θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 22ο

 

 

 

 

 

 22.

 

Η λαχτάρα των χελιδονιών

 

 

 

Από κείνη τη μέρα που δάκρυσε το άγαλμα, η κυρία Δομένικα δεν ξανάρθε στα Βαρέλια για κυνηγητό ή για μήλα στο νταμάρι απέναντι απ' το σπίτι της Φρόσως· την ξαναείδαμε δυο βδομάδες αργότερα, όταν ξανάρχισαν τα σχολεία. Ήταν η πρώτη μέρα της δευτέρας δημοτικού. Είχε πολλή ζέστη εκείνο το πρωινό του αγιασμού, ο παπα-Λεπ Ταιρ βουτούσε το χέρι του στο αγιασμένο νερό και δρόσιζε το σβέρκο του, κι όταν έφτασε η ώρα να μας ραντίσει με το βασιλικό, ράντιζε μια εμάς και μια μες στον κόρφο του. Η κυρία Δομένικα δεν είχε φανεί ακόμη· κάποια στιγμή ο τρελόπαπας πήρε στο χέρι τη γαβάθα με τον αγιασμό κι άρχισε να περπατάει ανάμεσά μας και, ψέλνοντας σε μια ακατανόητη γλώσσα, ράντισε τον καθένα μας ατομικά. Όταν τέλειωσε μ' όλες τις τάξεις, έριξε τις τελευταίες σταγόνες στα μαλλιά και στο μέτωπό του κι αμέσως έφυγε τραγουδώντας παράφωνα μια ιταλιάνικη μελωδία. Τότε φάνηκε από τον κάτω δρόμο η δασκάλα μας... Χρόνια αργότερα, όταν γυρεύαμε —μάταια βέβαια— να συνδέσουμε τις κομμένες κλωστές των γεγονότων που ζήσαμε, σκεφτήκαμε πως εκείνο το πρωινό η δασκάλα μας ήθελε να αποφύγει τις σταγόνες του αγιασμού. Το πρόσωπό της έδειχνε κουρασμένο, εύκολα καταλάβαινες πως κάτω απ' το δέρμα παραφύλαγαν οι μαύρες ρυτίδες, έτοιμες να φανερωθούν και πάλι... Μπήκαμε στην τάξη, εκείνη ήταν ήδη καθισμένη στην έδρα και χαμογελούσε αινιγματικά· όταν καθίσαμε στις θέσεις μας, τις ίδιες με την προηγούμενη χρονιά, βρήκαμε αφημένα στα θρανία μας ξερά λουλούδια: ήταν βιολέτες κι ανεμώνες, ένα λουλούδι για τον καθένα μας — το δίχως άλλο εκείνη τα 'χε αφήσει στα θρανία μας. Μείναμε να κοιτάμε τα λουλούδια διστακτικά, δεν τα αγγίζαμε από φόβο μη συντριβούν και γίνουν σκόνη στα δάχτυλά μας, «ξέρετε, κάποτε θα ανθίσουν κι αυτά τα λουλούδια...» ακούστηκε κάποτε η γλυκύτατη φωνή της, «...τα 'φερε ο άνεμος... είναι τα άνθη της οργής του... Δεν ξέρω πώς, βρεθήκανε σε μια ερημωμένη χελιδονοφωλιά που έπεσε, ίσως και να 'ταν αυτά ο λόγος που τα χελιδόνια την εγκατέλειψαν... Έχουν ξεραθεί απ' τον καιρό, γι' αυτό εξάλλου μπόρεσα να τα πιάσω στα χέρια μου... Φυλάξτε τα και περιμένετε με υπομονή, πίστη κι ελπίδα... αυτοί που ξέρουν λένε πως θα υπάρξει καιρός που θα ανθίζουν τα ξερά λουλούδια...». Κι ενώ μας έλεγε αυτά τα λόγια, πρόσεξα πως ήταν στ' αλήθεια συγκινημένη, τα χείλη της έτρεμαν και τα μάτια της γυάλιζαν υγρά, θαρρείς και ζούσε ξανά ένα όραμα των χρόνων της αθωότητάς της, προτού έρθουν στη ζωή της οι δαίμονες και τα φοβερά μυστικά· «...