θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 16ο

 

 

 

 

 

 16.

 

Το τραγούδι του Φεβρουαρίου

 

 

 

Το μεσημέρι της πρώτης Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι, μια ώρα αφότου ο Σώτερ φανερώθηκε πως αγαπούσε κι αυτός την κυρία Πανδώρα, κι ενώ είχε μόλις αρχίσει ένα ξαφνικό πυκνό χιόνι με ψιλές νιφάδες, η κυρία Δομένικα μπήκε αναψοκοκκινισμένη και φουριόζα στην τάξη· έμοιαζε στ' αλήθεια ενθουσιασμένη, περίμενε ανυπόμονα να προσευχηθούμε, και πάνω στα δυο λεπτά μάς είπε με χαρούμενη φωνή: «σήμερα θα μάθουμε ένα τραγούδι για τον Κουτσοφλέβαρο...». Στη στιγμή πήρε την κιμωλία κι άρχισε να γράφει με πλάγια καλλιγραφικά γράμματα· σ' ένα λεπτό είχε γεμίσει το μαυροπίνακα λέξεις, τις οποίες φυσικά εμείς δεν μπορούσαμε να διαβάσουμε — δεν ήμασταν ακόμη τόσο προχωρημένοι στην ανάγνωση. «Θα σας το τραγουδήσω μια φορά μονάχα» είπε ξαναμμένη μόλις τέλειωσε το γράψιμο στον πίνακα· στο λαιμό της φορούσε μια κόκκινη κορδέλα, έμοιαζε μεταξωτή. «Μα, κυρία, δεν μπορούμε να διαβάσουμε αυτό που μας γράψατε...» είπε διστακτικά ο Μανόλης· «δεν πειράζει» απάντησε με νεύρο εκείνη, «...αν θέλετε στ' αλήθεια να το θυμάστε, σας φτάνει να το ακούσετε μια φορά μονάχα...». Και πριν προλάβουμε να πούμε οτιδήποτε άλλο, η δασκάλα μας άρχισε να τραγουδά· η φωνή της ήταν αλλόκοτα βραχνή, σαν να 'χε κλείσει ο λαιμός της απ' τον ακατανόητο για μας ενθουσιασμό της —και τι έγινε δηλαδή που ήταν η πρώτη μέρα του Φλεβάρη, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς—, τα μάτια της, υγρά και γουρλωμένα, κοιτούσαν με παραφορά κάτι πίσω απ' τις πλάτες μας, θαρρείς κι έβλεπε στο σκασμένο τοίχο της τάξης ένα αλλόκοτο όραμα (ίσως αυτό που βρήκαμε γραμμένο στο δεύτερο από τα κόκκινα τετράδιά της: μια χλωμή κοπέλα που ξεπετιόταν ολόλαμπρη μέσα από το στόμα ενός φριχτού τέρατος): «Φλεβάρη κουτσοφλέβαρε, πόσο σε καρτερούσα, για να φιλήσω έξαλλα τα χείλη που ποθούσα· κι ήρθες φορώντας στο λαιμό την κόκκινη κορδέλα κι άνθισες τις αμυγδαλιές επάνω στην Κουπέλα, κι έφερες τον καρνάβαλο και κρέμασες τις χάντρες και ξάναψες τις κοπελιές και φούντωσες τους άντρες και σε χορό τούς έσυρες κι όλο κρασί κερνούσες κι όλους τους εξελόγιασες κι όλους τους εμεθούσες· και μένανε που 'μαι μοναχός κι ερωτοχτυπημένος, Φλεβάρη κουτσοφλέβαρε, με πλήγωσες και φέτος...». Και πράγματι, το τραγούδι αυτό χαράχτηκε στη μνήμη μας με κείνη τη μια φορά που η κυρία Δομένικα μας το τραγούδησε το μεσημέρι της πρώτης του Φεβρουαρίου του εβδομήντα έξι, ενώ ήδη το ψιλόστρωνε στην αλάνα μας... Βέβαια, όταν, το ίδιο κιόλας μεσημέρι, σκεφτήκαμε τα όσα έλεγε εκείνο το τραγούδι με τον παράξενο ρυθμό (η δασκάλα μας έφυγε απρόσμενα από τη δεύτερη κιόλας ώρα λέγοντάς μας αινιγματικά «μην ξεχάσετε να ξελογιαστείτε αυτόν το μήνα...», κι έπειτα πήγαμε στα Βαρέλια), όταν προσπαθήσαμε να καταλάβουμε, λοιπόν, τα λόγια του τραγουδιού της, το μυαλό μας γέμισε με μεγάλα κενά, με χάσματα, απ' όπου ξεπηδούσαν σκοτεινές απορίες, ανολοκλήρωτες υποθέσεις, άκρες νημάτων που οδηγούσαν σε λογής παράξενους εφιάλτες: πρώτα απ' όλα, ποιος ήταν ο άντρας του τραγουδιού που έμεινε μοναχός, ερωτοχτυπημένος και πληγωμένος από τον Κουτσοφλέβαρο, ποιος ήταν εκείνος ο τόπος με το μυστηριώδες όνομα «Κουπέλα», όπου επάνω εκεί άνθιζαν αμυγδαλιές, τι σήμαινε η κόκκινη κορδέλα στο λαιμό του Φλεβάρη ή γιατί έπρεπε να περιμένει κανείς αυτόν το ζεβζέκη μήνα για να φιληθεί έξαλλα με τα χείλη που ποθούσε, κι έπειτα θυμηθήκαμε και τα άλλα ανεξήγητα: το παλιό ασημένιο ρολόι που χάθηκε κάτω από το μαύρο μαντίλι, τις πασχαλιές που γεννήθηκαν μέσα από το αίμα του Σίμη και κατέληξαν σαν φίδι στο στόμα της την ώρα που τραγουδούσαμε τη φλαμουριά, τις ακατανόητες κουβέντες της, τη ματιά της που σούβλισε την πλάτη του Κερατένιου. Και καταλήξαμε πως υπήρχε κάτι πολύ πολύ μεγάλο, κρυμμένο βαθιά μες στην ψυχή της δασκάλας μας που, αλίμονο, όριζε το παρόν και το μέλλον της... Μα εκείνη τη μέρα εγώ, ο Σώτερ κι ο Μεγάλος Πρόδρομος δεν ήμασταν για περισσότερα, καθώς το ίδιο βράδυ ήταν να δώσουμε έναν ακόμη όρκο για την αγάπη της κυρία Πανδώρας. Όταν γύρισα στο σπίτι μου, το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει· σαν να μην έφτανε αυτό, από μια απερίσκεπτη κουβέντα μου για την Κουπέλα, η μαμά μου μου 'βαλε στο στόμα μαύρο πιπέρι... Κλείστηκα στο δωμάτιό μου με σβηστά τα φώτα· δεν ήθελα να σκέφτομαι τίποτε. Το βράδυ όμως, κι ενώ είχαν κοιμηθεί όλοι, αθόρυβος σαν τη γάτα, πήδησα από το μπαλκονάκι της πίσω πόρτας, έπεσα πάνω στο μαλακό χιόνι και τράβηξα για το νταμάρι απέναντι απ' της Φρόσως...

