θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 14ο

 

 

 

 

 

 14.

 

Ξεριζωμένη ξύλινη καρδούλα

 

 

 

Το ίδιο κιόλας μεσημέρι εκείνης της εβδόμης Δεκεμβρίου εγώ κι ο Μεγάλος Πρόδρομος του τη συγχωρέσαμε του Γιώργου εκείνη την κουβέντα για την κυρία Πανδώρα: όταν φεύγοντας απ' το σχολείο τον είδαμε να κάθεται σαν χαμένος στα Βαρέλια, εκεί στο Μικρό Ρέμα, κατεβήκαμε κοντά του και χωρίς να πούμε τίποτε τσουγκρίσαμε ελαφρά τα κεφάλια μας με το δικό του για να ξεχαστεί ό,τι έγινε... Ο ίδιος όμως δεν το συγχώρεσε τόσο γρήγορα στον εαυτό του· ήτανε, βλέπεις, αυτό που του 'χε πει η κυρία Δομένικα που τον τυράννησε πάρα πολύ, κι έτσι για αρκετές μέρες δε μιλούσε ούτε σε μας ούτε βέβαια σε κείνη, κι όσο κι αν τον ρωτούσαμε πολλά και διάφορα —τις πιο πολλές φορές μόνο και μόνο για να τον εξαναγκάσουμε να σπάσει τη σιωπή του—, εκείνος απαντούσε μ' ένα νεύμα του κεφαλιού του πάνω ή κάτω. Πέρασαν δύο βδομάδες που η κατάσταση αυτή δεν άλλαζε, ώσπου έφτασε η μέρα που η κυρία Δομένικα μας μοίρασε τα δώρα μας για τα Χριστούγεννα, ήταν η εικοστή τρίτη του Δεκεμβρίου, τότε που θα κάναμε το τελευταίο μάθημα για το χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε. Όταν εκείνο το πρωινό ξυπνήσαμε, κι ενώ η καρδιά μας χτυπούσε σαν τρελή, είδαμε απ' τα παράθυρά μας αυτό που περιμέναμε εδώ και δυο μήνες, από τότε που ο Τζακ μάς είχε μιλήσει για τα γένια που ο Θεός ξυρίζει από τα μάγουλά του κάθε χειμώνα: χιόνιζε... Ως το μεσημέρι που πήγαμε στο σχολείο (είχαμε μάθημα στην απογευματινή βάρδια) το 'χε στρώσει για τα καλά· μάλιστα την ώρα που μπαίναμε στην τάξη, μόλις δηλαδή χτύπησε το καμπανάκι, κι αφού είχαμε παίξει για λίγο χιονοπόλεμο —κάνοντας ουσιαστικά προπόνηση για τη μεγάλη μάχη που συμφωνήσαμε να γίνει στο Μικρό Ρέμα την επομένη, αμέσως μετά τα καλαντίσματα—, την ώρα λοιπόν που μπαίναμε στην τάξη, ο Κούλης με το Βέλια ήρθαν από πίσω μου ύπουλα και έβαλαν γελώντας μέσα απ' την μπλούζα μου μια χιονόμπαλα και, φυσικά, άρχισα να πηδώ επάνω κάτω σαν παλαβός ώσπου να λιώσει, καθώς ένιωθα χιλιάδες βελόνες να μπήγονται στο σβέρκο και στην πλάτη μου... Κι όταν η κυρία Δομένικα μπήκε στην τάξη, ξεκαρδισμένη στα γέλια κι αυτή, έγινε το πιο απρόσμενο απ' όλα: στο δεξί της χέρι κρατούσε μια αφράτη χιονόμπαλα που την πέταξε με μιαν αστραπιαία κίνηση πάνω στο Γιώργο. Κι ήτανε πολύ καλή η ριξιά της· η χιονόμπαλα έσκασε πάνω στο κούτελο του Γιώργου και τα μαλλιά του γέμισαν άσπρες νιφάδες. Εκείνος πάλι την κοίταξε όχι με έκπληξη, ούτε βέβαια με θυμό, αλλά —αλίμονο— μ' ένα σακατεμένο βλέμμα βουβής ικεσίας· ήταν ολοφάνερο πως ο φίλος μας είχε πια σπάσει και ζητούσε βοήθεια. Τότε έγινε κάτι το υπέροχο: η κυρία Δομένικα προχώρησε προς το θρανίο του και κοιτώντας τον με απερίγραπτη τρυφερότητα του τίναξε τις νιφάδες του χιονιού απ' τα μαλλιά του. Τότε ο Γιώργος μίλησε για πρώτη φορά από το επεισόδιο της εβδόμης Δεκεμβρίου· η φωνή του έτρεμε, έλεγες από στιγμή σε στιγμή θα του κοπεί η ανάσα: «...