρία Δομένικα...

 

Είχε πραγματικά φαρμακερό κρύο εκείνη την ώρα που έσβηνε η νύχτα για να ξημερώσει η τριακοστή Νοεμβρίου του εβδομήντα έξι. Ωστόσο η δασκάλα μας, όταν συναντηθήκαμε στο στύλο του ηλεκτρικού, στο δρόμο της θείας Δώρας, δεν έδειξε καμία έκπληξη, ίσα ίσα, έμοιαζε προετοιμασμένη για τη συνάντησή μας. Αμέσως με πλησίασε, μου 'πιασε σφιχτά το χέρι και με τράβηξε κάτω απ' το μαύρο πανωφόρι της — ένιωθα τα δάχτυλά της γύρω απ' τον καρπό μου σαν να 'ταν ξύλινα. Κι έπειτα, παρασέρνοντας το άβουλο κορμί μου, άρχισε να με οδηγεί κάπου. Φτάσαμε στις μαργαρίτες. Όταν καθίσαμε στο παγωμένο χώμα, χωρίς εγώ να πω τίποτε, εκείνη άρχισε να μιλά χαμηλόφωνα: «ξέρεις, είσαι ο τρίτος που βρίσκω να περιπλανιέται τέτοια ώρα...». Προσπάθησα να την κοιτάξω στα μάτια· μέσα στο φως της νύχτας, που 'σπαζε σιγά σιγά για το ξημέρωμα, δεν έβλεπα τις κόρες τους, ούτε καν τους βολβούς και τα βλέφαρα — μόνο δυο μαύρους κρατήρες. «...Κι είσαι ο τρίτος που δεν ξέρει πως ο θάνατος είναι η ωραιότερη κατάληξη μιας τέτοιας αγάπης...» συνέχισε σκύβοντας προς το μέρος μου, λες και μου εμπιστευόταν κάποιο μυστικό, «ναι ο θάνατος...» επανέλαβε εμφατικά, «όλα τ' άλλα είναι παζάρια, σκατωμένες συμφωνίες, σαπίλα...». «Δε μου τα λες καλά, κυρία...» διαμαρτυρήθηκα τότε με φωνή που έτρεμε, «την αγαπούσα κι έπρεπε τώρα να 'μουν εγώ πεθαμένος... όμως δεν μπόρεσα να πιω το ποτήρι που μου 'δωσε... εκείνη το 'πιε, εκείνη πέθανε... Εσύ το 'χεις ακούσει άλλος να αγαπά κι άλλος να πεθαίνει;». Η κυρία Δομένικα γέλασε για μια στιγμή κι έπειτα μου απάντησε με τρυφερή φωνή: «πλάκα έχεις... επειδή πήρε η καρδιά σου φωτιά νόμισες πως μπορούσες να αγαπάς όπως εκείνη... Εσύ κι οι άλλοι δυο αγαπήσατε στα τυφλά· η κυρία Πανδώρα αγάπησε μ' ανοιχτά μάτια... Το ν' αγαπάς έτσι δεν είναι εύκολο πράγμα... θέλει να συνταιριάξεις το πιο θολό πάθος με την απόλυτη γαλήνη... Εκείνη το μπορούσε. Σ' όλη της τη ζωή προετοιμαζόταν γι' αυτό: ήταν πλασμένη από την απόγνωση, είχε σχεδιάσει η ίδια την καταστροφή της... απλά περίμενε τη στιγμή...». Έπιασα το κεφάλι μου με τις παλάμες μου· δεν καλοκαταλάβαινα βέβαια τα όσα έλεγε η κυρία Δομένικα, όμως την τελευταία λέξη της την ένιωσα στο μυαλό μου σαν σφυριά. Όταν συνήλθα, τα μάτια μου είχαν γεμίσει δάκρυα· «...κι ο πόνος, κυρία;... πότε θα ησυχάσω απ' τον πόνο; πότε θα γίνω φίλος με την τρύπα στο στήθος μου;» τη ρώτησα με λυγμούς... Εκείνη έκανε κάμποση ώρα για να μου απαντήσει —ίσως και δυο και τρία λεπτά—, κι όταν επιτέλους μίλησε, είπε κάτι που έμελλε να το ξανακούσω απ' το στόμα της, εκεί, στον ίδιο τόπο, δέκα μήνες αργότερα: «η φωτιά σβήνει με φωτιά, το ακατανόητο εξηγείται με ακατανόητο, ο πόνος ησυχάζει με πόνο...». Κι έπειτα, χωρίς άλλη κουβέντα, σηκώθηκε, μου χάιδεψε τα μαλλιά κι έφυγε με σταθερό βήμα. Γύρισα κι είδα τη σιλουέτα της να απομακρύνεται· ξημέρωνε...

