θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 20ο

 

 

 

 

 

 20.

 

Η τυφλόμυγα

 

 

 

Το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι ήταν το πρώτο μου στη γειτονιά με το κοκκινόχωμα, και σύμφωνα με τα λεγόμενα της μαντμαζέλ Παλούκας, η γειτονιά μας ήταν το μοναδικό σημείο του κόσμου όπου ο ήλιος έκαιγε στην απόλυτο κατακόρυφο, και δεν άργησαν τα ίδια τα φαινόμενα να την επιβεβαιώσουν, καθώς δεν υπήρξε μέρα που να μην ακούσαμε κάποια μαύρη πέτρα να σκάζει με κρότο, απελευθερώνοντας την ψυχή της, ή να μην είδαμε ένα μελαγχολικό ρόδο με ξεθωριασμένα τα κόκκινα πέταλά του. Τις νύχτες πάλι, ενώ παραφύλαγα κρυμμένος στην πέτρα έξω από το σπίτι της κυρίας Πανδώρας, άκουγα αόρατες λυτρωτικές ρομβίες κι έβλεπα ίσκιους με μελόντικες (άραγε φαντάσματα πεθαμένων;) να παίζουν την υπέροχη μουσική ενός τραγουδιού του οποίου δεν ήξερα τα λόγια. Έτσι κύλησαν για μένα εκείνοι οι τρεις μήνες των διακοπών μέχρι να ξαναρχίσει το σχολείο, με την αναμονή να μου τρώει την ψυχή, την αναμονή της ανάσας ενός αγγέλου που θ' άναβε τη φλόγα ενός κεριού, την αναμονή των ανθρώπων-τράγων που θα χόρευαν επιτέλους το χορό της Ελευθερίας, κι ακόμη, με την αναμονή ενός μηνύματος μέσα στη νύχτα, ενός μηνύματος εκείνης της μάγισσας που το Μάρτη μού 'χε στείλει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο με το σκύλο της. Όσο για την κυρία Δομένικα, μετά το τέλος του σχολείου τη χάσαμε μόνο για δέκα μέρες κι ύστερα άρχισε να έρχεται και να μας βρίσκει, πρώτα μία φορά την εβδομάδα, έπειτα δύο, κι έπειτα μέρα παρά μέρα, προς το τέλος του καλοκαιριού μάλιστα ήταν σχεδόν καθημερινή στα μέρη όπου μαζευόμασταν· ερχόταν στα Βαρέλια και στην αλάνα και στο νταμάρι απέναντι από το σπίτι της Φρόσως κι έπαιζε μαζί μας μήλα και κρυφτό και κυνηγητό κι όταν κουραζόμασταν σι μαριό. Ριχνόταν στο παιχνίδι με πρωτόφαντο πάθος και κέφι, πολλές φορές χωρίς να πει ούτε καν μια καλημέρα, έτρεχε δυο φορές πιο πολύ από μας, ίδρωνε και λαχάνιαζε και γελούσε τρελά κάθε φορά που έπιανε ένα μήλο, ορμούσε απ' την κρυψώνα της σαν αίλουρος για να τα φτύσει στο κρυφτό κι έφευγε πάντοτε την ώρα που κοκκίνιζε ο ήλιος... Πρέπει να έβρισκε μεγάλη χαρά σε κείνα τα παράφορα παιχνίδια μας, θαρρείς κι όταν κυνηγιόμασταν ή της πετούσαμε τα μήλα δεν έστρεχαν οι όροι του σκοτεινού μυστικού της, και τα σπουργίτια του διαβόλου που ράμφιζαν τη σάρκα της δεν μπορούσαν να την πειράξουν την ώρα εκείνη· ναι, σε κείνα τα κυνηγητά, στα κρυφτά και στα μήλα, το μυστικό της δεν είχε εξουσία. Εκείνο το καλοκαίρι δυο φορές μονάχα είδαμε αυτή τη σκιά της παλιάς κρυφής αμαρτίας να σημαδεύει το πρόσωπό της...

