θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 13ο

 

 

 

 

 

 13.

 

Τα φιλιά του αποχαιρετισμού

 

 

 

Τη φλαμουριά τη φυτέψαμε τη δεύτερη εβδομάδα του Νοεμβρίου του εβδομήντα πέντε· δυο μέρες αργότερα ο Πέτρος στο πρώτο από τα ηρωικά του αγιούτα έβγαλε τη Λίζα λιπόθυμη από το ξυλουργείο του Δεμέστιχα που 'χε τυλιχτεί στις φλόγες, ενώ στις είκοσι δύο του μηνός εγώ και ο Μεγάλος Πρόδρομος ορκιστήκαμε στο νταμάρι απέναντι απ' το σπίτι της Φρόσως πως, μόλις η κυρία Πανδώρα αποφάσιζε ποιον απ' τους δύο μας θα παντρευόταν, το ίδιο κιόλας βράδυ ο άλλος θα χανόταν από προσώπου γης και δε θα γυρνούσε ποτέ πίσω... Έτσι πέρασε ο Νοέμβριος, κι όταν το πρωινό της πρώτης Δεκεμβρίου η κυρία Δομένικα έγραψε με πλάγια καλλιγραφικά γράμματα στον πίνακα τη λέξη «χειμώνας», στο δικό μου το μυαλό εντυπώθηκε η ιδέα πως ο χειμώνας θα ήταν ο καιρός της βασανιστικής αναμονής μες στο σκοτάδι, ο καιρός που θα περίμενα απ' την κυρία Πανδώρα να διαλέξει εκείνον που αγαπούσε περισσότερο — αυτό θα σήμαινε για μένα εκείνος ο χειμώνας... Το μεσημέρι της εβδόμης Δεκεμβρίου (κι ενώ την προηγούμενη ο μοιραίος Νίκος είχε μαντζούνια να μας κεράσει για τη γιορτή του, μα, καθώς ήταν λιγότερα από όσα έπρεπε, δεν περίσσεψε μαντζούνι για μένα και τον Αγιούτο, κι έτσι ο μοιραίος Νίκος την άλλη μέρα μόλις μπήκαμε στην τάξη ήρθε στα κρυφά και μας άφησε στο θρανίο τα δύο μαντζούνια που μας χρωστούσε για το κέρασμα), την έβδομη μέρα του τελευταίου μήνα της χρονιάς, λοιπόν, η κυρία Δομένικα μας μίλησε για τα φιλιά του αποχωρισμού, για το ξαφνικό κρυφτό του ήλιου, για το καταπράσινο λιβάδι... Όλα ξεκίνησαν από μια δική μου ερώτηση: την ώρα που είχα το μαντζούνι του μοιραίου Νίκου κάτω απ' τη γλώσσα μου και περίμενα να λιώσει σκέφτηκα ξαφνικά πως, αν η κυρία Πανδώρα διάλεγε εμένα, δε θα ξανάβλεπα ποτέ το Μεγάλο Πρόδρομο, καθώς ο φίλος μου θα έπρεπε να φύγει και να μη γυρίσει ποτέ... Τότε η κυρία Δομένικα με κοίταξε χαμογελώντας αδιόρατα και, καταλαβαίνοντας πως κάτι με βασάνιζε, μου είπε «πες το...». Της έκανα την ερώτησή μου με φωνή αδύναμη και διστακτική: «κυρία, όταν φεύγεις σημαίνει πως πεθαίνεις;». Η κυρία Δομένικα με κοίταξε με στιγμιαία έκπληξη, έπειτα προχώρησε προς τα παράθυρα και κοιτώντας έξω με βλέμμα απλανές μας ρώτησε «αλήθεια, ξέρετε πώς αποχαιρετάν κάποιον που φεύγει;». Και, μ' όλο που μου φάνηκε πως πήγαινε να αλλάξει το θέμα της κουβέντας, δε διαμαρτυρήθηκα· καθώς την άκουσα να συνεχίζει, ένιωσα την απόλυτη βεβαιότητα, δεν ξέρω το γιατί, πως μας μιλούσε με τα λόγια κάποιου άλλου: «αυτούς που φεύγουν για ταξίδια δίχως γυρισμό να τους φιλάς εφτά φορές, όσα