και γιατί τα δίνεις σε μας, κυρία;» τη ρώτησε τότε ο Σώτερ, «...γιατί δεν τα κρατάς για σένα;». «Γιατί είστε φίλοι μου, οι μόνοι φίλοι της ζωής μου...» απάντησε εκείνη με σταθερή φωνή· κι αμέσως μετά, θέλοντας να υποβαθμίσει την προηγούμενη κουβέντα της, συνέχισε: «εξάλλου μόλις ζωντανέψουν αυτά τα λουλούδια θα ζωντανέψει μαζί τους κι ο λυσσασμένος άνεμος που τα σκόρπισε. Σας το 'χω πει κι άλλοτε: τον φοβάμαι αυτόν τον άνεμο, είναι ο μεγάλος μου εφιάλτης... Αν κρατήσω εγώ τ' ανθισμένα λουλούδια του, ο άνεμος θα κάψει το δέρμα μου· αν τα κρατήσετε εσείς, θα σας δροσίσει ηδονικά...». Τότε ο Σώτερ πιάστηκε αμέσως απ' την κουβέντα της, ίσως να σκέφτηκε πως είχε έρθει η στιγμή για να μάθουμε το μυστικό της, «...και γιατί να σε κάψει ο άνεμος, κυρία;... πες μας επιτέλους, τι διαφορετικό έχεις από μας;» τη ρώτησε θαρρετά. Η κυρία Δομένικα έμεινε για λίγο σιωπηλή κοιτάζοντας με απλανές βλέμμα τον τοίχο πίσω απ' τις πλάτες μας, έπειτα χαμογέλασε βεβιασμένα κι άρχισε να μιλά κομπιάζοντας: «για φαντάσου η ζωή σου να είναι το αντίστροφο της ζωής των άλλων... η σύλληψή σου να 'γινε σύμφωνα με σχέδια παράφορου μίσους· να γεννηθείς μέσα απ' το θάνατο και για να ζήσεις να πρέπει να πεθαίνουν οι άλλοι... να έχεις μετρημένο τον πόθο, το φόβο και την ελπίδα... να ζεις τα ηλιοβασιλέματα σε έναν κλειστό ουράνιο θόλο...». Η δασκάλα μας σταμάτησε εκεί και μας κοίταξε ικετευτικά, ήταν ολοφάνερο πως δεν ήθελε να μας πει περισσότερα· για μια ακόμη φορά τα λόγια της, αντί να ησυχάσουν την ψυχή μας, την ανατάραζαν όλο και πιο πολύ και έκαναν τα αινίγματα της ζωής της ακόμα πιο σκοτεινά και περίπλοκα. Τότε μίλησε ο Γιώργος, η φωνή του ήταν παράξενη, λες και μιλούσε κάποιος μες στον ύπνο του: «όποιος θέλει να περιμένει με υπομονή, πίστη κι ελπίδα ας το κάνει· εγώ δεν μπορώ...» είπε κι έτριψε τις δυο παλάμες του, κάνοντας σκόνη ανάμεσά τους την ξερή βιολέτα που εκείνη είχε αφήσει στη θέση του...