 

Η πρώτη ήταν μια μέρα στα τέλη του Ιουλίου. Εκείνο το πρωινό η κυρία Δομένικα μας βρήκε στα Βαρέλια ξαπλωμένους καταγής, σχεδόν σε κατάσταση νάρκης, αληθινά ζαβλακωμένους από ένα φριχτό καύσωνα — ήταν αναμφισβήτητα η πιο ζεστή μέρα του καλοκαιριού. «Τι πάθατε, σας βάρεσε ο ήλιος κατακούτελα;» μας ρώτησε η δασκάλα μας μόλις μας είδε· ο Τζίμης ήταν αυτός που της απάντησε με ραθυμία: «...έχει τόσο πολύ ήλιο, που δεν υπάλχει τίποτε για να χάσεις, κυλία...». Εκείνη χαμογέλασε αινιγματικά: «πάντοτε υπάρχει κάτι για να χάσεις». Τότε μίλησα κι εγώ, ένιωθα πως οι ακτίνες του ήλιου σούβλιζαν αδυσώπητες την ψυχή και το νου μου: «...δεν υπάρχει λοιπόν κάποιο σκοτεινό παιχνίδι, κυρία, να γλιτώσουμε επιτέλους από το απαίσιο τούτο φως;». Έμεινε να με κοιτά σκεφτική για αρκετά λεπτά· έπειτα έκανε μεταβολή κι έφυγε με μηχανικό βήμα χωρίς να πει κουβέντα.

 