Αν έκανες το κακό που δεν ξεγίνεται, τι ωφελεί κι αν το μετάνιωσες;... το μαχαίρι είναι πια μαχαίρι που μάτωσε, το χέρι έμαθε να χτυπά, o ουρανίσκος έμαθε τη γεύση του αίματος... Τι κι αν έγιναν όλα από λάθος, αφού έγιναν...», αυτά της είπε της δασκάλας μας ο Γιώργος και σταμάτησε, καθώς μπούκωσε σ' έναν πνιχτό λυγμό. Τότε η κυρία Δομένικα γονάτισε πλάι του και του σήκωσε το κεφάλι εξαναγκάζοντάς τον να την κοιτάξει κατάματα, «αν έδωσες μια μαχαιριά, χρωστάς ακόμη μια απ' την ανάποδη...» του είπε κι έπειτα συμπλήρωσε με πικρό χαμόγελο «...όχι βέβαια πως θα ρεφάρεις... απλά θα νιώσεις και στο άλλο σου μάγουλο το ανάλαφρο χάδι του εφιάλτη...». Και πριν καλά καλά τελειώσει την αινιγματική της φράση, έκανε μία κίνηση με το αριστερό της χέρι, που τόση ώρα το κρατούσε με τρόπο πίσω απ' την πλάτη της, κι άφησε, για φαντάσου, μια ακόμη χιονόμπαλα πάνω στο θρανίο του Γιώργου (και το πώς δεν είχε λιώσει τόση ώρα στην παλάμη της εκείνη η χιονόμπαλα ήτανε βέβαια ένα μυστήριο ακατανόητο για τη δική μας λογική). Όταν ο Γιώργος τη ρώτησε κοφτά «τι πα να πει “ρεφάρω”;», η δασκάλα μας ξέσπασε σε νευρικά γέλια και γυρίζοντάς του την πλάτη άρχισε να περπατά προς την έδρα· είχε φτάσει μπροστά απ' το μαυροπίνακα, όταν γύρισε έξαφνα και τον κοίταξε, «ρεφάρω θα πει κερδίζω αυτά που έχασα...» του είπε ξερά κι έπειτα συμπλήρωσε τονίζοντας μία μία τις λέξεις «...μα τούτο δε γίνεται· η χιονόμπαλα που θα πετάξεις δεν είναι αυτή που 'σκασε στο κεφάλι σου...». Και τότε εκείνος με μια κίνηση αστραπιαία της πέταξε θυμωμένος τη χιονόμπαλα, τη βρήκε κι αυτός κατακούτελα και σκόρπισαν στα μαλλιά της οι άσπρες νιφάδες του χιονιού. Ενώ εκείνη τη στιγμή εμείς παγώσαμε —δεν είναι και λίγο πράγμα ένας μαθητής να πετάξει μια χιονόμπαλα κατακέφαλα στη δασκάλα του, έστω κι αν εκείνη έκανε την αρχή—, αμέσως η κυρία Δομένικα ξέσπασε σ' ένα νέο κύμα γάργαρου γέλιου και μας παρέσυρε κι εμάς μαζί της. Όλοι, χωρίς να ξέρουμε το λόγο της τόσης ευθυμίας, αφεθήκαμε σε ένα νευρικό ασταμάτητο ξεκάρδισμα, όλοι σου λέω, μόνο ο Γιώργος έμεινε αγέλαστος και σιωπηλός. Κι όταν κάποτε πάψαμε τα γέλια, ο φίλος μας σηκώθηκε και ανέβηκε όρθιος πάνω στην καρέκλα του κοιτώντας τη δασκάλα μας στα μάτια «να το ξέρεις, εγώ θα ρεφάρω...». Εκείνη την ώρα δεν ξέραμε ποιο ήταν το κακό που είχε κάνει ο Γιώργος και τον βασάνιζε τόσο πολύ και γι' αυτό απορήσαμε με την κουβέντα του αυτή. Το τι είχε συμβεί το μάθαμε ενάμιση μήνα αργότερα, το απόγευμα της δεύτερης ημέρας του Φεβρουαρίου του εβδομήντα έξι, δηλαδή το απόγευμα που ο Γιώργος έγινε κουμπάρος δικός μου και του Σώτερ και του Μεγάλου Πρόδρομου· τότε μας το είπε με δάκρυα στα μάτια πως το ίδιο βράδυ της μέρας που η κυρία Δομένικα του είπε πως δεν ξέρει να αγαπά, αυτός μαχαίρωσε με το μεγάλο μαχαίρι της κουζίνας το πάνινο αρκούδι που του 'χε φτιάξει η μάνα του λίγο καιρό πριν εγκαταλείψει αυτόν και τον πατέρα του, καθώς έφυγε μ' έναν πλανόδιο μικροπωλητή που 'φτιαχνε φυλαχτά και χάλκινα μπιχλιμπίδια και τα πουλούσε στις λαϊκές...

