θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 17ο

 

 

 

 

 

 17.

 

Το γλυκό βατόμουρο

 

 

 

Εκείνες τις πρώτες μέρες του παγερού Φλεβάρη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι δεν μπορέσαμε να κοιμηθούμε κανονικά ούτε ένα βράδυ, καθώς ήταν ο καιρός που αρχίσαμε να το συνειδητοποιούμε πια για τα καλά πως η δασκάλα μας δεν ήταν μια κανονική γυναίκα σαν τις άλλες, τις μανάδες μας, τις θειες μας κι όλες τις υπόλοιπες, και πως η ζωή της οριζόταν από σκοτεινές, υποχθόνιες, ίσως και διαβολικές δυνάμεις, που στα σίγουρα μας ξεπερνούσαν όλους... Ωστόσο, μόλις πέρασαν οι πρώτες εβδομάδες, αρχίσαμε σιγά σιγά να το συνηθίζουμε κάπως το μυστικό που περιέβαλλε την κυρία Δομένικα — κατά κάποιον τρόπο το αφομοιώσαμε, χωρίς φυσικά να το κατανοήσουμε, κάνοντάς το ασυνείδητα μέρος του ανήσυχου ύπνου μας και των εφιαλτών μας. Όχι ότι δεν το φοβόμασταν ή ότι δεν το συλλογιόμασταν τα βράδια μες στο σκοτάδι ή όποτε ακούγαμε από τις μαμάδες μας κουβέντες για τον πονηρό ή για την αμαρτία, απλώς όσο περισσότερο τη ζούσαμε, η ομίχλη του μυστικού της γινόταν για μας μια αλλόκοτη καθημερινότητα, και το πεθαμένο κόκκινο των σκασμένων χειλιών της σιγά σιγά προκαλούσε όλο και περισσότερο την ψυχή μας σε ένα ακαθόριστα θελκτικό μα επικίνδυνο ταξίδι στην απαγορευμένη ζώνη... Κι έτσι, όταν στις είκοσι εννιά του Φλεβάρη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι, δηλαδή τη δίσεκτη μέρα εκείνης της χρονιάς, ήρθε στην τάξη φέρνοντας μαζί της ένα μαύρο χωνί γραμμοφώνου και μας είπε με ύφος επίσημης ανακοίνωσης πως τρεις από μας παλεύουν για την αγάπη της ίδιας γυναίκας, εννοώντας βέβαια των έρωτα των τριών ορκισμένων για την κυρία Πανδώρα, κανείς δεν απόρησε ιδιαίτερα, μας φάνηκε φυσιολογικό που η δασκάλα μας τα ήξερε όλα όσα είχαν γίνει εκείνο το βράδυ της πρώτης Φεβρουαρίου στο νταμάρι απέναντι απ' το σπίτι της Φρόσως. Μόνο οι τρεις ενδιαφερόμενοι —εγώ, ο Μεγάλος Πρόδρομος κι ο Σώτερ— νιώσαμε ένα δυνατό φτερούγισμα στην καρδιά, καθώς κάποιο λόγο θα είχε η κυρία Δομένικα κι έκανε έτσι αιφνιδιαστικά λόγο για μας και για τη μάγισσα με τα μαύρα μάτια... Πράγματι, το μεσημέρι εκείνης της μέρας, πήρε εμάς τους τρεις στις μαργαρίτες κι άκουσε τις καρδιές και των τριών με το μαύρο χωνί — δεν τολμήσαμε να ρωτήσουμε πού το 'χε βρει. Όταν άκουσε την καρδιά τη δικιά μου, είπε: «...χτυπά σαν αετός που μισεί...»· όταν άκουσε την καρδιά του Μεγάλου Πρόδρομου, είπε: «...χτυπά σαν σκαντζόχοιρος που φοβάται...»· όταν άκουσε την καρδιά του Σώτερ, χαμογέλασε κι είπε: «...χτυπά σαν βήμα λύκου προς το πεπρωμένο...». Τότε εγώ, μην αντέχοντας τα σκοτεινά λόγια της, τη ρώτησα σχεδόν φωνάζοντας: «ποιανού χτυπά πιο δυνατά;»· εκείνη χαμογέλασε κι έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα, που μας φάνηκαν ατέλειωτα, απάντησε με απόλυτη φυσικότητα: «...ρωτήστε το χωνί· αυτό ξέρει, εγώ απλώς άκουσα...».