τα χρόνια που κρύβονται στο σπασμένο καθρέφτη· τρία φιλιά να τους δίνεις στο μέτωπο, ένα για τα όνειρα που μαζί σκαρώσατε, ένα για τις ρυτίδες που ο καιρός σάς χάραξε κι ένα για τα χαμόγελα που μοιραστήκατε. Έπειτα να τους φιλάς δυο φορές στο ζερβί μάγουλο, μια για τα δάκρυα που ξεράθηκαν πάνω στο δέρμα και μια για την ελπίδα που σας κράτησε μακριά απ' τον ύπνο τα έναστρα καλοκαιρινά βράδια· κατόπιν να τους δίνεις ένα φιλί ακόμη στο μάγουλο το δεξί για το μαύρο σημάδι του ουρανού που όρισε το διάβα της ζωής σας. Τέλος, να τους φιλάς και μια φορά στο λαιμό για κείνο το πικρό παράπονο που κάποτε σας δέθηκε κόμπος στο λαρύγγι...»· αυτά μας είπε η κυρία Δομένικα δίχως να ξεκολλήσει την αφηρημένη ματιά της απ' το παράθυρο, και, πίστεψέ με, με την πρώτη και μοναδική φορά που ακούσαμε εκείνα τα λόγια αποτυπώθηκαν μεμιάς στη μνήμη μας... Κι όταν η δασκάλα μας γύρισε επιτέλους και μας κοίταξε, είδε προφανώς στα πρόσωπά μας μια αμηχανία ανάμεικτη με σαστισμάρα κι είπε με φωνή σαφώς ζωηρεμένη: «πρώτα απ' όλα, λοιπόν, όταν φεύγεις σημαίνει πως κάποιος πρέπει να σε φιλήσει...». «Κι αν δε βρεθεί κανείς να σου τα δώσει τούτα τα φιλιά του αποχωρισμού;» ρώτησε ξαναμμένος ο Σώτερ — φαίνεται πως θα 'χε κάτι στο μυαλό του· «...αν δε βρεθεί κανείς, θα γυρνάς εδώ κι εκεί χωρίς να βρίσκεις ησυχία...» του απάντησε εκείνη, «...θα τυραννιέσαι εις τον αιώνα των αιώνων, όπου πηγαίνεις πίσω σου θα σέρνονται φίδια σαν ερινύες, στον ύπνο δε θα βρίσκεις λυτρωμό, τα βλέφαρά σου θα τα σκεπάζει μαύρη βαριά λάσπη, φριχτοί ίσκιοι θα σου φράζουν το στόμα και τα ρουθούνια και θα σε εμποδίζουν να πάρεις ανάσα...», αυτά μας έλεγε η κυρία Δομένικα κι ολοένα δυνάμωνε ο τόνος της φωνής της, «σας το λέω...» συνέχισε, «αν κάποτε φύγετε πρέπει κάποιος να σας φιλήσει όπως σας είπα...», «κολοκύθια...» ακούστηκε τότε η φωνή του Μεγάλου Πρόδρομου από το τελευταίο θρανίο, κι όπως φαντάζεσαι, γυρίσαμε όλοι και τον κοιτάξαμε με μάτια γουρλωμένα, ήτανε, βλέπεις, η πρώτη φορά που κάποιος αντιμιλούσε σ' εκείνη, και μάλιστα με τρόπο διόλου ευγενικό, «κολοκύθια με τη ρίγανη...» επανέλαβε ξανά ο φίλος μας —κι αντίζηλός μου—, «όποιος φεύγει από εδώ πάει σε τόπο που δεν υπάρχει τίποτε, ούτε φίδια ούτε πόνος ούτε όνειρα ούτε κανένα άλλο από τούτα τα παραμύθια...», αυτά είπε ο Μεγάλος Πρόδρομος κι έγινε τότε κομφούζιο φοβερό, ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος ολοφάνερα παραξηγημένος που 'κανε τέτοια επίθεση στην κυρία Δομένικα, «εσύ να κοιτάς τη μυτόγκα την πουτάνα σου...» του φώναξε και στη στιγμή εγώ σηκώθηκα κι όρμησα καταπάνω του ουρλιάζοντας «ποιαν είπες πουτάνα, ρε τσόγλανε;» —μα, τώρα