 

Εκείνη την ημέρα κάναμε τελικά μόλις δυο ώρες μάθημα, δηλαδή τι μάθημα· την πρώτη ώρα, αφού η δασκάλα μας κι ο Γιώργος πέταξαν αναμεταξύ τους χιονόμπαλες κι είπαν όσα είπαν, τραγουδήσαμε όλοι μαζί το πασίγνωστο τραγούδι για το μοναχικό έλατο, που τόσο μας άρεσε και που μας το είχε μάθει μια βδομάδα νωρίτερα, όταν στολίζαμε την τάξη μας (βάλαμε γιρλάντες στα παράθυρα και κολλήσαμε κάτι κακότεχνα κακορίζικα αστέρια στο μαυροπίνακα, τα 'χαμε φτιάξει όπως όπως ο Βέλιας, ο Αγιούτος κι εγώ από χρυσόχαρτο· ο Λόλεψ θα ερχότανε σε τέσσερα χρόνια...). Κι όταν μετά το ασυνήθιστα μακρύ διάλειμμα —το χιόνι, βλέπεις— μπήκαμε στην τάξη αναψοκοκκινισμένοι από το χιονοπόλεμο για τη δεύτερη ώρα του τελευταίου μαθήματος του χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε, η κυρία Δομένικα έβγαλε μέσα από την τσάντα της ένα μικρό πάνινο σάκο, τον άφησε πάνω στην έδρα και μας ρώτησε με ύφος τάχα αδιάφορο: «μην ξέρετε ποιος ξερίζωσε την καρδιά του και τη μοίρασε στους πεινασμένους;»· μείναμε τότε σιωπηλοί και αμήχανοι· φυσικά δεν ξέραμε κανέναν που να ξερίζωσε την καρδιά του και μόλις το ακούσαμε από το στόμα εκείνης μας έπιασε ένα ύπουλο σφίξιμο στο στήθος. Τότε η κυρία Δομένικα έγειρε το σώμα της πάνω στην έδρα, κι αφού πήρε βαθιά ανάσα, άρχισε με ουδέτερη φωνή να μας διηγείται αυτή την αλλόκοτη ιστορία που δεν την ξανάκουσα ποτέ ούτε και τη διάβασα στο μαύρο βιβλίο που λένε πως λυτρώνει την ψυχή απ' τη θλίψη:

 

