θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 21ο

 

 

 

 

 

 21.

 

Ο έρωτας του Τζίμη

 

 

 

Η δεύτερη φορά που είδα τις μαύρες κάθετες ρυτίδες στο πρόσωπο της κυρίας Δομένικας εκείνο το καλοκαίρι ήταν στο τέλος του Αυγούστου, τότε που ο Τζίμης ερωτεύτηκε το άγαλμα της Παναγίας με τη μορφή δεκατετράχρονης κοπέλας. Ο φίλος μας έμοιαζε να 'χε λωλαθεί εντελώς εκείνες τις μέρες· σταμάτησε να έρχεται στα παιχνίδια μας και περιφερόταν παντού αγκαλιά με το άγαλμα (ήταν μάλιστα βαρύ, καμωμένο από μάρμαρο κι όλοι απορούσαμε πώς κατάφερνε να το σηκώνει για τόσες ώρες), μουρμουρίζοντας συνεχώς περιπαθή ερωτόλογα, που ποιος ξέρει από πού τα 'χε ακούσει. Και το απόγευμα της τρίτης μέρας ήρθε καμαρωτός καμαρωτός στα Βαρέλια με τη μαρμάρινη Παναγία στην αγκαλιά του, και με επίσημη φωνή μάς ανακοίνωσε πως την αγαπούσε και σκόπευε να περάσει τη ζωή του μαζί της. Δεν τον περιγελάσαμε —ο Τζίμης ήταν αγαπημένος φίλος— απλά, σκεφτήκαμε, τον βάρεσε η αυγουστιάτικη ζέστη στο κεφάλι, θα του περάσει. Μόνο ο Σώτερ τον ρώτησε σοβαρά: «αυτή σ' αγαπάει;»· η απάντηση του φίλου μας ήταν αποστομωτική: «...μ' αγαπάει, μα ντλέπεται να μου το πει...». Αμέσως μετά μας ανακοίνωσε και τις υπόλοιπες αποφάσεις του: θα έπαιρνε το άγαλμα κάθε μέρα μαζί του, όπου κι αν πήγαινε, κι ό,τι κι αν έκανε θα το έκανε μπροστά του, μέχρι να αποφασίσει η Παναγία να ζωντανέψει και να του μιλήσει· θα την περίμενε χίλια χρόνια κι ακόμη περισσότερα — αυτά μας είπε κι άλλα παρόμοια, και μόλις τέλειωσε άφησε με προσοχή το άγαλμα σε μια πέτρα και μας πρότεινε εκείνη τη μέρα να παίξουμε κυνηγητό· είχαμε κάμποσο καιρό να κυνηγηθούμε και το καλοκαίρι τέλειωνε, αυτό μας είπε, και βέβαια κάτι είχε στο μυαλό του... Μισή ώρα αργότερα ήρθε κι η κυρία Δομένικα, μπήκε στο παιχνίδι, όπως πάντα, χωρίς να πει κουβέντα κι άρχισε να κυνηγά τον Όττο — συνήθως διάλεγε να κυνηγήσει αυτόν γιατί ήταν ο πιο γρήγορος... Μα πριν περάσει μισό λεπτό, ακούστηκε η αγριοφωνάρα του Τζίμη: «αν είναι να πιάσεις κάποιον, πιάσε εμένα...» κι αμέσως συμπλήρωσε πιο σιγά: «...αν το μπολείς...». Ήτανε φανερό πως ο φίλος μας ήθελε να κάνει τη μόστρα του στη μαρμάρινη μνηστή του· η δασκάλα μας κοντοστάθηκε για μια στιγμή, τον κοίταξε με μάτι θολό κι έπειτα χίμηξε προς το μέρος του. Και βέβαια, όλοι οι υπόλοιποι δε χρειαστήκαμε περισσότερο από μισό λεπτό για να καταλάβουμε πως εκείνο το απόγευμα το παιχνίδι ήταν για δύο, άντε για τρεις, αν μετρούσαμε και το άγαλμα· ο Τζίμης και η κυρία Δομένικα έτρεχαν δαιμονισμένα, περνούσαν από δίπλα μας σαν τον άνεμο, θαρρείς και χορεύαν στο ρυθμό των τυμπάνων του διαβόλου που τ' ακούγαν μονάχα αυτοί... Κάποτε η δασκάλα μας έπιασε τον ψηλόλιγνο φίλο μας, έξι φορές είχε καταφέρει να της ξεφύγει την τελευταία στιγμή κάνοντας την προσποίηση του χελιδονιού, κι οι ελιγμοί του άγγιζαν το τέλειο, μα την έβδομη φορά σκόνταψε σ' ένα ξερό ξύλο, παραπάτησε κι εκείνη τον χτύπησε με την παλάμη της στον ώμο· μα αυτό δε σήμαινε το τέλος του παιχνιδιού τους: ο Τζίμης, τώρα πια αυτός θα κυνηγούσε, μέτρησε βιαστικά μέσα απ' τα δόντια του μέχρι το δέκα (τόσο ήταν το όριο για να φύγει ο ένας μακριά από τον άλλον και να ξαναρχίσει το παιχνίδι) κι έπειτα, δε θέλει και πολύ για να το μαντέψεις, ξεχύθηκε σαν λυσσασμένος στο κατόπι της...