που το σκέφτομαι, πιότερο τσαντίστηκα με εκείνο το «σου», από πού κι ως πού «σου» στο Μεγάλο Πρόδρομο η κυρία Πανδώρα;— όρμησα λοιπόν πάνω στο Γιώργο και πίσω από μένα όρμησε κι ο Μεγάλος Πρόδρομος φυσικά, ενώ ο Ζήσης, όντας στο δικό του κόσμο, έλεγε «μα όλοι θα πάμε στον υπέροχο χλοερό τόπο που μαζεύονται οι ψυχές...», προφανώς αυτόν τον είχε πειράξει εκείνο το «τίποτα» που λίγο πρωτύτερα είχε πει ο Μεγάλος Πρόδρομος... Τη στιγμή εκείνη, κι ενώ ήδη είχα χιμήξει στο Γιώργο πηδώντας στην κυριολεξία πάνω απ' το Μανόλη κι απ' την ορμή μου είχαμε πέσει αγκαλιασμένοι κάτω στο πάτωμα, η κυρία Δομένικα έβαλε δυο δάχτυλα από κάθε χέρι στο στόμα της και σφύριξε εκκωφαντικά (πολύ καιρό αργότερα μας είπε πως έτσι την είχε μάθει να σφυρίζει κάποιος μουγκός γέρος που 'κανε θελήματα για τη μάνα της στο σπίτι των Φραντζήδων στη Σύρο). Και μόλις σφύριξε, εμείς μείναμε ακίνητοι, κοκαλωμένοι — το φοβερό σφύριγμά της μας είχε αγαλματώσει στην κυριολεξία. Εγώ κι ο Γιώργος ήμασταν πεσμένοι κάτω, ο Μεγάλος Πρόδρομος από πάνω μας έτοιμος να ορμήσει, ο Ζήσης όρθιος με ανοιχτό το στόμα. Πέρασε έτσι μισό λεπτό, ίσως και λίγο περισσότερο, όταν η κυρία Δομένικα ήρθε πάνω από μένα και το Γιώργο και κοιτώντας πιότερο αυτόν, είπε με φωνή ταραγμένη και ολοφάνερο θυμό «όσοι μπορούν να αγαπούν εκείνη που τη λες μυτόγκα και πουτάνα, ξέρουν ν' αγαπούν· όσοι τη βρίζουν δεν ξέρουν...», αυτά είπε κι έπειτα γύρισε την πλάτη της και περπάτησε προς την έδρα, ενώ μόλις τότε εμείς ελευθερωθήκαμε από το σφύριγμά της.... Και θα 'ταν στα σίγουρα καλύτερο να του βύθιζαν του Γιώργου χίλια πυρωμένα σπαθιά στο στήθος, παρά να του 'λεγε εκείνη αυτά τα λόγια, πως δεν ξέρει ν' αγαπά, κι εδώ που τα λέμε η δασκάλα μας ήτανε λίγο αυστηρότερη απ' ό,τι θα 'πρεπε, στο κάτω κάτω, εκείνη μπορούσε να το καταλάβει πως ο Γιώργος δεν το εννοούσε αυτό που είχε ξεστομίσει· ό,τι είπε το 'πε για να την υπερασπιστεί — εντάξει, έκανε λάθος, αλλά όχι και να του πετάξει κατάμουτρα ότι δεν ήξερε να αγαπάει. Και, μα την αλήθεια, μ' όλο που εγώ ο ίδιος του 'χα χιμήξει πριν από ένα λεπτό, τον λυπήθηκα εκείνη τη στιγμή το Γιώργο, γιατί το πρόσωπό του είχε κιτρινίσει σαν φλουρί και οι κόρες των ματιών του είχανε γίνει μισές απ' ό,τι συνήθως. Με μια κίνηση σηκώθηκε όρθιος ξεφεύγοντας από το αγκάλιασμά μου, μάζεψε άρον άρον τα πράγματά του και τρέχοντας βγήκε από την τάξη, αφήνοντας την πόρτα διάπλατα ανοιχτή... Εκείνο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν πως η κυρία Δομένικα δε γύρισε καν το πρόσωπό της να τον δει που 'φευγε. Τότε ήταν που κι εγώ σηκώθηκα όρθιος και νιώθοντας πως έπρεπε να τον