θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 19ο

 

 

 

 

 

 19.

 

Τα δάχτυλα της κυρίας Δομένικας

 

 

 

Εκείνη η άνοιξη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι καθυστέρησε τον ερχομό της· αφότου ήρθε όμως, οργίασε μέσα σε δυο τρεις μέρες, λες κι ήθελε να καλύψει το χαμένο έδαφος. Κάθε πρωί ο ήλιος ανάτελλε ανυπόφορα εκτυφλωτικός, κι απ' τις φαρμακερές ακτίνες του όλα τα λουλούδια της αλάνας άνθισαν έξαλλα, τόσο που η γειτονιά μας γέμισε με τις πιο μεθυστικές και συνάμα τις πιο αλλόκοτες μυρωδιές. Το μεσημέρι της τρίτης μέρας από τον ερχομό της άνοιξης, ήρθαν όλα μαζί τα χελιδόνια, ατέλειωτα σμήνη που μαύριζαν τον ουρανό, και τα βράδια στο νταμάρι απέναντι απ' το σπίτι της Φρόσως ο άνεμος έφερνε μια παράξενη γύρη από λουλούδια μυστικών κήπων, που κολλούσε στα χείλη κι είχε τη γεύση της ζάχαρης, κελαηδίσματα, ιαχές και παράξενες μουσικές που λώλαιναν το νου. Την πρωτομαγιά (ήταν Μεγάλη Πέμπτη, καθώς το Πάσχα είχε τραβήξει στο Μάιο εκείνη τη χρονιά) οι δυο πλευρές του Μικρού Ρέματος κοκκίνισαν από τις παπαρούνες· θυμάμαι την επομένη είχαμε σκεπάσει τον επιτάφιο μόνο με παπαρούνες — ο καθένας μας είχε μαζέψει από μια αγκαλιά, κι όταν τον γυρίσαμε στην εκκλησία, είχανε μείνει οι μίσχοι μονάχα, τα πέταλα είχαν χαθεί... Και μαζί με τη φύση χαίρονταν το ανοιξιάτικο ξέσπασμα και οι άνθρωποι· ήταν οι μέρες που έγιναν τα πιο έξαλλα αγκαλιάσματα των γυναικών από τους άντρες τους, κι ας ήταν νηστεία, κι απ' τα ανοιχτά παράθυρα ο Τζίμης συνεχώς μετρούσε αναστεναγμούς και βογκητά... Εκείνες τις μέρες έκανε άλλωστε κι ο Ταρνανάς την ύστατη προσπάθεια να κατακτήσει ξανά τη μαντμαζέλ Παλούκα· για χρόνια συζητιόταν στη γειτονιά τα όσα συνέβησαν το βράδυ της Ανάστασης του εβδομήντα έξι, άλλοτε με διάθεση ιλαρή κι άλλοτε επειδή μερικοί αναζητούσαν τα σημάδια του δαίμονα: αμέσως μετά το καθυστερημένο, όπως πάντα, Χριστός Ανέστη του παπα-Λεπ Ταιρ, άρχισαν όλοι να τσουγκρίζουν τα κόκκινα αυγά τους και με έκπληξη διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε ούτε ένα που να 'ταν βρασμένο· έτσι, τα χέρια και τα ρούχα όλων μας γέμισαν με κίτρινα γλοιώδη κροκάδια. Βέβαια, όλα τα είχαμε καταστρώσει εμείς, προκειμένου να δεχτεί η μαντμαζέλ τον έρμο τον Τζακ στο κρεβάτι της εκείνη τη νύχτα της Ανάστασης, καθώς το 'χε πει πως θα πλαγιάσει με αυτόν που θα σπάσει το αυγό της· κι όλα πήγαιναν καλά στο σχέδιό μας, η κυρία Δομένικα μας έστειλε στη γρια-Αλεξάνδρα, κι εκείνη, με αντάλλαγμα ένα επίχρυσο σκουλαρίκι, μας έδωσε το βότανο που θα 'κανε τα αυγά να μη σφίξουν στο βράσιμο της Μεγάλης Πέμπτης, κι εμείς το καταφέραμε να το ρίξουμε σ' όλες τις κατσαρόλες των γυναικών που έβραζαν αυγά, και στην κατσαρόλα της Παλούκας φυσικά. Όλα πήγαιναν καλά λοιπόν, ως τη στιγμή που ο Τζακ αποφάσισε να δράσει από μόνος του, κι άλλαξε στα κρυφά το αυγό που 'χε μισοβράσει στο μπρίκι του με το αυγό εκείνης, κι έτσι το βράδυ της Ανάστασης, μ' όλο που παραφύλαγε πλάι της και τσούγκρισε πρώτος μαζί της, το αυγό του έγινε θρύψαλα και του 'μεινε ο ωμός κρόκος στο χέρι. Κι έτσι, τους νίκησε όλους η μαντμαζέλ Παλούκα και κοιμήθηκε μόνη της, κι ας ήταν η βραδιά ιδανική για παράφορους έρωτες, όπως άλλωστε όλα τα βράδια εκείνου του Μαΐου. Ίσως γι' αυτό η δασκάλα μας ερχόταν τα πρωινά στο μάθημα με μαύρα μάτια και μας διάβαζε παράξενες ιστορίες για λυσσασμένες γυναίκες που ποθούσαν τρελά τους πιο φριχτούς δολοφόνους και που έκαναν τη φαντασία μας να οργιάζει. Ένα τέτοιο μεθυστικό βράδυ στα τέλη του Μαΐου πήγαμε για πρώτη φορά με τον παπα-Λεπ Ταιρ δίπλα στον κήπο της κυρίας Πανδώρας, εκεί που φώλιαζαν όλα τα τέρατα του κακού, και της κάναμε καντάδα. Την πρώτη Ιουνίου ο Πέτρος έδωσε στο δάσος το τρίτο του αγιούτο στο Νίφου, στο μαύρο Αφρικανό απ' το ιταλικό τσίρκο, που οι τσιγγάνοι της χαράδρας τον είχαν κάνει βασιλιά τους και τον λογαριάζαν για δαίμονα...