 

Σε αυτόν το δεύτερο γύρο δεν κάναμε καν τον κόπο να τρέξουμε μακριά, το ξέραμε απ' την αρχή πως θα ήμασταν απλοί θεατές του υπέροχου κυνηγητού τους — το μόνο που είχε αλλάξει ήταν οι ρόλοι και τα κόλπα του κυνηγημένου. Η κυρία Δομένικα ήταν πολύ ψηλή για να κάνει την προσποίηση του χελιδονιού, το καλύτερο της δασκάλας μας ήταν το πέταγμα του γύπα, τότε που έκοβε το τρέξιμό της, αφήνοντας τον κυνηγό να 'ρθει κοντά της και μια στιγμή πριν την πιάσει πετιόταν πέντε έξι μέτρα μακριά του κι έτσι έκοβε τα γόνατα του κυνηγού της — μόνο εκείνη κι ο Όττος το καταφέρνανε αυτό, καθώς ήθελε ικανότητα αστραπιαίας επιτάχυνσης. Είχανε αλλάξει λοιπόν τα κόλπα του παιχνιδιού κι οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί, μα η κτηνώδης μανία που τους είχε ρίξει σε κείνο το παιχνίδι, κάτι ανάμεσα σε σαρκική έλξη και διάθεση αυτοκαταστροφής, φούντωνε όλο και πιο πολύ... Και πέρασε πολλή ώρα που ο Τζίμης κυνηγούσε την κυρία Δομένικα —ίσως μισή, ίσως μία—, ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει κι αυτοί ακόμη κυνηγιόντουσαν· η δασκάλα μας είχε δοκιμάσει το γύπα ίσαμε τριάντα φορές και, παρά τα καταπληκτικά ψαράκια που 'κανε ο φίλος μας, του ξέφευγε συνέχεια. Ήταν κι οι δυο τους μούσκεμα στον ιδρώτα, θαρρείς και τους είχες αδειάσει από έναν κουβά νερό στην πλάτη, ο Τζίμης ήταν μάλιστα κατακόκκινος από το κοκκινόχωμα, καθώς σε κάθε προσποίησή της κυλιόταν καταγής· μια παράξενη ευτυχία είχε αρχίσει να κυριεύει την ψυχή μου καθώς τους έβλεπα, ένιωθα πιο πολύ από κάθε άλλη φορά πως η κάθε μάχη, ο κάθε πόλεμος, το κάθε χάσμα του λογικού υπακούει στην απόλυτη ομορφιά ενός μαγευτικού απογεύματος, όταν ο ήλιος γέρνει σιγά σιγά κοκκινίζοντας τον ορίζοντα. Δεν άργησα να διαψευστώ: κάποια στιγμή η δασκάλα μας ετοιμάστηκε για ένα ακόμη πέταγμα του γύπα· ο Τζίμης είχε κουραστεί, έτρεχε πια με αφρισμένο το στόμα, κι όταν εκείνη έκοψε, ο φίλος μας δεν μπορούσε πια να ξεγελαστεί κι έκοψε κι αυτός, το ήξερε πως το ψαράκι που ετοιμαζόταν να κάνει θα ήταν το τελευταίο του για κείνο το απόγευμα, χωρίς αμφιβολία δε θα μπορούσε να ξανασηκωθεί. Τότε η κυρία Δομένικα σταμάτησε εντελώς· δυο μέτρα μακριά της σταμάτησε κι ο Τζίμης... «Τλέξε, λοιπόν... θα σε πιάσω...» μούγκρισε ο φίλος μας· «θα τρέξω την ώρα που πρέπει...» του απάντησε εκείνη με σταθερή φωνή. Τότε καταλάβαμε όλοι τι είχε στο μυαλό της η κυρία Δομένικα: ετοιμαζόταν τάχα να παραπατήσει επίτηδες για να την πιάσει ο Τζίμης... Το κακό όμως ήταν πως το είχε καταλάβει κι αυτός· πήρε βαθιά ανάσα, «αυτό δε θα το επιτλέψω ποτέ...» της είπε με ήρεμη μα σταθερή φωνή, αλίμονο αν ρεζιλευόταν έτσι μπροστά στη μαρμάρινη Παναγία