Ήρθε ξανά κοντά στο καταμεσήμερο, έσφιγγε κάτι μαύρο στο δεξί της χέρι και χαμογελούσε· «ποιος είναι αυτός που θέλει να γλιτώσει από το απαίσιο φως;». Σήκωσα διστακτικά το χέρι μου· τα μάτια μου ήταν σχεδόν κλειστά, μόλις που είδα τη σιλουέτα της να πλησιάζει σαν μαύρο σκιάχτρο λουσμένο στο φως. Ένιωσα τα χέρια της να μου χαϊδεύουν τα μαλλιά κι έπειτα τ' ακροδάχτυλά της να αγγίζουν τα βλέφαρά μου. Όλα ήταν εν αναμονή· κάποτε αισθάνθηκα μια αναζωογονητική αύρα να γεμίζει τα πνευμόνια μου κι αμέσως μετά τα πάντα έγιναν μαύρο σκοτάδι. Πέρασαν ένα δυο λεπτά μέχρι να φέρω τα χέρια μου στο πρόσωπό μου και να ψαύσω το μεταξένιο ύφασμα της κορδέλας με το οποίο η κυρία Δομένικα μου είχε δέσει τα μάτια. Ο κόσμος γύρω μου ήταν πια ήχοι, φωνές, βήματα πάνω στη σκόνη, ανάσες, λαχανιάσματα. Κάποτε ένιωσα ένα άγγιγμα στα μάγουλά μου που με ηλέκτρισε αλλόκοτα, ήταν σαν να με άγγιζαν με ρώγες τρεμάμενου σταφυλιού —μα πού βρέθηκε σταφύλι στα τέλη Ιουλίου— η φωνή της δασκάλας μου ήχησε σαν άγριος καταρράχτης: «κράτα τα όνειρά σου, τυφλόμυγα...». Ασυναίσθητα θέλησα να περπατήσω, άπλωσα τα χέρια μου μπροστά, «πρέπει να μας πιάσεις...» ακούστηκε και πάλι η φωνή της, «...κι όποιον πιάσεις πρέπει να τον αναγνωρίσεις...». Εκείνο το μεσημέρι κατάλαβα για πρώτη μου φορά τι θα πει να ονειρεύεσαι με σφαλισμένα μάτια και τα όνειρά σου να μην μπορούν να διαφύγουν ανάμεσα απ' τα βλέφαρα· τότε τα όνειρα γίνονται μανιασμένα ζώα που κατασπαράζουν τις ίδιες τους τις σάρκες και ρημάζουν την ψυχή· κι όμως, αυτά τα αφηνιασμένα όνειρα ηλέκτρισαν ανεπανάληπτα ηδονικά το είναι μου — μια άγρια σεληνιασμένη αθωότητα με πλημμύρισε... Ένιωθα τον εαυτό μου να προχωρά δίχως κατεύθυνση, κι όμως δε φοβόμουν, ο μόνος μου προσανατολισμός ήταν ένα παράξενο ένστικτο, να γίνω ένα με τους άλλους μέσα από το σκοτάδι, να τους πιάσω και να τους πασπατέψω εκεί όπου ποτέ δεν τολμούσα, να τους ζουλήξω τα μπράτσα και να τα μελανιάσω, να τους πάρω μαζί μου στην απαγορευμένη ζώνη όπου η άγνοια είναι ελευθερία. «Κι αν δε μας πιάσεις, θα μείνεις για πάντα τυφλόμυγα...» ακούστηκε η φωνή εκείνης κι έπειτα και πάλι το κροταλιστό γέλιο της· αμέτρητα δάχτυλα χαϊδεύαν τα μάγουλά μου, κάποιος μάλιστα με φίλησε —έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον—, κι εγώ παρέπαια, σκόνταψα κι έπεσα τρεις ή τέσσερις φορές, μα ήμουν πραγματικά ευτυχισμένος, με τα όνειρά μου ανεξέλεγκτα στη φυλακή τους, θήραμα και μαζί κυνηγός... Κάποτε χούφτιασα με την παλάμη μου κάποιο χέρι απ' τον καρπό· την επόμενη στιγμή βρέθηκα αγκαλιασμένος μ' ένα αδύνατο σώμα — είχα πιάσει κάποιον λοιπόν κι έπρεπε να τον αναγνωρίσω. Εκείνος βέβαια δε μιλούσε, μόνο άκουγα την ανάσα του... Μα έτσι όπως κόλλησα το στέρνο μου στο δικό του, ένιωσα το χτύπο της καρδιάς του: χτυπούσε σαν ένα αδύναμο μοτεράκι, σαν την καρδιά του πληγωμένου περιστεριού του Πέπα· μόνο ένας απ' τους φίλους μου έτρεμε τόσο πολύ, «μη φοβάσαι, Κούλη, είναι ωραίο αυτό το σκοτάδι...» του είπα. «Είναι ωραίο, μα τώρα πια θα το χάσεις...» άκουσα τη φωνή εκείνης στο αυτί μου και την επόμενη στιγμή η μαύρη κορδέλα λύθηκε χωρίς να καταλάβω το πώς και το φαρμακερό φως γέμισε τα μάτια μου· ήταν σαν να με τρυπούσαν χίλιες βελόνες. Έπεσα