 

Η δεύτερη Τετάρτη του Ιουνίου ήταν η τελευταία μέρα του σχολείου για κείνη τη χρονιά. Ξεκινήσαμε το πρωί για να πάμε στο σχολείο μ' ένα ανάμεικτο συναίσθημα· επιτέλους είχε έρθει το πολυπόθητο καλοκαίρι και για μας, ο καιρός των καρπών της λήθης και της απόλυτης ευδαιμονίας· μα τώρα που είχε φτάσει δε μας χαροποιούσε τόσο, όσο όταν το περιμέναμε, μπορώ να πω πως μάλλον μας κύκλωνε ένας ακαθόριστος φόβος, ίσως γιατί τις παιδικές ψυχές μας τις διαπερνούσε υποσυνείδητα η υποψία αυτού που χρόνια αργότερα θα μας έλεγε ένα βράδυ ο κάτωχρος Μαξιμιλιανός: «η ωραιότερη αύρα του καλοκαιριού μας θα είναι η απαλή ανάσα του θηρίου μια στιγμή πριν μας κατασπαράξει...». Ήμασταν κάπως μουδιασμένοι λοιπόν εκείνο το πρωινό, μπήκαμε στην τάξη με σκυφτό το κεφάλι, καθίσαμε στις καρέκλες μας, κάναμε τη σιωπηλή προσευχή μας· από την έδρα η κυρία Δομένικα μας κοίταζε χαμογελώντας μελαγχολικά. Κάποτε μπήκε στην τάξη, τάχαμου φουριόζος, ο Κερατένιος, έχοντας φορέσει στο πρόσωπό του ένα γλοιώδες χαμόγελο (από τη μέρα που 'χε πάει να βάλει το Μανόλη να πει με το στανιό την προσευχή, δεν είχε ξανάρθει μες στην τάξη — προφανώς είχε φοβηθεί τόσο την κυρία Δομένικα, που την απέφευγε συστηματικά). Μπήκε λοιπόν στην τάξη, αποφασισμένος να τελειώσει όσο γίνεται πιο γρήγορα, μην τυχόν και του ρίξει τη φοβερή ματιά της η δασκάλα μας και τον αφήσει στον τόπο, άνοιξε το χαρτοφύλακά του και μας μοίρασε βιαστικά τα ενδεικτικά μας· στον καθένα μας έλεγε κι από ένα «εύγε», γουρλώνοντας τα μάτια του σαν χαζός — είχαμε πάρει όλοι μας τον ίδιο βαθμό, ακόμη κι ο Κούλης, δέκα άριστα, μα ούτε που μας ένοιαζε διόλου. Κι έπειτα, πισωπατώντας προς την πόρτα, είπε κάτι ακαταλαβίστικα λόγια, κάτι σαν κήρυγμα, μας ευχήθηκε καλό καλοκαίρι και τσακίστηκε να φύγει. Εκείνη μας μίλησε τρία λεπτά αργότερα: «το σχολείο τέλειωσε για φέτος· θα ξαναρχίσουμε με τις πρώτες βροχές...» είπε με τη γλυκύτατη φωνή της και μ' έναν ανεπαίσθητα πιο σκληρό τόνο συνέχισε: «στη ζωή όλα τελειώνουν· από όσα βλέπετε γύρω σας και ζείτε κάθε μέρα τίποτε δε θα κρατήσει για πάντα... Μόνο ο φόβος δεν τελειώνει ποτέ...». Τότε μίλησε ο Σώτερ και ρώτησε —σύμπτωση άραγε;— το ίδιο που 'θελα να ρωτήσω κι εγώ: «κι η αγάπη, κυρία;»· η κυρία Δομένικα έμεινε για μια στιγμή σκεφτική κι έπειτα είπε: «το σχολείο τέλειωσε· αν θέλετε, πάμε στις μαργαρίτες...».