 

Και βέβαια τα όσα έγιναν εκείνο τον καιρό ανάμεσα στους τρεις μας και στην κυρία Πανδώρα είναι μια άλλη ιστορία — κι αν σου μίλησα για το μαύρο χωνί με το οποίο άκουσε η κυρία Δομένικα τις καρδιές μας, το έκανα για να σου πω ότι η μαύρη γύρη του εφιάλτη της κοκκίνιζε και το δικό μας σβέρκο κι ας μην ξέραμε ακόμη τίποτε για εκείνον τον εφιάλτη... Κι όταν, παραμονή του Ευαγγελισμού, ρωτήσαμε τη δασκάλα μας «κυρία, ποιος είναι αυτός ο εφιάλτης;», εκείνη έβαλε τα γέλια και μας είπε πως εφιάλτης είναι κάποιος που γνωρίζει καλά όλα τα κατατόπια... Ήταν μια από τις πρώτες ξάστερες βραδιές εκείνης της χρονιάς με τον ασυνήθιστα μακρύ χειμώνα, και η κυρία Δομένικα είχε έρθει απρόσμενα στο νταμάρι απέναντι απ' το σπίτι της Φρόσως κρατώντας ένα μεγάλο βάζο· καθόμασταν σιωπηλοί και βαριεστημένοι, όταν με έκπληξη είδαμε στο φως του φεγγαριού τη σιλουέτα της να πηδά το φράχτη του νταμαριού, ποτέ δεν της είχαμε πει πως συχνά τα βράδια πηγαίναμε εκεί πέρα. Όταν ανέβηκε στην ταράτσα, μας είπε «έφτιαξα γλυκό βατόμουρο και σας έφερα να δοκιμάσετε...». Εκείνο το βράδυ στ' αλήθεια μεθύσαμε με το γλυκό βατόμουρο· η δασκάλα μας είχε φέρει μαζί της κι ένα ασημένιο κουταλάκι που γύριζε από χέρι σε χέρι· πριν σβήσει η απερίγραπτη γλύκα της πρώτης κουταλιάς στο στόμα μου, το κουταλάκι είχε περάσει από όλους και βρισκόταν και πάλι στο χέρι μου, και αυτό έγινε ξανά και ξανά, ενώ το γλυκό απ' το βάζο δεν τέλειωνε... Μετά την εικοστή κουταλιά για τον καθένα μας ο κόσμος από γύρω μας είχε χαθεί, το φεγγάρι είχε λιώσει σαν κερί, ο μαύρος θόλος είχε πλησιάσει κοντά μας κι ο νους μας βρισκόταν σε μια απίστευτη υπερδιέγερση, καθώς για κάθε λέξη που ακούγαμε εμφανιζόταν μπροστά μας και μια απίστευτη εικόνα. Έτσι, όταν ο Σώτερ ρώτησε την κυρία Δομένικα για τον εφιάλτη, είδα μπροστά μου ένα μαύρο τέρας, κάτι σαν σαύρα με σιδερένια φτερά, κι έπειτα, όταν εκείνη μίλησε για κάποιον που γνωρίζει καλά τα κατατόπια, το τέρας μεταμορφώθηκε· έγινε ένας σκύλος με κοντά πόδια κι αυτιά λαγού. Κι όταν η δασκάλα μας συμπλήρωσε, πάντοτε γελώντας, «είναι κάποιος τόσο γλυκός που ποτέ δεν κάνει λάθος...», τότε είδα ένα τεράστιο βάζο που νόμιζα πως είχε γλυκό βατόμουρο, μα, καθώς πλησίαζα το χέρι μου, ξαφνικά πετάχτηκε από το στόμιό του μια διχαλωτή γλώσσα... Μια κραυγή φόβου μού ξέφυγε τότε κι έπειτα με έπιασε ένα παράλογο νευρικό γέλιο, ίσως γιατί υποσυνείδητα ήθελα να διώξω το φόβο· ωστόσο οι εικόνες εκείνης της παραίσθησης δε σταμάτησαν, ίσα ίσα, άρχισαν να εναλλάσσονται όλο και πιο γρήγορα, ήμουνα πια μες στον τρομερό καταρράχτη της νύχτας και το γλυκό βατόμουρο έφραζε το στόμα και τα ρουθούνια μου και δε μ' άφηνε να ανασάνω, μα τι πείραζε; Κάποτε, δεν ξέρω πόση ώρα υστερότερα, ένιωσα τον άνεμο να χαϊδεύει τα μάγουλά μου κι αμέσως τα πάντα ξεκαθάρισαν. Πήρα βαθιά ανάσα, ο αέρας μύριζε θειάφι. Έτριψα τα μάτια μου και κοίταξα τους άλλους γύρω μου. Με κοιτούσαν κι αυτοί με έκπληκτα γουρλωμένα μάτια· ήταν φανερό πως δεν ήμουν μόνος μες στην παραίσθηση. Η κυρία Δομένικα δε γελούσε πια, ήταν όρθια και στεκόταν στην άκρη της ταράτσας κι έλεγες πως προσπαθούσε ν' ακούσει τον άνεμο. «Σήμερα άρχισε πιο νωρίς... πρέπει να φύγω...» ψιθύρισε κάποτε και χωρίς να πει άλλη κουβέντα έκανε ένα βήμα μπροστά κι έπειτα εξαφανίστηκε, ίσως πήδησε στο κενό από ύψος δυο ορόφων χωρίς να πάθει τίποτε, ίσως πάλι να έγινε ένα με τη μαρτιάτικη νύχτα σαν τη γυναίκα-σκιά στο καλειδοσκόπιο του Τζακ...