«Κάποτε εκείνος που ονόμαζε τον εαυτό του γιο του ανθρώπου συνάντησε έξω απ' τη Χεβρώνα ένα μεγάλο καραβάνι με άντρες και γυναικόπαιδα που 'χαν σταματήσει σε μια πηγή με λιγοστό νερό. Τα μωρά έκλαιγαν, καθώς τα στήθη των μανάδων τους είχανε ξεραθεί, τα παιδιά ήταν σκελετωμένα, τα μάτια των αντρών είχαν αδειάσει απ' την απόγνωση. Κι όταν ο γιος του ανθρώπου πήγε να πιει λίγο νερό περνώντας απ' ανάμεσά τους, ούτε ένας δεν του 'δωσε σημασία μήτε καν έστρεψε κανείς το βλέμμα προς το μέρος του· τότε εκείνος ρώτησε κάποιον γέρο που ξαπόσταινε κοντά στην πηγή γιατί ξενιτεύτηκαν. Ο γέρος άρχισε να του μιλά αργά και κομπιάζοντας: «αν είχες νιώσει, ξένε, εκείνο το φριχτό μούδιασμα που φέρνει στη ραχοκοκαλιά η πείνα, δε θα ρωτούσες... Δυο χρονιές τώρα ο Θεός μάς στέρησε το νερό του ουρανού, τα χωράφια μας ξεράθηκαν, τα ζώα μας ψόφησαν από ανεξήγητους πυρετούς κι όσα άντεξαν τα σφάξαμε για να χορτάσουμε για λίγο την πείνα μας. Κάποτε άρχισαν να αρρωσταίνουν τα παιδιά κι οι γεροντότεροι σαν και του λόγου μου· κι όποιος αρρώσταινε σε ένα μήνα το πολύ πέθαινε. Δεν περνούσε μέρα που να μην κλείνουμε κι από έναν τάφο. Έτσι, όσοι απομείναμε πήραμε την απόφαση να φύγουμε από το χωριό μας μήπως και βρούμε άλλον τόπο να ζήσουμε· βαδίζουμε δέκα μέρες μες στην έρημο και τρώμε σαύρες της άμμου. Ήδη στο δρόμο χάσαμε εννιά ψυχές· μα κι οι υπόλοιποι πόσο θ' αντέξουμε ακόμη; Ίσαμε να γεμίσει το μισό φεγγάρι θα 'μαστε όλοι μας τροφή για τα κοράκια...”. Όταν ο γέρος απόσωσε τη διήγησή του κι αδιάφορος για απάντηση έγειρε εξαντλημένος στο πλάι, προσπαθώντας να ξεγελάσει τον ύπνο, ο γιος του ανθρώπου είπε κοιτώντας στο κενό: “όσοι πεινάσατε ως τούτη την ώρα από αύριο θα είστε χορτασμένοι για πάντα...”. Στο άκουσμα αυτών των λόγων ένα παλικαράκι που ξάπλωνε λίγο πιο πέρα, θα 'ταν δε θα 'ταν δεκαοχτώ χρόνων, μισοσηκώθηκε στους αγκώνες του και ρίχνοντάς του μια απερίγραπτα περιφρονητική ματιά έφτυσε στο χώμα και του είπε με θυμό “λες ψέματα...”