 

«Αγάπη που δεν τελειώνει ποτέ δεν είναι αγάπη...» είπε με σταθερή φωνή μόλις καθίσαμε γύρω της οκλαδόν, εκεί, γύρω από τις μαργαρίτες, κάτω από το φαλακρό ύψωμα, όπου η φλαμουριά μας είχε πετάξει τα πρώτα της φύλλα. Ο ήλιος ήδη έκαιγε για τα καλά· «η αγάπη που δεν τελειώνει ποτέ είναι φόβος...» συνέχισε η δασκάλα μας ξεφυσώντας, «μόνο ο φόβος είναι αιώνιος και βγαίνει πάντοτε νικητής...». «Δηλαδή όλα τα υπόλοιπα τελειώνουν;» επέμενε ο Σώτερ· εκείνη τον κοίταξε για μια στιγμή χαμογελώντας κι έπειτα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Μα, κυρία, τότε τελειώνει κι η ομορφιά...» διαμαρτυρήθηκε ο Μανόλης· η κυρία Δομένικα έβαλε τότε τα γέλια «μα φυσικά και τελειώνει, αυτό δα έλειπε... άμα δεν τέλειωνε, δε θα 'ταν ομορφιά...», «...θα ήταν φόβος...» συμπλήρωσε ο Όττος. Εκείνη τον κοίταξε με θαυμασμό, «μπράβο, Όττο» αναφώνησε ενθουσιασμένη, «αυτό ακριβώς θα ήταν: φόβος...». Έγινε τότε σιωπή· η κυρία Δομένικα μας γύρισε με το βλέμμα της: ήμασταν όλοι μάλλον δυσαρεστημένοι με την εξέλιξη της κουβέντας. Τότε μίλησα εγώ: «...δηλαδή, κυρία, τίποτε από εμάς δε θα μείνει για πάντα;»· η δασκάλα μας πήρε βαθιά ανάσα πριν απαντήσει: «σας νοιάζει, λοιπόν, και σας αυτό το “για πάντα”... Κι όμως, ό,τι είναι ωραίο στη ζωή είναι επειδή δεν ανήκει σε αυτό το “πάντα”... για σκεφτείτε το, οι χαρές της σάρκας, η άνοιξη, η ομορφιά, ο αγώνας, τα όνειρα, ακόμα κι η ίδια η ζωή μας, η δική μου και η δική σας, όλα αυτά γιατί άραγε αξίζουν, γιατί τα κυνηγάμε και παραδινόμαστε σ' αυτά σαν μαγεμένοι;». Άφησε να περάσει μισό λεπτό για να συνεχίσει· όλοι κρεμόμασταν από τα χείλη της: «...αξίζουν γιατί ξέρουμε πως κάποτε θα τελειώσουν, αξίζουν γιατί κάπου βαθιά μέσα μας το νιώθουμε πως ποτέ δε θα τα κερδίσουμε οριστικά, πως είναι περαστικά, εφήμερα, μάταια, πως γεννιούνται για να γίνουν στάχτη και να σκορπίσουν στους ανέμους· κι όμως, αυτά περιμένουμε μέρα και νύχτα, γι' αυτά πολεμούμε και σκοτώνουμε ξεχειλίζοντας τα ποτάμια με αίμα, διαμελίζοντας σώματα, βγάζοντας μάτια, κόβοντας γλώσσες, τρώγοντας καρδιές... όλα γίνονται για μια υπέροχη ματαιότητα, για τίποτε άλλο...». Τα μάγουλα της δασκάλας μας είχαν αναψοκοκκινίσει· τα μάτια της είχαν σκουρύνει, ήταν πολύ όμορφη στο φως του πρωινού ήλιου, καθώς μας μιλούσε για τη ματαιότητα: «...