θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 12ο

 

 

 

 

 

 12.

 

Η φλαμουριά

 

 

 

Είναι αλήθεια πως για αρκετές νύχτες μετά από κείνο το μουντό μεσημέρι βλέπαμε όλοι στα όνειρά μας ότι μας κυνηγούσε η λυσσασμένη γάτα της θείας Δώρας, να ξεσκίσει με τα φοβερά νύχια της την κοιλιά μας και τα παιδικά μας γεννητικά όργανα· φαίνεται πως αυτά που μας είχε πει εκείνο το μεσημέρι η κυρία Δομένικα μας είχαν αναστατώσει για τα καλά, ίσως πάλι και να μας είχε τρομάξει ο σβησμένος απ' το μαυροπίνακα Θεός... Κι όσο περνούσε ο καιρός, αρχίσαμε σιγά σιγά να συνειδητοποιούμε ότι τα λόγια και οι πράξεις της δασκάλας μας τις περισσότερες φορές γεννούσαν εφιάλτες, μα, παραδόξως, αντί να μας απομακρύνουν από κείνη, μας μαγνήτιζαν όλο και πιο κοντά της, απόρροια μιας ακατανόητης μα έντονης γοητείας. Βέβαια χρειάστηκαν αρκετοί μήνες μέχρι να συνηθίσουμε τον τρόπο που η κυρία Δομένικα μας έλεγε όσα είχε να μας πει, χωρίς αμφιβολία ήτανε ιδιαίτερα απρόβλεπτη· τις περισσότερες μέρες δε μιλούσε παρά ελάχιστα μέσα στην τάξη, συνεννοούνταν μαζί μας με τα μάτια, με το κούνημα των βλεφάρων, με το στράβωμα των χειλιών, αλήθεια σου λέω, ανάμεσα σε μας και σε κείνη η ατμόσφαιρα ήταν αλλόκοτα ηλεκτρισμένη, γεμάτη παιδικά λαχανιάσματα και κρατημένες ανάσες, θαρρείς και της κάναμε ερωτική εξομολόγηση· όταν κάποιος ρωτούσε κάτι, εκείνη συνήθως απαντούσε κοφτά και ξερά, σαν τρομαγμένο αγρίμι. Ωστόσο έρχονταν φορές, στην αρχή αραιά και πού, κατόπιν συχνότερα και τον τελευταίο καιρό κάθε που συναντιόμασταν, που έφταναν δύο ή τρεις δικές μας κουβέντες για να αρχίσει να μας μιλά. Κι όταν άρχιζε, τα μάτια της παίρναν τη σταχτιά θαμπάδα της μελαγχολίας. Κι όσο περισσότερο τη γνωρίζαμε την κυρία Δομένικα, όλο και πιο πολύ τα λόγια της μας έβαζαν σε αλλόκοτες σκέψεις για τη δύναμη του πονηρού, γιατί με όλη την παιδική μας αθωότητα νιώθαμε πως κάποιο φοβερό μυστικό κρυβόταν στα χείλη που σχημάτιζαν τις κουβέντες της, πως τη δασκάλα μας την ακολουθούσαν αλλόκοτοι φριχτοί ίσκιοι που φέρναν τον πόνο, τη συμφορά και την απελπισία, καταχθόνιες δυνάμεις του απόλυτου σκότους. Και, μ' όλο που κάθε βράδυ σαν πέφταμε στο κρεβάτι μας για ύπνο μέναμε ξάγρυπνοι για ώρες κάνοντας ατέλειωτες υποθέσεις, δεν καταφέραμε να καταλάβουμε μόνοι μας ποιο ήταν αυτό το φοβερό μυστικό που τυραννούσε την ψυχή της, παρά μόνο όταν η ίδια μάς τα φανέρωσε όλα την άνοιξη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά... Θυμάμαι σαν τώρα, αγάπη μου, εκείνο το αλλόκοτο συμβάν, το πρώτο από μια σειρά που ακολούθησαν, που ήταν σημάδι φανερό για το ότι κάποιος δαίμονας είχε φτύσει την κυρία Δομένικα· κι από τούτο το φτύμα δεν υπήρχε λυτρωμός...