 

Στο μεταξύ, όσο περνούσαν οι μέρες και οι βδομάδες εκείνου του φθινοπώρου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι, εγώ, ο Σώτερ και ο Μεγάλος Πρόδρομος περιερχόμασταν σε όλο και μεγαλύτερη σύγχυση και ταραχή: η κυρία Πανδώρα μάς είχε υποσχεθεί μια απάντηση ως το τέλος Νοεμβρίου, κι έτσι τα πάντα θα ξεκαθάριζαν με την απόφασή της — αυτό νομίζαμε τουλάχιστον εμείς οι τρεις που 'μασταν υποψήφιοι για να την κάνουμε γυναίκα μας. Οι νύχτες μου ξημέρωναν χωρίς ύπνο, με εξόριστα όνειρα άλλων συνειδήσεων να με επισκέπτονται φευγαλέα στις στιγμές της πιο έντονης διαύγειας, κι όπως έλεγε κι ο παπα-Λεπ Ταιρ, τα όνειρα έξω απ' τον ύπνο είναι τόσο τρομακτικά, όσο το πρόσωπο ενός ανθρώπου χωρίς το δέρμα του... Τα απογεύματα έπαιρνα τους δρόμους μέχρι αργά το βράδυ, προσπαθώντας μάταια να συλλογιστώ ότι ο Μεγάλος Πρόδρομος κι ο Σώτερ ίσως και να αγαπούσαν τη μάγισσα με τα μαύρα μάτια όσο κι εγώ, ίσως και ακόμη περισσότερο — η ίδια η κυρία Πανδώρα είχε ζητήσει κι απ' τους τρεις μας να συμφιλιωθούμε με κάτι τέτοιο, το 'χε θέσει ως απαραίτητη προϋπόθεση γι' αυτόν που θα διάλεγε· φυσικά, στο τέλος αυτών των περιπλανήσεων, κάθε φορά τα βήματά μου μ' έβγαζαν στην αυλή του σπιτιού της, μπροστά στον απίστευτο κήπο του ερέβους, όπου έσμιγαν το καλό, το κακό και το αποκρουστικά ουδέτερο... Όσο για τις ώρες του μαθήματος με την κυρία Δομένικα, ήταν για μένα ένα ευχάριστο διάλειμμα στον κυκεώνα των αλλόκοτων σκέψεων, των απελπισμένων υπολογισμών και των αδιέξοδων υποθέσεων· η δασκάλα μας ήξερε, βέβαια, τι συνέβαινε και μας άφησε ανενόχλητους στη νάρκη της αναμονής για την επιλογή της μάγισσας, δε μας είπε ούτε μια κουβέντα ή συμβουλή, κάποτε κάποτε μας κοιτούσε χαμογελώντας γλυκύτατα, κι αυτό ήταν όλο. Μονάχα μια φορά εκείνο το φθινόπωρο μας ζήτησε να πάμε στις μαργαρίτες μαζί με τους υπόλοιπους, τότε που μας είπε πως έπρεπε να κάνουμε κάτι για τα χελιδόνια που είχαν ξεχάσει να φύγουν για τις νότιες θάλασσες...

 

Ήταν μια παράξενη κι ανεξήγητη αλλαγή που είχε συμβεί στα χελιδόνια εκείνο τον καιρό· ξαφνικά συμπεριφερόταν σαν τα πουλιά που έχουν μάθει στο κλουβί, μπαίνανε στα σπίτια και φώλιαζαν στα ράφια και στα συρτάρια, κάθονταν να τα χαϊδέψεις και τσιμπούσαν κύβους ζάχαρης απ' την παλάμη σου, μερικά είχαν αρχίσει και κάτι άθλια κελαηδίσματα, προφανώς για να γίνουν αρεστά στους ανθρώπους, μερικά άλλα είχαν αρχίσει να περπατάνε στα δυο τους πόδια σαν τις κότες· «κάποιος πήρε απ' τα πουλιά την τρελή λαχτάρα τους...» μας είπε η κυρία Δομένικα στις μαργαρίτες εκείνο το μεσημέρι της δεκάτης πέμπτης Οκτωβρίου (ακριβώς μια βδομάδα μετά το τέταρτο αγιούτο του Πέτρου στο πηγάδι της θείας Δώρας), «κι άμα δεν την ξαναβρούν για να φύγουν, θα ψοφήσουν με τις πρώτες παγωνιές...». «Κι εμείς τι μπορούμε να κάνουμε;» ρώτησε ο Όττος, «σάμπως στην τσέπη μας την έχουμε τη λαχτάρα τους να τους την ξαναδώσουμε πίσω; Κι αφού έτσι διάλεξαν τη ζωή τους, ποιοι είμαστε εμείς να αποφασίζουμε για λογαριασμό τους;». Η δασκάλα μας του απάντησε ιδιαίτερα επιθετικά: «Όττο, άμα φοβάσαι, να σηκωθείς να φύγεις και να μην κάνεις ανόητες ερωτήσεις... Ο καθένας είναι αυτό που θέλει να γίνει... κι εσύ το ίδιο... Όσο ζεις, αποφασίζεις δίχως να μπορείς να δεις πίσω από τη μαύρη κουρτίνα, δίχως να ξέρεις για το ποιος σφυρίζει τη μουσική της νύχτας· ειδάλλως, είσαι ένας χέστης...», αυτά είπε η δασκάλα μας του Όττου και τα μάτια της είχαν σκοτεινιάσει και πετούσαν φωτιές· όλοι μείναμε με ανοιχτό το στόμα, η κυρία Δομένικα δε συνήθιζε να μιλά έτσι... Ο Όττος είχε σκύψει το κεφάλι ντροπιασμένος. «Και τη λαχτάρα πώς θα τη βρουν τα χελιδόνια για να φύγουν;» ψέλλισε σιγά σιγά ο Κώστας, από φόβο μην πάρει αντίστοιχη απάντηση με την προηγούμενη· η κυρία Δομένικα όμως απάντησε γλυκά αυτή τη φορά, σχεδόν το ψιθύρισε: «η λαχτάρα τους έρχεται με τη λαχτάρα σου, γεννιέται μέσα από αυτήν...».