 

Οι μαύρες σκέψεις εκείνου του μεσημεριού ήταν μόνον η αρχή του αλλόκοτου λαβυρίνθου, στον οποίο μας οδήγησε το φοβερό μυστικό που κυβερνούσε τη ζωή της κυρίας Δομένικας· για τον επόμενο ενάμιση χρόνο το μυστικό αυτό δέσποζε στην παιδική μας φαντασία σαν ένα τέρας ίδιο με τη Λερναία Ύδρα, καθώς για κάθε ερώτημα που απαντιόταν ξεπηδούσαν δυο και τρία πολύ τρομακτικότερα και πιο φριχτά, τόσο που στο τέλος φτάσαμε να πιστεύουμε τους πιο ακραίους παραλογισμούς: λόγου χάρη, πιστέψαμε —κι εγώ τα πιστεύω ακόμη— πως ο ήλιος είναι μια τεράστια καραμέλα που γλυκύτερή της δεν υπάρχει, ή πως αυτό που κοκκινίζει τα μάγουλα των κοριτσιών, όταν χορεύουν τις καλοκαιρινές νύχτες γύρω από τη φωτιά, είναι το αίμα εκείνων που ο Μεγάλος Γύπας έφαγε την καρδιά τους την ώρα του πιο γλυκού ύπνου... Κι όταν δυο μέρες αργότερα ο Αγιούτος —βιαστικός όπως πάντοτε— πήγε να ξεδιαλύνει μια και καλή τα πράγματα, ρωτώντας την στα ίσια, την ώρα που τέλειωνε το μάθημά μας, κι ενώ έξω είχε μόλις πέσει το σκοτάδι «...κυρία, θα μας πεις το μυστικό σου;», εκείνη τον κοίταξε έκπληκτη, μα δεν τα 'χασε, κι αμέσως του αντιγύρισε: «...και πού ξέρεις εσύ τι θα πει μυστικό;»· εκεί ο Αγιούτος κόμπιασε λίγο κι έπειτα είπε χαμηλόφωνα: «να... άκουσα τη μαμά μου να λέει στη θεία μου για μια μυστική συνταγή του μπακλαβά...». Γελάσαμε με την κουβέντα του κι εκείνη πιο πολύ απ' όλους. Κι έτσι όπως ήταν γελαστή, άνοιξε την πόρτα και με απόλυτη φυσικότητα, λες και μας έλεγε καληνύχτα, είπε πριν χαθεί μες στην παγερή νύχτα: «...κι εγώ είμαι πλασμένη με τη συνταγή του διαβόλου». Αφού πέρασαν δυο βδομάδες που ψάχναμε με φόβο κι αγωνία κάποιον για να δώσει μια απάντηση στις απορίες μας, μοιραία καταλήξαμε ένα Σαββάτο βράδυ στον Ταρνανά. Εκείνος πάλι μας έβαλε να του τα πούμε όλα αναλυτικά επί μία ώρα, κι αφού μας άφησε άλλη μισή να τον περιμένουμε δήθεν να σκεφτεί, πίνοντας ένα μπουκάλι τσίπουρο που το 'χε κλέψει ο Βέλιας απ' το κελάρι του μπαμπά του, είπε τραυλίζοντας μεθυσμένα «δδδεν το ξέρετε... τα μμμυστικά θα μμμείνουν για πάντα μυσσστικά...». Κι έπειτα, προφανώς απ' αφορμής της κόκκινης κορδέλας που φορούσε ο Φλεβάρης στον ερχομό του, σύμφωνα με το τραγούδι της κυρίας Δομένικας, μας διηγήθηκε —όσο μπορούσε να διηγηθεί στην κατάστασή του—, μέχρι που τον πήρε ο ύπνος, μια παλιά ιστορία για μια πανέμορφη κοπέλα που τη σκοτώσανε με τρόπο φριχτό, κάποιος —άγνωστο ποιος— της έκοψε το κεφάλι ενώ αυτή κοιμόταν και το πήρε μαζί του, κι όμως, εκείνη, έντεκα χρόνια μετά το θάνατό της, εμφανίστηκε ολοζώντανη σ' ένα χορό Πρωτοχρονιάς έχοντας δεμένη στο λαιμό της μια κόκκινη μεταξωτή κορδέλα στο χρώμα του αίματος...