. Τότε ο γιος του ανθρώπου σηκώθηκε όρθιος και με σταθερή φωνή ζήτησε ένα μαχαίρι και έναν τσίγκινο δίσκο· κι ήτανε τόσο υποβλητικά γαλήνια η μορφή του, που σχεδόν αμέσως κάποιος άντρας που τον κρατούσαν ακόμη κάπως τα πόδια του πήγε ως την καρότσα με τα τεντζερικά και του 'φερε ό,τι ζήτησε. Εκείνος γύμνωσε το στήθος του κι ευθύς έμπηξε δύο μαχαιριές στην ίδια του τη σάρκα σε σχήμα Χι, κι έπειτα μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πεινασμένων έβαλε το δεξί του χέρι βαθιά μες στην πληγή και τραβώντας το απότομα ξερίζωσε την καρδιά του... Κι αφού απόθεσε και την καρδιά και το μαχαίρι στον τσίγκινο δίσκο, πήγε ως την πηγή και έπλυνε τα χέρια του απ' το αίμα. Οι πεινασμένοι, πάλι, βλέποντας ένα κομμάτι σπλάχνου μες στο δίσκο, συγκέντρωσαν και την τελευταία ικμάδα της δύναμής τους, κι έχοντας στα μάτια τους μία λάμψη που δε θύμιζε τίποτε το ανθρώπινο, όρμησαν στα μουγκά για να το φάνε· κι ο καθένας έκοβε ένα κομμάτι της καρδιάς με το μαχαίρι και το έτρωγε ωμό, μα η καρδιά δε λιγόστευε, έμενε πάντοτε η ίδια, όσα κομμάτια κι αν κόβονταν... Κι έτσι χόρτασε όλο το καραβάνι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, την πείνα τόσων ημερών, και η καρδιά ήταν ολόκληρη στον τσίγκινο δίσκο. Τότε αυτοί που πριν από λίγο ήταν πεινασμένοι, με πρόσωπα που ’χαν πάρει και πάλι ανθρώπινη έκφραση, πλησίασαν με βήμα διστακτικό προς εκείνον που καθόταν πλάι στην πηγή, και το παλικάρι, που λίγο πριν τον είχε βρίσει για ψεύτη, προχώρησε και γονάτισε μπροστά του και του είπε με λυγμούς: «συγχώρεσέ με, κύριε· εσύ είσαι στ’ αλήθεια αυτός που είσαι...». Και εκείνος που ονόμαζε τον εαυτό του γιο του ανθρώπου πάλεψε να σηκώσει όρθιο το παλικάρι, άγγιξε με το δάχτυλό του τα χείλη του, το μάγουλό του που ξάναψε από το άγγιγμα. Τότε ένας ψίθυρος γέμισε τον αέρα - κάτι σαν «γκάβλα, γκάβλα, γκάβλα»· το αγόρι δεν ήταν βέβαιο αν μίλησε εκείνος που είχε βγάλει την καρδιά του ή ήταν ένα φτερούγημα του νου, μια ανάσα του ανέμου. Κατόπιν ο ξένος σηκώθηκε όρθιος, πήρε απ’ το χώμα ένα μικρό κομμάτι ξεραμένου ξύλου, που ποιος ξέρει πώς είχε βρεθεί εκεί πέρα, και με το δεξί του χέρι το έμπηξε μες στην πληγή του, στη θέση της ξεριζωμένης του καρδιάς. Κι έπειτα έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω...».