υπερασπιστώ, πήγα κοντά στην κυρία Δομένικα και της είπα «κυρία... ίσως να το 'πε από αγάπη...», στη στιγμή μού απάντησε εκείνη γυρνώντας ελαφρά προς το μέρος μου «αγάπη θα πει να βάζεις την αγάπη των άλλων πιο πάνω απ' τη δική σου...» είπε με φωνή λιγότερο ταραγμένη αυτή τη φορά. Και, μ' όλο που είχα σκοπό να επιμείνω στην προηγούμενη κουβέντα μου, ίσως και για να την κάνω να πονηρευτεί πως ο Γιώργος ήταν ερωτευμένος μαζί της, μόλις άκουσα εκείνη την κουβέντα για την αγάπη των άλλων, ένιωσα ένα φιδάκι να ανεβαίνει απ' το στομάχι μου προς τα πάνω και να κουλουριάζεται γύρω απ' την καρδιά μου, βλέπεις, η κουβέντα της με αφορούσε κι εμένα· δεν αγαπούσα μόνο εγώ την κυρία Πανδώρα μα κι ο Μεγάλος Πρόδρομος (κι αργότερα θα αποκαλυπτόταν πως την αγαπούσε κι ο Σώτερ), και το μυαλό μου δεν το χωρούσε γιατί έπρεπε να βάλω την αγάπη των άλλων πάνω από τη δική μου. Από την άλλη όμως, κάπου βαθιά μέσα μου, ένιωθα —όχι από λογική μα από μια παράξενη διαίσθηση— πως στο τέλος, εκεί όπου όλα ξεπλένονται στα γάργαρα νερά του καταρράχτη, θ' αποδεικνυόταν πως η κυρία Δομένικα είχε δίκιο... Έτσι, πισωπάτησα διστακτικά και κάθισα στο θρανίο μου βυθισμένος στους συλλογισμούς μου· κάποτε η δασκάλα μας γύρισε προς το μέρος μας και προχώρησε προς το θρανίο του Μεγάλου Πρόδρομου, που 'χε καθίσει βέβαια κι αυτός στην καρέκλα του. Από την έκφραση του προσώπου της φαινότανε σαν να της είχε περάσει η προηγούμενη ταραχή της, έφτασε από πάνω του, λοιπόν, και σκύβοντας ελαφρά ακούμπησε τις παλάμες της στο ξύλο του θρανίου· τότε του 'πε με γλυκύτατη φωνή «δεν είναι κολοκύθια με τη ρίγανη, καλέ μου Πρόδρομε...» απαντώντας στην προηγούμενη κουβέντα του, την κουβέντα που προκάλεσε την έκρηξη και τις βρισιές του Γιώργου. Έτσι, λοιπόν, σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό στο ενδιάμεσο, η κυρία Δομένικα του 'δωσε του Μεγάλου Πρόδρομου την απάντηση στο «τίποτε» που είχε πει λίγο πρωτύτερα, εκείνος πάλι άνοιξε το στόμα του να απαντήσει κάτι, μα η δασκάλα μας έβαλε το δάχτυλό της πάνω στα χείλια του, προσπαθώντας ίσως έτσι να τον προστατέψει από τη μεγάλη κουβέντα που στο τέλος πάντα γυρνάει να χτυπήσει αυτόν που την ξεστόμισε. Κοκκίνισε τότε ο Μεγάλος Πρόδρομος, τα χείλη του τρεμούλιασαν, κάποτε έσκυψε το κεφάλι του ψιθυρίζοντας ντροπιασμένος «εμένα πάντως δε θα με φιλήσει κανένας...». Η κυρία Δομένικα τότε του χάιδεψε τα μαλλιά κι είπε με ψιθυριστή φωνή κι αυτή, μιλώντας περισσότερο στον εαυτό της, «για τον καθένα υπάρχει κάποιος που θα του δώσει ένα φιλί...»