 

Οι αετοί που κρατούσαν στα νύχια τους κομμένα κεφάλια ανθρώπων ήρθαν στην αλάνα το μεσημέρι της έκτης Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς, κι ήταν στα σίγουρα το πιο αποτρόπαιο θέαμα που είχα δει στη ζωή μου μέχρι τότε... Εκείνη τη μέρα η χιονοθύελλα έσκουζε στην αλάνα απ' το πρωί· το μεσημέρι είχε δυναμώσει, στο σχολείο πήγαμε περπατώντας σκυφτοί τοίχο τοίχο, μην και μας πετάξει πέρα ο άνεμος. Η κυρία Δομένικα μας περίμενε όρθια, έπαιζε τα δάχτυλά της με νευρικότητα και το πρόσωπό της ήταν ανήσυχο, λες και κάποιο κακό προαίσθημα βάραινε την ψυχή της... Αμέσως μετά τη σιωπηλή προσευχή μας, την ώρα που ο μοιραίος Νίκος μάς μοίραζε μαντζούνια —ήταν το συνηθισμένο κέρασμα για τη γιορτή του—, κόπηκε το ρεύμα· η τάξη σκοτείνιασε, παρ' όλο που ήτανε δυόμισι η ώρα το μεσημέρι, ο ουρανός είχε τόση μαυρίλα, σαν να 'ταν σούρουπο. Δε γινόταν να κάνουμε κανονικό μάθημα, κι έτσι, μετά από αρκετά λεπτά αμήχανης σιωπής, η κυρία Δομένικα μας ρώτησε με ασυνήθιστα διστακτική φωνή: «...μήπως θέλετε να σας πω μια ιστορία για κάποιο μολυβένιο στρατιώτη που...». Πριν ολοκληρώσει τη φράση της, ακούστηκε το πρώτο ρέκασμα, οξύ και διαπεραστικό σαν λόγχη στο στομάχι· εκείνη τινάχτηκε σαν να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, το πρόσωπό της παραμορφώθηκε από την ένταση... Έπειτα από ένα λεπτό προχώρησε με αργά βήματα προς το παράθυρο. Κοιτάξαμε όλοι έξω, το μόνο που βλέπαμε ήταν ο λευκός στρόβιλος της χιονοθύελλας, έπειτα ακούσαμε ένα δεύτερο ρέκασμα, ακόμη πιο τρομακτικό απ' το πρώτο, κι αμέσως μετά ένα φοβερό χτύπημα στο τζάμι του παραθύρου, που το έκανε χίλια κομμάτια, θαρρείς και κάποιος πέταξε ένα τούβλο. Όλοι όσοι κάθονταν απ' τη μεριά των παραθύρων πετάχτηκαν φοβισμένοι απ' τις θέσεις τους, ευτυχώς κανένας δεν τραυματίστηκε από τα τζάμια, μα, πίστεψέ το, εκείνη τη στιγμή λίγο μας ένοιαζε αυτό, καθώς στο μισό δευτερόλεπτο ανάμεσα στο δεύτερο ρέκασμα και στο χτύπημα που 'σπασε το τζάμι είχαμε δει μια φριχτή και απαίσια εικόνα, βγαλμένη θαρρείς απ' το χειρότερο εφιάλτη: ένας τεράστιος αετός, γκρίζος, με χάλκινα φτερά, με χρυσό ράμφος και μαύρα αδυσώπητα μάτια, ερχόταν προς το παράθυρο και στα νύχια του κρατούσε ένα κομμένο ανθρώπινο κεφάλι βουτηγμένο στο αίμα, ένα ανθρώπινο κεφάλι με βγαλμένα τα μάτια, μόρφαζε λες κι ήταν ζωντανό —μα ο μορφασμός του ήταν κάτι σαν μορφασμός υπέρτατου θριάμβου—, και στα μάγουλά του έτρεχε αίμα — ή μήπως έκλαιγε με κόκκινα δάκρυα είτε χαράς είτε απερίγραπτου πόνου είτε και τα δυο μαζί... «Να μη ζυγώσει κανένας την πόρτα ή το παράθυρο...» είπε βραχνά η δασκάλα μας κι η φωνή της είχε κάτι το ανατριχιαστικά ακραίο· έπειτα πήρε βαθιά ανάσα, προχώρησε στην πόρτα, την άνοιξε και βγήκε έξω στη χιονοθύελλα...