του, «τλέξε, κυλία, σε παλακαλώ...». Πέρασαν μερικές στιγμές γεμάτες ηλεκτρισμό, με τους δυο τους να στέκονται ακίνητοι και να κοιτιούνται στα μάτια· τη σιωπή έσπασε η φοβισμένη φωνή του Ζήση, «Ιησούς Χριστός νικά...» φώναξε, «η Παναγία κλαίει...». Γυρίσαμε όλοι και κοιτάξαμε το άγαλμα: πράγματι, η Παναγία έκλαιγε και μάλιστα έκλαιγε με κατακόκκινα δάκρυα που κυλούσαν πάνω στο άσπρο μάρμαρο... Μείναμε άφωνοι· σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε κάτι τέτοιο αν δεν το βλέπαμε με τα ίδια μας τα μάτια. Είχε στ' αλήθεια, λοιπόν, ψυχή μέσα της εκείνη η μαρμάρινη Παναγία με τη μορφή της δεκατετράχρονης κοπέλας· τα δίχως κόρες μάτια της είχαν δακρύσει —άραγε για το κυνηγητό του Τζίμη και της κυρίας Δομένικας ή μήπως για κάτι άλλο;—, και, το πιο φοβερό, τα δάκρυά της είχαν το χρώμα του αίματος... Μόλις συνήλθε από την πρώτη έκπληξη, ο Τζίμης όρμησε πάνω στο άγαλμα, «μην κλαις, αγάπη μου...» της έλεγε σκουπίζοντας τα δάκρυα με την ιδρωμένη μπλούζα του, «μην κλαις, δε θα σε παραμελήσω ποτέ πια...», αυτά κι άλλα παρόμοια της έλεγε ώσπου κάποτε έβγαλε την μπλούζα του, σκέπασε μ' αυτή το πρόσωπο του αγάλματος κι έπειτα, δίχως να πάψει τα ερωτόλογα και τις συγγνώμες, το πήρε αγκαλιά κι έφυγε αγνοώντας μας ολότελα. Όσο για τη δασκάλα μας, αυτή έμεινε ακίνητη για κάμποσο, στο πρόσωπό της είχαν φανεί και πάλι οι μαύρες κάθετες ρυτίδες του αδυσώπητου πεπρωμένου, στο φως του ήλιου που βασίλευε έμοιαζε με μια μάσκα όπου θριάμβευαν η φρίκη και η μοναξιά· κάποια στιγμή πλησίασα κοντά της και με φωνή που έτρεμε τη ρώτησα: «κυρία, για σένα έκλαψε η Παναγία;»· εκείνη τότε μου απάντησε ξερά «η Παναγία κλαίει για ένα γιο που κάθε νύχτα σφάζει τη μάνα του την ώρα του ύπνου...», αυτό μου είπε κι έπειτα άρχισε να περπατά με αργό βήμα προς τον κάτω δρόμο. Φυσικά δεν μπορέσαμε να ερμηνεύσουμε τα λόγια της δασκάλας μας, παρ' όλο που τα συζητήσαμε το ίδιο βράδυ στο νταμάρι απέναντι απ' της Φρόσως, απλά στις μέχρι τότε ακατανόητες κουβέντες της είχε προστεθεί ακόμη μια... Την επόμενη μέρα ο Τζίμης μάς ανακοίνωσε περιχαρής πως η ψυχή της αγαπημένης του βγήκε από το άγαλμα και πλέον θα φώλιαζε στα πνευμόνια του μέχρι να βρει ένα άλλο σώμα για να σκηνώσει. Όταν τον άκουσα, απ' το μυαλό μου πέρασε η σκέψη πως η άβυσσος του μυαλού φτιάχνεται από τον ίδιο το νου που εντέλει καταπίνει, και δεν είναι φωτιά που σιγοπυρώνει ή μια νομοτελειακή καταβύθιση ενός διελινού όπου ο ήλιος γέρνει, μα κάτι άλλο, ακαριαίο σαν αστραπή, αδιανότο κι όμως επινοημένο από το ίδιο μυαλό που αδυνατεί να το αντέξει, κάτι απερίγραπτα φριχτό και συνάμα απόλυτα θελκτικό, που ακόμη δεν ήθελα καν να φανταστώ...