· κι αν θέλεις το πιστεύεις, αγάπη μου, εκείνη τη στιγμή, μ' όλο που δεν ήξερα ποιο ήταν το φοβερό μυστικό της δασκάλας μας, ένιωσα πως τα λόγια της αφορούσαν ακριβώς αυτό το μυστικό και μ' έπιασε ρίγος. Καθώς εκείνη προχωρούσε προς την έδρα με αργά βήματα, ο Σώτερ έσπασε τη σιωπή ρωτώντας «...κι αν κάποιος φύγει ξαφνικά προτού προφτάσεις να του δώσεις τα εφτά φιλιά, τότε τι γίνεται;»· η κυρία Δομένικα απάντησε αμέσως σαν να περίμενε την ερώτηση: «αν κάποιος φύγει ξαφνικά, όπως λες, πρέπει να βρεις έναν καθρέφτη, μικρό ή μεγάλο, που κάποτε φυλάκισε την εικόνα του — το ξέρεις, θαρρώ, πως οι καθρέφτες δεν ξεχνάνε ποτέ. Αυτόν τον καθρέφτη φίλα τον εφτά φορές κι έπειτα σπάσ' τον· θα 'ναι σαν να φιλάς αυτόν που έφυγε. Μονάχα μην ξεχάσεις να σπάσεις τον καθρέφτη...». Αυτά τα λόγια είπε η δασκάλα μας στο Σώτερ· μόλις απόσωσε την κουβέντα της, ήταν η σειρά του Βέλια να τη ρωτήσει: «...κι άμα αυτός ποτέ του δεν είχε δει το πρόσωπό του στον καθρέφτη;... κι αν ο καθρέφτης έχει χαθεί και δεν μπορείς να τον βρεις πουθενά;», «τότε» απάντησε με βαθιά φωνή η κυρία Δομένικα «θα περιμένεις ίσαμε να χαθεί ο ήλιος μια ώρα του μεσημεριού. Γιατί σε εκείνο το σκοτάδι που απλώνεται μες στην ημέρα οι δαίμονες βρίσκουν το δρόμο κι έρχονται πλάι μας, ανάμεσά μας, κλέβουν τον αέρα απ' την ανάσα μας, μας ακουμπούν μάγουλο με μάγουλο, γυρεύοντας έτσι μια στάλα απ' τη χαμένη γαλήνη τους, έναν πρόσκαιρο ελάχιστο αναπαμό απ' το τυράννισμα της μαύρης φλόγας· και μόλις έρχεται ξανά το φως της ήλιου, αυτοί χάνονται πίσω. Μαζί με τους δαίμονες, λοιπόν, όσο βαστά η έκλειψη του ήλιου, έρχονται ανάμεσά μας και όσοι έφυγαν αφίλητοι. Τότε φίλησε εφτά φορές στον αέρα· θα 'ναι και πάλι σαν να φιλάς εφτά φορές αυτόν που έφυγε χωρίς να τον αποχαιρετήσεις και δεν έχεις καθρέφτη που να 'χει φυλακίσει τη μορφή του...». Μετά βίας η δασκάλα μας τέλειωσε την κουβέντα της, καθώς αμέσως πνίγηκε σε έναν ξαφνικό ξερό βήχα κι εμείς μείναμε να την κοιτάμε σιωπηλοί και αρκετά φοβισμένοι. Τι γύρευαν οι δαίμονες ανάμεσα στα λόγια της, αναρωτιόμασταν, κι ακόμα, πού τα ήξερε εκείνη όλα τούτα τα κόλπα που 'μοιαζαν λίγο πολύ με μαγεία. Η κυρία Δομένικα, νιώθοντας την απορία μας, αμέσως μόλις έπαψε ο βήχας της άρχισε να μας μιλά χαμηλόφωνα, μπορώ να πω μονολογούσε, κοιτώντας στον άσπρο τοίχο πάνω απ' τα κεφάλια μας κάποιο αόρατο για μας σημάδι: «ήταν το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια πενήντα εννιά, τότε που για δύο μήνες κάθε μέρα ο ήλιος χανόταν μες στο μεσημέρι... Κάναμε λιτανείες στο νησί, ραντίζαμε με αγιασμό τα σπίτια μας, τα βράδια καίγαμε στις πλατείες τα χαϊμαλιά που οι γυναίκες φύλαγαν στα μπαούλα τους, μήπως και πάψει το κακό· όμως οι ακατανόητες εκλείψεις δε σταματούσαν. Τα σκυλιά