 

Αυτή ήταν η ιστορία που μας διηγήθηκε η κυρία Δομένικα εκείνο το δεκεμβριάτικο μεσημέρι που χιόνιζε και, μόλις η δασκάλα μας τελείωσε κι απλώθηκε η σιωπή, νιώσαμε πως μας κατείχε ένα παράξενο συναίσθημα, κάτι ανάμεσα σε αποστροφή και συμπόνια, σε απορία και φόβο· κάποια στιγμή μάλιστα ο Τζίμης ρώτησε με χαμηλή διστακτική φωνή «...γίνεται, μωρέ, να 'χει κανείς τόσο μεγάλη καρδιά που να χορταίνει ένα ολόκληρο χωριό;», όμως εκείνη δεν του έδωσε καμιά απάντηση, μόνο του χαμογέλασε σηκώνοντας τους ώμους της, σαν να έλεγε: ό,τι ξέρω σας το είπα, παραπέρα μη με ρωτάτε... Τότε της έκανε κι ο Γιώργος μια ερώτηση με φωνή γεμάτη αγωνία: «...μπόρεσε αυτός ο γιος του ανθρώπου ν' αγαπήσει με την ξύλινη καρδιά ή μήπως όχι;»· η κυρία Δομένικα δε σήκωσε τους ώμους κι αυτή τη φορά, μόνο έσκυψε το κεφάλι της και απάντησε στο φίλο μας με μια χαμηλόφωνη ερώτηση που χτύπησε κατευθείαν στο στόχο, «...δηλαδή εσύ, άμα σου ξεριζώσουν την καρδιά, θα με ξεχάσεις;», αυτό τον ρώτησε και βέβαια ο Γιώργος έμεινε κοκαλωμένος να την κοιτά με ανοιχτό το στόμα... Και η δασκάλα μας, μη θέλοντας να δώσει την παραμικρή συνέχεια στον διάλογο αυτό, την αμέσως επόμενη στιγμή πήρε στα χέρια της το μικρό πάνινο σάκο που είχε αφήσει πάνω στην έδρα, κι αλλάζοντας τον τόνο της φωνής της, μας είπε με κέφι: «σας έφερα από ένα μικρό δώρο για τα Χριστούγεννα...». Και καθώς θα είδε τη χαρά για την αναπάντεχη τούτη έκπληξη να φωτίζει τα πρόσωπά μας, σήκωσε ψηλά το μικρό σάκο και συνέχισε: «...μέσα εδώ είναι δεκαπέντε ξύλινες καρδιές· θα περάσω απ' τα θρανία σας και ο καθένας από εσάς θα τραβήξει από μία... Εκείνη που μου διηγήθηκε την ιστορία που κι εσείς μόλις ακούσατε μου 'πε πως όποιος έχει επάνω του μια ξύλινη καρδιά από τούτες δε θα τον βρει τύχη κακή ή στεναχώρια... Αρκεί να ακουμπούν κι οι δεκαπέντε πάνω σε σάρκα...». Αμέσως η κυρία Δομένικα άρχισε να περνάει από θρανίο σε θρανίο και να προτείνει το μικρό σάκο στον καθένα από μας, κι εμείς, ανυποψίαστοι και πανευτυχείς, βάζαμε το χέρι μας μέσα σαν να τραβούσαμε λαχνό και παίρναμε στα τυφλά μια ξύλινη καρδιά, «την καρδούλα να την κρύψετε αμέσως κάτω απ' τον κόρφο σας να μην τη δει κανείς» μας είπε· μ' όλο που δεν καταλάβαμε προς τι η τόση μυστικότητα, κάναμε ακριβώς αυτό που μας ζήτησε εκείνη. Έτσι, και οι δεκαπέντε τραβήξαμε από το μικρό πάνινο σάκο από μια ξύλινη καρδιά ο καθένας και την κρύψαμε μες στον κόρφο μας. Σαν ένιωσα την αφή του κρύου ξύλου επάνω στο τρυφερό μου στέρνο, έξαφνα κατάλαβα πόσο, μα πόσο μεγάλη απελπισία χρειάζεται για να θερμάνεις μια ξύλινη καρδιά, να την κάνεις να μαλακώσει, να φουσκώσει με το αίμα και να πάλλεται στο γνώριμο ρυθμό της, κι έπειτα να πονέσει, όπως πονά η καρδιά του κάθε ανθρώπου. Αυτό σκέφτηκα κι ένας αδιόρατος φόβος φούντωσε μέσα μου· για να ζωντανέψει ένα κομμάτι ξύλου μες στη σάρκα σου, θα πρέπει να έχεις φτάσει στο μη περαιτέρω, εκεί όπου το λογικό, η θέληση, η πίστη δεν έχουν καμιά δύναμη και μόνη σου ελπίδα πια είναι η μαυρίλα ολόγυρά σου, η μοναξιά του λυσσασμένου σκύλου, η γαλήνη