κάτω κι έτριβα τα μάτια μου για αρκετή ώρα· όταν μπόρεσα να ξαναδώ, ο Κούλης ήταν αυτός που περπατούσε στη ζώνη της αλλόκοτης ελευθερίας και γύρω του όλοι οι υπόλοιποι να τον ακολουθούν σαν ένα μεθυσμένο σμάρι... Κι όταν κάποτε ο φοβισμένος φίλος μας αγκάλιασε τον Τζίμη ουρλιάζοντας θριαμβευτικά «Τζίμη, σ' έπιασα...» —δεν το κατάλαβε ο έρμος ότι ο Τζίμης στάθηκε εξεπίτηδες μπροστά του για να τον πιάσει—, ο Όττος τού 'βγαλε την κορδέλα με τον ίδιο τρόπο που εκείνη την είχε βγάλει από μένα πριν από λίγο κι άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της για να της τη δώσει· η κυρία Δομένικα δεν την πήρε, «δέσ' την εσύ, Όττο, στα μάτια του Τζίμη...» του είπε γελώντας και καθώς ο Όττος την κοίταξε αμήχανα, σαν να τη ρωτούσε «πώς;», εκείνη τον επέπληξε τάχα αυστηρά: «έπρεπε να το 'χες δει από πριν και να μην είχες το μυαλό σου σε ξανθές πλεξούδες· πρώτα τη φτύνεις, μετά τη φυσάς κι έπειτα την περνάς τρεις φορές μπροστά απ' τα μάτια, κρατώντας με το δεξί χέρι την αριστερή άκρη της κορδέλας και την άλλη με το αριστερό· ή θα τα καταφέρεις ή θα δέσεις τα χέρια σου κόμπο. Όμως μονάχα έτσι κρατιούνται τα όνειρα της τυφλόμυγας...». Ο Όττος τότε την κοίταξε για μια στιγμή, σίγουρα πικαρισμένος με την κουβέντα της για τις ξανθές πλεξούδες, έπειτα πήρε βαθιά ανάσα και, ω του θαύματος, με αφάνταστη δεξιοτεχνία έδεσε μονομιάς την κορδέλα γύρω από τα μάτια του Τζίμη, «αυτό είναι...» φώναζε ενθουσιασμένη η δασκάλα μας, «...ο καθένας ξέρει τον τρόπο αν το πιστεύει...». Κι ο Τζίμης έπιασε τον Κώστα, κι ο Κώστας το Βέλια, κι ο Βέλιας το Σίμη, κι ο Σίμης το Μανόλη κι όλοι, ο ένας μετά τον άλλο, δέναμε τη μαύρη κορδέλα στα μάτια του πιασμένου κι όλοι το καταφέρναμε, λες και τα χέρια μας οδηγούνταν όχι από μας αλλά από κάποιον άλλον — ο Αγιούτος μάλιστα την έδεσε μόνος στα μάτια του με εντυπωσιακή επιδεξιότητα και άνεση. Κάποτε ο Σώτερ έπιασε το Γιώργο, κι ήμουν εγώ μάλιστα που έλυσα την κορδέλα από τα μάτια του ενός και την έδεσα στα μάτια του άλλου. Ο Γιώργος δεν άρχισε να παραπατά, όπως κάναμε όλοι οι υπόλοιποι· αδιαφόρησε πλήρως για τα χάδια μας στα μάγουλα και στο σβέρκο του και τα γαργαλητά στα πλευρά του και για κάμποσο έμεινε εντελώς ακίνητος... Έπειτα, χωρίς την παραμικρή σύσπαση των χειλιών του, προχώρησε με απόλυτη σιγουριά, παρ' ότι τα μάτια του ήταν δεμένα —βλέπεις, αυτός δεν καταλάβαινε από τα φυλακισμένα όνειρα της τυφλόμυγας, αυτός ήταν πλασμένος από στάχτη και φόβο—, προχώρησε, λοιπόν, με απόλυτη σιγουριά κι έφτασε μπροστά στη δασκάλα μας, που σαν τον είδε να 'ρχεται έπαψε να γελά και κύρτωσε περήφανα τον κορμό της μια ιδέα προς τα πίσω. Κι όταν βρέθηκε μπροστά της, στο μισό μέτρο, τότε, παραβαίνοντας τους κανόνες του παιχνιδιού, έλυσε τη μαύρη κορδέλα χωρίς να αποδείξει πως την αναγνώρισε φωνάζοντας το όνομά της, χωρίς καν να την πιάσει ή έστω να την αγγίξει... Αμέσως μετά, μ' όλο που είναι αδύνατο τα μάτια του ανθρώπου να δουν κατευθείαν από το σκοτάδι στο φως, το βλέμμα του Γιώργου στυλώθηκε στο δικό της, ίδιο με βλέμμα γερακιού, και τα βλέφαρά του δεν τρεμόπαιξαν ούτε μια φορά. Την κοίταξε κατάματα λοιπόν και της έδωσε το μαύρο μακρόστενο ύφασμα λέγοντάς της με άχρωμη φωνή «η σειρά σου, κυρία...».