 

Το ίδιο βράδυ και οι δεκαπέντε (και φυσικά μαζί μας κι ο Όττος, και μάλιστα πιο παθιασμένος από όλους μας) βγήκαμε σκαστοί απ' τα σπίτια μας δίχως να κρατάμε σκουπόξυλα, ξύλα, κλαδιά, τα άσπρα σεντόνια μας ή ό,τι άλλο… Είμασταν μόνον εμείς και το σώμα μας, η λαχτάρα μας που θα ξυπνούσε τη λαχτάρα τους. Συναντηθήκαμε εκεί, στην άκρη της αλάνας, με την κυρία Δομένικα, που ήρθε έχοντας στην αγκαλιά της ένα μαύρο ξεκοιλιασμένο μαξιλάρι. Στον καθένα μας έδωσε μια χούφτα από τα πούπουλα του μαξιλαριού· «βάλτε τα στο στόμα σας κι έπειτα κρατήστε τα δόντια σφιχτά και τσιρίχτε μ' όλη σας τη δύναμη...». Φυσικά, μας έδινε οδηγίες δοκιμασμένες μες στους αιώνες: πράαγματι γεμίσαμε τη νύχτα με τη λαχτάρα μας. Τρέχαμε σαν δαιμονισμένοι και τσιρίζαμε πνιχτά σαν τους φριχτούς νεκροζώντανους των παραμυθιών του Βάλτου, χωρίς ούτε στιγμή να ξεσφίξουμε τα δόντια· δεν αφήσαμε δρόμο και στενό που να μη σκορπίσουμε τον πανικό και την ταραχή που προκαλούν οι φευγαλέοι νυχτερινοί ίσκιοι, κι είναι αλήθεια πως, όσο προχωρούσε η νύχτα, όλο και πιο πολύ μας πλημμύριζε ένα παράξενο αίσθημα, εφιαλτικό και συνάμα μεγαλειώδες — ποιος ξέρει, ίσως εκείνες τις στιγμές να μας κυβερνούσαν κάποιες ακατονόμαστες δυνάμεις, οι ίδιες που κυβερνούσαν και τη ζωή της δασκάλας μας... Κι όπως είχαμε τα πούπουλα στο στόμα μας, με την πρώτη τσιρίδα βούλωσαν τ' αυτιά μας, κι έτσι δεν ακούγαμε καλά τις τσιρίδες μας — πιο πολύ τις φανταζόμασταν να ξεπετάγονται σαν γαλάζιες φλόγες και να τρυπώνουν στις χελιδονοφωλιές... Και στο κέντρο του κορμιού μας ένα πρωτόγνωρο κενό άρχισε να μεγαλώνει, σαν ένα κύκλος που ξεκινησε μικρός από εκεί χαμηλά κι όσο άνοιγε νέκρωνε όλο και πιο ηδονικά τη σάρκα μας… Λίγο πριν απ' το ξημέρωμα βρεθήκαμε να παραπατάμε στην αλάνα όπου μας περίμενε η δασκάλα μας με το ξεκοιλιασμένο μαξιλάρι της· φτύσαμε στη χούφτα της τα πούπουλα που 'χαμε στο στόμα μας τόσες ώρες και φύγαμε αμίλητοι σαν τα φαντάσματα. Την άλλη μέρα αποδείχτηκε περίτρανα πως η κυρία Δομένικα ήξερε καλά τι μας έλεγε· πράγματι, η λαχτάρα ξυπνά τη λαχτάρα: το πρωί, μόλις σηκώθηκα απ' το κρεβάτι για να πάω στο σχολείο, είδα απ' το παράθυρό μου τον ουρανό να μαυρίζει απ' τα σμάρια των χελιδονιών που φεύγανε κατά κύματα για τις νότιες θάλασσες...