στις ρυτίδες των δολοφόνων· μόνο τότε ξεριζώνεις την καρδιά σου και τη μοιράζεις, όπως εκείνος, και στη θέση της βάζεις ένα ξερό κούτσουρο... Κι ενώ ο φόβος μέσα μου φούντωνε όλο και περισσότερο, γύρισα και κοίταξα έξω απ' το παράθυρο. Φυσούσε δαιμονισμένα, είχε σηκωθεί σωστή χιονοθύελλα, κι η κυρία Δομένικα μόλις μας μοίρασε τα δώρα μας έγραψε στον πίνακα με τα υπέροχα πλάγια γράμματά της «Καλά Χριστούγεννα» κι από κάτω «Ευτυχισμένο το χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι», ενώ εμείς προσπαθούσαμε να συνειδητοποιήσουμε πως είχαμε κάτω απ' τις μπλούζες μας ένα κομμάτι ξύλο που θα κρατούσε μακριά μας την κάθε κακοτυχία... Κάποτε χτύπησε το καμπανάκι κι όλοι, θαρρείς ασυναίσθητα, βάλαμε το δεξί μας χέρι πάνω στο στήθος μας. Και ξαφνικά, σαν να την έπιασε η μεγάλη βιασύνη, η κυρία Δομένικα πέρασε γοργά την τσάντα της στον ώμο, άνοιξε την πόρτα και, στο κατώφλι της, λίγο προτού χαθεί μέσα στη χιονοθύελλα, γύρισε και μας είπε με ξερή φωνή: «...μια καρδιά είναι πιο μεγάλη απ' τις άλλες· όποιος την κρατήσει θα χαθεί δίχως να γνωρίσει τον έρωτα, δίχως καν να ανταλλάξει έστω και μια ερωτική ματιά από κείνες που βάζουν φωτιά στα ξερά χόρτα...». Αυτό μας είπε κι έφυγε σαν κυνηγημένη, χωρίς καν να μας πει ένα τελευταίο «Χρόνια πολλά» ή έστω ένα «καληνύχτα»... Και βέβαια εύκολα μπορεί κανείς να μαντέψει τι κάναμε εμείς αμέσως· δε σκορπίσαμε μες στη χιονοθύελλα να πάει ο καθένας στο σπίτι του, αλλά χωρίς καν να ανταλλάξουμε ούτε μια κουβέντα αναμεταξύ μας, βαδίζοντας όλοι μαζί σαν κουρδισμένοι και προχωρώντας σκυφτοί μέσα στη θύελλα, φτάσαμε στην αυλή της θείας Δώρας... Πηδήσαμε τα κάγκελα· στο στόμιο του πηγαδιού είχε ήδη μια παλάμη χιόνι. Τότε ο ένας μετά τον άλλον προχωρούσε μόνος του μπροστά στο πηγάδι, έβγαζε με το μουδιασμένο χέρι απ' τον κόρφο του την ξύλινη καρδούλα και την πετούσε μέσα. Βλέπεις, δε μας πήρε πολλή ώρα για να το συνειδητοποιήσουμε πως ο καθένας μας θα μπορούσε να είχε τραβήξει τη μεγαλύτερη καρδιά, οπότε η καλή τύχη δεν αξίζει μία αν είναι να μη νιώσει κανείς το δαίμονα να του κατατρώγει τα σωθικά, α, όχι, ήταν χίλιες φορές προτιμότερη η κακή τύχη για όλους μας παρά κάποιος να χαθεί χωρίς να ανταλλάξει έστω για μια φορά τη φλογερή ματιά της αγάπης· έτσι ζυγίσαμε τα πράγματα, μ' όλο που μερικοί από μας δεν ξέραν καν πώς ήτανε αυτή η ματιά — εγώ το ήξερα... Έτσι, το μεσημέρι της εικοστής τρίτης Δεκεμβρίου του εβδομήντα πέντε πετάξαμε τις ξύλινες καρδιές μας στο πηγάδι της θείας Δώρας, σε κείνο το μυστηριώδες μαύρο στόμα της γης που η γρια-Αλεξάνδρα μού είχε πει πως έβγαζε απευθείας στον άλλο κόσμο, εκεί όπου δέκα μήνες αργότερα θα έπεφτε η τσιγγάνα Τερέζα μαζί με το νεογέννητο μωρό της κι ο Πέτρος θα έδινε το τέταρτό του αγιούτο· το εβδομήντα εννιά θα πετούσα το κόκκινο αστέρι του Λόλεψ που μου 'καψε την παλάμη, το ογδόντα ένα θα 'πεφτε μέσα ο Βέλιας —αλίμονο— με τη θέλησή του, και το ογδόντα τέσσερα θα κατεβαίναμε με το Μεγάλο Πρόδρομο για να βρούμε εκεί κάτω το κλειδί που θα ξεκλείδωνε το στοιχειωμένο σπίτι...