 

Δεν ξέρω γιατί όταν μας έφερνε η δασκάλα μας τη μαύρη κορδέλα στα Βαρέλια δεν είχε υπολογίσει κι αυτό το ενδεχόμενο —δεν ήταν δα κι απίθανο πάνω στο παιχνίδι να βρεθεί κι αυτή πιασμένη απ' την τυφλόμυγα—, ποιος ξέρει, ίσως να νόμιζε πως θα μπορούσε να ξεφεύγει εύκολα, καθώς ήταν μεγαλύτερη και πιο γρήγορη, ίσως πάλι να πίστευε πως τα όνειρα της τυφλής μύγας δεν ήταν δυνατόν να οδηγήσουν σε κείνη, καθώς ήταν κυκλωμένη από δυνάμεις ανώτερες που δε θα επέτρεπαν σε καμιά τυφλόμυγα να την πιάσει, η ουσία πάντως είναι πως, όταν ο Γιώργος της έδωσε τη μαύρη κορδέλα λέγοντάς της «η σειρά σου, κυρία...», για πρώτη φορά εκείνο το καλοκαίρι των παράφορων παιχνιδιών σχηματίστηκαν στο πρόσωπό της οι μαύρες κάθετες ρυτίδες που χαράκωναν βίαια τα μάγουλά της. Πισωπάτησε τρομαγμένη, «όχι εγώ...» ψέλλισε, «...δεν είναι αυτό για μένα...» ή κάτι παρόμοιο. Όλοι μας την κοιτάξαμε με φανερή απορία, να το πάλι αυτό το σκοτεινό μυστικό που κρατούσε φυλακισμένη την ψυχή της δασκάλας μας, αυτό που ώρες ώρες την έκανε να φοβάται με ανεξήγητη ένταση και μεταμόρφωνε κυριολεκτικά την όψη της, θαρρείς και ρουφούσε μεμιάς όλο το αίμα απ' το πρόσωπό της και το χαράκωνε με τις γραμμές του πεπρωμένου. Τι να 'ταν όμως αυτό που τόσο την τρόμαξε αυτή τη φορά: το βλέμμα του Γιώργου, η μαύρη κορδέλα της τυφλόμυγας ή μήπως κάποιος ψίθυρος στο αυτί της που την προειδοποιούσε πως, αν της δέναν τα μάτια με τη μαύρη κορδέλα, τότε δε θα 'χε πια κανέναν έλεγχο πάνω στον ίδιο της τον εαυτό — και φαίνεται πως αυτό ήταν αποφασισμένη να μην το επιτρέψει... Από πάνω μας ο ήλιος έκαιγε βασανιστικά, η κυρία Δομένικα συνέχιζε κάτωχρη να πισωπατά μουρμουρίζοντας ασύνδετες προτάσεις: «...δεν είναι για μένα αυτό, σας λέω... ο βαρκάρης με το ξουραφιασμένο πρόσωπο γνωρίζει... εσείς γυρέψατε γλιτωμό απ' το φως, όχι εγώ... εξάλλου εγώ δε θα αργήσω να φύγω μια και καλή για τη χώρα των ίσκιων...»· και μόλις είπε αυτό το τελευταίο έκανε μεταβολή κι έφυγε τρέχοντας. Ένα ανεπαίσθητο αγεράκι φύσηξε για μια στιγμή, ίσως και να 'ταν ιδέα μας· όταν η δασκάλα μας χάθηκε στη στροφή του κάτω δρόμου, κοιτάξαμε το Γιώργο: ήταν ακίνητος σαν απολιθωμένος, το βλέμμα του στυλωμένο πλέον στο πουθενά, το χέρι του τεντωμένο μπροστά, και, το πιο παράξενο, η μαύρη κορδέλα άφαντη, λες και την πήρε μαζί του το στιγμιαίο αεράκι. Μια εβδομάδα αργότερα η κυρία Δομένικα ήρθε και μας βρήκε στο νταμάρι απέναντι απ' της Φρόσως ενώ παίζαμε μήλα· μπήκε στο παιχνίδι χωρίς να πει κουβέντα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. Ποτέ όμως δεν ξανάπαιξε μαζί μας τυφλόμυγα.