 

Είχαν περάσει πέντε λεπτά όταν, χωρίς να μιλήσει κανένας μας, αποφασίσαμε όλοι μαζί να παραβούμε την εντολή της· πιάσαμε ο ένας τον ώμο του άλλου και, ενωμένοι σαν ένα πλάσμα, σύραμε τα πόδια μας προς το σπασμένο παράθυρο. Στην αρχή δε βλέπαμε τίποτε· σε λίγο όμως —τάχα να 'ταν τυχαίο ή μήπως όχι;— η χιονοθύελλα άρχισε να κοπάζει σιγά σιγά, κι έτσι διακρίναμε όλο και πιο καθαρά τη σιλουέτα της δασκάλας μας στο κέντρο της αλάνας και, πάνω απ' το κεφάλι της, τους υπερφυσικούς αετούς με την απαίσια λεία στα νύχια τους, δίχως καμιά αμφιβολία επρόκειτο για τα ίδια εκείνα μυθικά πουλιά-τέρατα που σκότωναν τα άγρια άλογα και τους έτρωγαν το συκώτι. Ήταν πραγματικά αμέτρητοι (παρ' όλο που μετά από χρόνια ο παπα-Λεπ Ταιρ έλεγε πως δε θα δεις ποτέ δυο αετούς μαζί) και πλέον τα ρεκάσματά τους ακούγονταν συνέχεια, τόσο φοβερά, που έλεγες πως όλες οι δυνάμεις του μίσους που υπήρχαν στη φύση είχαν συσπειρωθεί μέσα στον ήχο τους. Η δασκάλα μας περπατούσε ανάμεσα απ' τους αετούς, τα χέρια της ήταν σηκωμένα ψηλά, έμοιαζε να τους λέει κάποια λόγια, ποιος ξέρει τι; Κάποια στιγμή η χιονοθύελλα έπαψε εντελώς, ο ουρανός ξάνοιξε κάπως, η ατμόσφαιρα έγινε ξαφνικά απίστευτα διαυγής· τότε μας φάνηκε πως ακούσαμε τη δασκάλα μας να ουρλιάζει, ίσως και να 'ταν μοναχά ιδέα μας. Λίγο αργότερα ακούσαμε όμως και πάλι ουρλιαχτά και τότε συνειδητοποιήσαμε πως ούρλιαζαν τα κεφάλια που κρατούσαν οι αετοί· τώρα βλέπαμε ότι και τα φριχτά πρόσωπα και τα ανοιχτά στόματα και τα ουρλιαχτά δε διέφεραν πολύ απ' τα ρεκάσματα των αετών... Ήτανε νέοι άντρες με πρόσωπα αρχαίων αγαλμάτων, γυναίκες με μακριά μαλλιά, έφηβοι με κουρεμένα τα κεφάλια, μικρά κορίτσια με ασχημάτιστα ακόμη τα μήλα του προσώπου, γέροι ρυτιδιασμένοι με ψαρά γένια, και τα αίματα αυλάκωναν τα πρόσωπά τους κι οι γλώσσες τους ήταν μαύρες... κι όλων τα μάτια ήταν βγαλμένα. Πέρασαν έτσι δυο ώρες· κοιτούσαμε ακίνητοι, νιώθαμε πως η καρδιά μας είχε γίνει μια κρύα σκληρή πέτρα μες στο στήθος μας... Δε νιώθαμε πια με τις αισθήσεις μας· μια παράξενη πρωτόγνωρη λογική μάς είχε υποτάξει και μια υπερκόσμια