όμοια με τα υπόλοιπα χάνεται κι η αγάπη, ακόμη κι η πιο δυνατή κι η πιο παράφορη· είναι μια φωτιά που καίει την ψυχή, το νου, τη σάρκα, τον κόσμο ολόκληρο... Καίγονται μόνο όσοι το θέλησαν πολύ, λιώνουν οι σάρκες και τσιτσιρίζουν οι ψυχές· κι έπειτα η φωτιά σβήνει... Όσο για την αιωνιότητα, αυτήν βγάλτε την απ' το μυαλό σας και μην προσπαθείτε να την κατακτήσετε· η αιωνιότητα ανήκει μόνο στο θάνατο κι είναι γεμάτη με στάχτες χαμένων αγώνων, παράφορων ερώτων, παράλογων ανοίξεων και ακραίας αγάπης, η αιωνιότητα είναι γεμάτη με στάχτες και φόβο· για να την κυνηγήσεις, πρέπει να είσαι πλασμένος από αυτά τα δυο κι όχι από ψυχή και σάρκα...». Κι αυτή την τελευταία πρόταση η δασκάλα μας την είπε κάπως ξεψυχισμένα και μάλλον πρέπει να της ξέφυγε, γιατί αμέσως μετά έβαλε την παλάμη της στο στόμα, θαρρείς και προσπαθούσε έτσι να σταματήσει τη γλώσσα της από το να πει κι άλλα που ίσως δεν έπρεπε να ακούσουμε· ποιος ξέρει, ίσως να 'χαν σχέση με το παράξενο μυστικό της... Ο ήλιος έλαμπε τόσο πολύ, που τα χρώματα γύρω μας είχανε ξεθωριάσει· το καλοκαίρι είχε έρθει λοιπόν κι οι έρωτές μας θα ήταν για πάντα μάταιοι... Τότε η κυρία Δομένικα ψιθύρισε: «ελάτε κοντά μου...». Μια ύπουλη ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα μου· σηκωθήκαμε και γονατίσαμε μπροστά της φτιάχνοντας ένα ημικύκλιο· τα πρόσωπά μας απείχαν από το πρόσωπό της λίγα εκατοστά. Εκείνη χαμογέλασε παράξενα και κατόπιν σήκωσε το δεξί της χέρι κι έκανε μια κυκλική κίνηση, αγγίζοντας για μια στιγμή το αριστερό μάγουλο του καθενός μας· ένιωσα έναν οξύ πόνο στο δέρμα, λες κι είχε ξυράφι στην άκρη των δαχτύλων της, μα αμέσως μετά φύσηξε ηδονικά ένα απαλό αεράκι γεμάτο ευωδιές που με γέμισε αγαλλίαση. Ο Γιώργος ήταν ο τελευταίος του ημικύκλιου· την ώρα που το χέρι εκείνης έφτασε να αγγίξει και το δικό του μάγουλο, το έπιασε δυνατά απ' τον καρπό με τη δεξιά παλάμη του σταματώντας το... Η δασκάλα μας τον κοίταξε απορημένη. Έμειναν έτσι ακίνητοι για αρκετή ώρα· κανείς τους δεν ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του. Όταν ο φίλος μας μίλησε, η φωνή του έμοιαζε με τα παραληρήματα του κοιμισμένου Τζακ: «εγώ είμαι πλασμένος από στάχτες και φόβο και θα σ' αγαπώ για πάντα...» της είπε κι έπειτα σηκώθηκε κι έφυγε με σταθερό βήμα.