 

Δεν ξέρω πώς καταφέραμε να γυρίσουμε στα σπίτια μας εκείνο το βράδυ, ούτε και θυμάμαι αν η μάνα μου με περίμενε έξαλλη στην εξώπορτα ούτε καν αν μ' έδειρε — στα σίγουρα αυτό θα 'γινε καθώς είχα αργήσει τουλάχιστον τρεις ώρες... Το πρωί της επομένης στο μυαλό μου όλα έμοιαζαν μ' ένα θολό όνειρο. Μα την ώρα που η μαμά μού φορούσε το άσπρο μου πουκάμισο (είχαμε γιορτή εκείνη τη μέρα κι ο Κερατένιος μάς είχε πει να πάμε στο σχολείο με τα καλά μας), ένιωσα μια παράξενη γλύκα να ανεβαίνει στο στόμα μου: ήταν το γλυκό βατόμουρο της προηγούμενης νύχτας που, θαρρείς κι ήταν κάποιο ζωντανό πλάσμα, γύρευε αργά αργά να βγει έξω απ' το στόμα μου... Μ' έπιασε τρόμος και αηδία, μα κρατήθηκα μέχρι η μαμά μου να με χτενίσει και να βγω απ' την πόρτα. Τότε το γλυκό άρχισε να κυλάει από τα χείλια μου στο πιγούνι μου και μετά στο λαιμό μου... Μέχρι να φτάσω στην αλάνα του σχολείου, είχε γεμίσει το πουκάμισο και το παντελόνι μου κι έσταζε απ' τα μπατζάκια μου· ωστόσο δεν αισθανόμουν άσχημα πια, μονάχα απορούσα πώς χώρεσε τόσο γλυκό στην κοιλιά μου. Στην αλάνα με περίμενε μια ακόμη έκπληξη: όλοι οι φίλοι μου ήταν πασαλειμμένοι με γλυκό βατόμουρο όπως εγώ... Όταν ακούστηκε το καμπανάκι με κυρίευσε μια ανεξήγητη χαρά· ας έλεγε ό,τι ήθελε ο Κερατένιος για το λερωμένο μου πουκάμισο, είχα κρατήσει για μια νύχτα στο στομάχι μου την κομμένη διχαλωτή γλώσσα του πιο θελκτικού και συνάμα του πιο μιαρού τέρατος, και δεν ήταν λίγο αυτό... Και —ω του θαύματος— όταν σταθήκαμε στη γραμμή, ο Κερατένιος βλέποντάς μας είπε χαμογελώντας γλυκύτατα —λες και του 'χαν κάνει μάγια— «τι όμορφα πουκάμισα που φοράτε σήμερα!»· δίπλα του η κυρία Δομένικα μας έκλεισε το μάτι. Δε θυμάμαι πολλά πράγματα απ' τη γιορτή· στο τέλος μόνο, όταν τα παιδιά της τετάρτης τραγούδησαν ένα τραγούδι όλο παλμό και πάθος, κι ενώ είχε μόλις φυσήξει ένα ελαφρύ αεράκι, εμείς, χωρίς καμιά συνεννόηση, θαρρείς και μας διέγειρε ομαδικά το απαλό χάδι του ανέμου στα μάγουλά μας, βγήκαμε και οι δεκαπέντε απ' τις σειρές μας κι ο ένας πίσω απ' τον άλλον κάναμε μια παράξενη παρέλαση γύρω απ' την αλάνα... Όταν τέλειωσε το τραγούδι, εμείς περπατούσαμε ακόμη· πίσω μας αφήναμε μια γραμμή απ' το γλυκό βατόμουρο που έτρεχε απ' τα μπατζάκια μας... Κάποτε φτάσαμε μπροστά στους υπολοίπους που μας κοιτούσαν μ' ανοιχτό το στόμα· ο Όττος που πήγαινε πρώτος προχώρησε προς τον Κερατένιο και τον αγκάλιασε. Το άσπρο πουκάμισο του διευθυντή μας, εκεί στο ύψος της κοιλιάς, γέμισε γλυκό βατόμουρο, έμοιαζε σαν να τον είχε μαχαιρώσει κάποιος· μα ο Κερατένιος χαμογελούσε ευτυχής — ποιος ξέρει τι μάγια τού 'χε κάνει η δασκάλα μας εκείνη τη μέρα... Η γιορτή τέλειωσε μέσα σε ένα παραλήρημα χαράς, ενθουσιασμού και χειροκροτημάτων, λες κι είχε κερδηθεί ο αγώνας της άνοιξης. Κι όταν πήγαμε αμέσως μετά στα Βαρέλια για να απολαύσουμε την αίσθηση του γλυκού που κολλούσε στο στήθος, στις μασχάλες και στα σκέλια μας, τότε φάνηκε ο μαύρος σκύλος της κυρίας Πανδώρας κι είχε ανάμεσα στα δόντια του ένα μαύρο κρίνο...