γαλήνη είχε πλημμυρίσει την ψυχή μας. Κι όσες φορές κι αν ανακαλώ στο μυαλό μου τα όσα είδα εκείνο το τρομερό μεσημέρι, αγκαλιασμένος με τους φίλους μου μπροστά απ' το σπασμένο παράθυρο της τάξης, έρχονται στο νου μου ανάκατες εικόνες απίστευτα καθαρές, στιλπνές, άψυχες, ίσως κι ανύπαρκτες, εικόνες που εισέβαλλαν μέσα μου και με μίαιναν με την ίδια τους την καθαρότητα, εικόνες ξένες και εχθρικές, ελπίζω να καταλαβαίνεις, δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα... Πέρασαν έτσι κοντά δυο ώρες, σε λίγο θα έπεφτε το σκοτάδι· τα ρεκάσματα γίνονταν όλο και πιο υποφερτά κι όλοι συμφιλιώνονταν με όλα. Οι τεράστιοι αετοί άρχισαν να πετούν χαμηλά, τόσο που τα κομμένα κεφάλια που κρατούσαν ήρθαν στην ίδια ευθεία με το κεφάλι της κυρίας Δομένικας. Τότε την είδαμε να πιάνει το κάθε κεφάλι που 'βρισκε μπροστά της και να φέρνει το πρόσωπό της κοντά· στην αρχή νομίσαμε πως το φιλούσε, αλλά όχι, δεν έκανε αυτό, η δασκάλα μας έγλειφε το αίμα που κυλούσε απ' τα βγαλμένα μάτια... Αμέσως όλα ξεκαθάρισαν στο μυαλό μας — ή τουλάχιστον έτσι νομίσαμε: κάποιος έστελνε ένα δώρο στην κυρία Δομένικα, ένα πεσκέσι εκλεκτό, όπως θα έλεγε κι ο Τζακ, κι εκείνη ήταν υποχρεωμένη να το δοκιμάσει... Έπεσε το σκοτάδι· δε βλέπαμε πια τίποτε από όσα γίνονταν στην αλάνα. Κάποτε, μια ώρα αργότερα, ακούσαμε ένα τελευταίο ρέκασμα, πιο φοβερό από όλα τα προηγούμενα, θαρρείς και ρεκάζαν χίλιοι αετοί μαζί· έξαφνα ξυπνήσαμε από την παγωμένη ακινησία μας, βάλαμε τις παλάμες στα αυτιά μας κι έπειτα, τρελοί απ' το φόβο, τρέξαμε μες στην τάξη και, σκουντουφλώντας πάνω στα θρανία, λουφάξαμε στην πιο μακρινή γωνία απ' τα παράθυρα. Ένα λεπτό μετά το τελευταίο ρέκασμα, ακούσαμε βήματα, κάποιος είχε μπει απ' την πόρτα — η κυρία Δομένικα μίλησε με σιγανή φωνή, σχεδόν ψιθύρισε: «είναι ώρα να φύγετε για τα σπίτια σας... την ιστορία του μολυβένιου στρατιώτη θα σας την πω αύριο...». Μαζέψαμε στα τυφλά τα τετράδιά μας και βγήκαμε έξω· περπατώντας τοίχο τοίχο φτάσαμε στο δρόμο της θείας Δώρας, εκεί όπου έφεγγε ο στύλος του ηλεκτρικού... Η χιονοθύελλα είχε αρχίσει ξανά...