λύσσαγαν, τα κοκόρια λαλούσαν όλη τη μέρα, οι παλαβοί έκοβαν τις φλέβες τους πάνω απ' τα πηγάδια βάφοντας κόκκινο το πόσιμο νερό... Οι γυναίκες εκείνο τον καιρό των εκλείψεων γέννησαν παιδιά σακατεμένα, που πέθαναν όλα πριν να χρονίσουν, αρουραίοι ρήμαξαν τα χωράφια, φίδια σκότωσαν τα ζωντανά και οι αγελάδες ξεράθηκαν ολότελα από γάλα. Οι γεροντότεροι στο νησί μιλούσαν για κάποιο ρυπαρό μίασμα, ο παπα- Γρηγόρης γυρνούσε τ' απόγευμα από πόρτα σε πόρτα διαβάζοντας έξω φωνή εξορκισμούς και προσευχές, μήπως και λυτρωθούμε έτσι απ' την οργή του Θεού, μα εγώ κάθε που γινόταν η έκλειψη και έβαζα το μαυρισμένο γυαλί μπροστά απ' τα μάτια μου, ένιωθα την ελιά στο δεξί μου μάγουλο να καίγεται και δυο χείλια σαν να αγγίζαν ελαφρά το λαιμό μου, μ' όλο που γύρω μου δεν ήταν κανείς... Κάποτε φύγαμε απ' το νησί, τότε δεν κατάλαβα το γιατί, κι ήρθαμε στη Σαλονίκη, στα σπίτια που 'ναι δίπλα στο νοσοκομείο των φυματικών, έξω απ' την πόλη...». Αυτά μας έλεγε η κυρία Δομένικα κι εμείς ακούγαμε την παράξενη ιστορία της κρατώντας ακόμα και την αναπνοή μας, όταν έξαφνα το καμπανάκι σήμανε το τέλος του μαθήματος για εκείνη την ημέρα. Κανένας μας δεν κουνήθηκε από την καρέκλα του, ώστε να δημιουργηθεί το συνηθισμένο πανδαιμόνιο, όπως συνέβαινε κάθε φορά που τέλειωνε το μάθημα, τουναντίον, όλοι περιμέναμε με κομμένη την ανάσα τη δασκάλα μας να συνεχίσει την ιστορία της, να μας εξηγήσει τα ακατανόητα που γέμιζαν την ψυχή μας τρόμο, το σβήσιμο του ήλιου μες στο καταμεσήμερο, το θανατικό που ρήμαζε το νησί, τους αόρατους δαίμονες που φιλούσαν το λαιμό των κοριτσιών... Μα και η κυρία Δομένικα το κατάλαβε βέβαια πως γι' αυτό μείναμε καρφωμένοι στις θέσεις μας και, καθώς είδε στα γουρλωμένα μάτια μας το πόσο είχαμε αγριευτεί, είπε σκύβοντας το κεφάλι «ωχ, μωρέ, αυτές οι ιστορίες δεν τελειώνουν...» δίνοντας έτσι τέλος στην αφήγησή της. Τότε ο Ζήσης σηκώθηκε και πάλι όρθιος, «...κι ο χλοερός τόπος, κυρία;» ρώτησε κι ήτανε έτοιμος να κλάψει· η δασκάλα μας φάνηκε να παραξενεύεται λίγο απ' την ερώτησή του, έπειτα χαμογέλασε, «άκουσα κάποτε κι εγώ για κάποιο καταπράσινο λιβάδι, μα ποτέ μου δεν το είδα...» είπε κι ύστερα από μια μικρή σιωπή συνέχισε «αν κανένας από σας το δει, ας έρθει να μου πει αν φυτρώνουν βιολέτες...». Σαν άκουσα αυτή την κουβέντα, κάτι σκίρτησε τρελά μέσα μου, το μαντζούνι κάτω απ' τη γλώσσα μου είχε λιώσει και το στόμα μου είχε γεμίσει με μιαν απερίγραπτη γλύκα, «δηλαδή, κυρία, όταν φεύγεις σημαίνει πως θα γυρίσεις;» ρώτησα τη δασκάλα μας με ολοφάνερη αγωνία· «όταν φεύγεις σημαίνει πως κάποιος σε περιμένει...» μου απάντησε η κυρία Δομένικα με μελαγχολική φωνή.