 

Όπως τα ξαναθυμάμαι όλα τώρα, καταλήγω ότι το πιο πιθανό είναι να μην υπήρχε μια ξύλινη καρδιά μεγαλύτερη απ' τις υπόλοιπες, παρά εκείνη η κουβέντα της δασκάλας μας γι' αυτόν που θα χαθεί χωρίς να τον καρφώσει έστω και μια φορά κάποια ερωτική ματιά, εκείνη η κουβέντα της, λοιπόν, να ήταν ένα ψέμα για να δει πόσο εύκολα πετάμε την καλή μας τύχη στο πηγάδι· γι' αυτό εξάλλου μας είχε διηγηθεί λίγο πρωτύτερα την ιστορία εκείνου που ξερίζωσε την καρδιά του. Το δίχως άλλο το 'ξερε πως μια τέτοια ιστορία, αν την ακούσεις, δεν αφήνει το νου σε ησυχία. Εδώ Εκείνος, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, έβαλε την καρδιά του την αληθινή στο πιάτο των πεινασμένων κι εμείς θα φοβόμαστε να πετάξουμε μια ξύλινη, και μάλιστα όταν αυτή, εκτός απ' την καλή τύχη, θα 'φερνε σε κάποιον από μας και την πιο μεγάλη συμφορά (γιατί το να ζεις δίχως να περιμένεις μες στην ομίχλη ένα ξυράφι στο λαιμό σου είναι στ' αλήθεια η πιο μεγάλη συμφορά)· ε, όχι, θα 'μασταν ολότελα δειλοί αν λογαριάζαμε πιο πολύ μια ξύλινη καρδιά που θα μας έφερνε καλή τύχη από μια ερωτική ματιά που θα 'βαζε φωτιά στα σωθικά μας... Και με όλα αυτά που σου λέω μη νομίσεις πως πάω να συγκρίνω τη δικιά μας πράξη με την ιστορία που ακούσαμε, ούτε βέβαια να σου πω πως κάναμε κάποιον ηρωισμό· ίσα ίσα, κοιτάξαμε τον εαυτούλη μας, αληθινός ηρωισμός είναι να δίνεις δίχως να ελπίζεις, όπως Εκείνος, κι όχι να ανταλλάσσεις μετρώντας με τη ζυγαριά (κι εμείς όταν πετούσαμε τις ξύλινες καρδιές μες στο πηγάδι κάναμε το δεύτερο). Εξάλλου την ίδια ζυγαριά νομίζω πως εννοούσε κι ο Τζακ ο Ταρνανάς όταν, δεκαπέντε μήνες αργότερα, ούρλιαζε μες στα παραληρήματά του την ώρα που βούλιαζε στο Βάλτο «...όποιος έχει μπάρμπαλα ανάμεσα στα σκέλια του ας αφήσει κάτω τη ζυγαριά...». Το 'ξερε λοιπόν η κυρία Δομένικα ότι θα τα ζυγίζαμε και τα μεν και τα δε, κι ήταν εύκολο να φανταστεί ποια θα 'ταν η τελική απόφασή μας. Μας είπε την κουβέντα για τη μεγαλύτερη καρδιά την τελευταία στιγμή, έτσι ώστε να φύγει απ' την τάξη αφήνοντάς μας με την ύπουλη φαρμακερή ακίδα να κάνει τη δουλειά της... Εύκολα καταλαβαίνει κανείς γιατί η δασκάλα μας μας είπε να κρύψουμε κάτω απ' τον κόρφο μας την ξύλινη καρδούλα αμέσως μόλις την τραβήξουμε απ' το μικρό σάκο, καθώς δεν έπρεπε να ξέρει κανένας αν υπήρχε ή όχι κάποια καρδιά μεγαλύτερη απ' τις άλλες ή ακόμη γιατί μας έβαλε να τραβήξουμε τα δώρα μας απ' το μικρό σάκο και δε μας τα 'δωσε με το χέρι της, καθώς το 'ξερε πως θα προτιμούσαμε να πέφταμε εμείς οι ίδιοι στο πηγάδι, παρά να πετάξουμε δώρο δοσμένο απ' το χέρι της... Γι' αυτό σου λέω, είναι πια ξεκάθαρο μες στο μυαλό μου πως η κυρία Δομένικα το 'θελε να μας βάλει σε τούτη τη δοκιμασία, το 'θελε να μάθουμε να πετάμε την καλή μας τύχη στο πηγάδι για μια ερωτική ματιά, και την είχε υπολογισμένη την αντίδρασή μας, γι' αυτό εξάλλου την επόμενη μέρα απ' τις φωτιές του Αϊ-Γιαννιού, την πρώτη μέρα του σχολείου για το χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι, μπήκε στην τάξη και κατευθείαν —προτού καν μας πει «καλή χρονιά»— μας ρώτησε τάχα αυστηρά: «...ένα πουλάκι μού 'πε πως πετάξατε τα δώρα μου στο πηγάδι... Είναι αλήθεια;». Εμείς τότε σκύψαμε το κεφάλι μας ντροπιασμένοι, μα αυτό δεν κράτησε πολύ, καθώς, αφού πέρασαν ένα δύο λεπτά μες στη σιωπή, την ακούσαμε έξαφνα να ξεσπά σ' ένα γάργαρο, ασταμάτητο γέλιο...