 

Ήταν ένα μεσημέρι στις αρχές του Οκτωβρίου, μόλις είχε σταματήσει η βροχή, και τα κίτρινα φύλλα που κάποτε ντύναν τα κλαδιά των δέντρων σάπιζαν μέσα στα λασπόνερα. H κυρία Δομένικα μπήκε στην τάξη βιαστική κι είπε σχεδόν αμέσως μόλις καθίσαμε στις καρέκλες μας: «λοιπόν, ποιος από σας θα κάψει στο τέλος τη φλαμουριά;». Εμένα αυτή η κουβέντα με αιφνιδίασε, καθώς εκείνη την ώρα σκεφτόμουνα τα θαμπά μαύρα μάτια της κυρίας Πανδώρας, τα ξερακιανά της δάχτυλα με τα βαριά δαχτυλίδια, τα ολόμαυρα μακριά της νύχια, και ξαφνικά άκουσα τη δασκάλα μας να ψάχνει για κάποιον που θα κάψει τη φλαμουριά, κι ούτε που ήξερα καν τι ήταν η φλαμουριά και γιατί έπρεπε να την κάψει κάποιος στο τέλος. Όμως, μέσα στην έξαψη εκείνης της στιγμής, ένιωσα ξαφνικά πως το καθετί πάνω στη γη περίμενε εμένα για να ολοκληρωθεί, πως μπορούσα να καταφέρω τα πάντα, και στη στιγμή σηκώθηκα όρθιος και είπα: «εγώ». Σχεδόν αμέσως συνήλθα και κατάλαβα τι είχα πει τόσο ασυλλόγιστα κι ένας έντονος φόβος έπιασε το στήθος μου — ποιος ήμουν εγώ που υποσχόμουν με τέτοια ευκολία και βεβαιότητα, και πού το ήξερα άραγε αν αυτό το κάψιμο της φλαμουριάς ήταν επιθυμία του Θεού ή του διαβόλου; Τρομαγμένος κοίταξα την κυρία Δομένικα· εκείνη βιάστηκε να με καθησυχάσει, «μη φοβάσαι...» μου είπε με τη γλυκύτατη φωνή της, «κουβέντες πάνω στην έξαψη του νου δε λογαριάζονται για αμαρτία...», έτσι μου είπε κι εγώ κάθισα κάτω ξεφυσώντας ανακουφισμένος, μα εκείνη συνέχισε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά τα λόγια της, κι έτσι δεν τ' άκουσα. Τ' άκουσε όμως ο Σώτερ κι εννιά χρόνια αργότερα, στον Άσπρο Βράχο, μου τα αποκάλυψε· η δασκάλα μας είχε πει μέσ' απ' τα δόντια της: «τη φλαμουριά όμως θα την κάψεις εσύ...». Κι όπως κάθισα ησυχασμένος στην πλάτη της καρέκλας μου, είδα το Σίμη, που καθότανε στο τρίτο θρανίο της σειράς των παραθύρων, να σηκώνει το χέρι του, «κυρία, μπορώ να έχω ένα χαρτομάντιλο...» είπε, «μάτωσε η μύτη μου...». Κοιτάξαμε όλοι το πρόσωπό του· πράγματι, η μύτη του είχε ανοίξει και έσταζε ολοκόκκινες σταγόνες αίμα στο δάπεδο της τάξης, που άπλωναν σαν ανοιγμένες παπαρούνες ανάμεσα στις λάσπες που 'χαμε φέρει μες στην αίθουσα με τις σόλες των παπουτσιών μας. Στην στιγμή η κυρία Δομένικα πήγε προς την έδρα κι έβγαλε από την τσάντα της όχι ένα χαρτομάντιλο, αλλά ένα λευκό βαμβακερό μαντίλι με το οποίο ευθύς αμέσως πήγε και σκούπισε τη μύτη του Σίμη· και καθώς το αίμα του φίλου μας δε σταματούσε, η δασκάλα μας του γύρισε το κεφάλι προς τα πάνω και τον έβαλε να κρατάει το μαντίλι με τέτοιο τρόπο, που να μένουν κλειστά τα δυο ρουθούνια του, ώστε να σταματήσει το αίμα. Και πράγματι έτσι έγινε, ο Σίμης κοιτούσε προς το ταβάνι και ανέπνεε με το στόμα, καθώς κρατούσε το μαντίλι στη μύτη του, ενώ η κυρία Δομένικα στάθηκε και πάλι μπροστά από το μαυροπίνακα και μας ρώτησε, ίσως και για να αποσπάσει την προσοχή μας από τη ματωμένη μύτη του Σίμη: «δε μου λέτε, θα θέλατε να τραγουδήσουμε τη φλαμουριά;». «Κυρία, τι είναι, τέλος πάντων, αυτή η φοβερή φλαμουριά;» ρώτησε με κάποια δόση ειρωνείας ο Σώτερ. Εκείνη δεν έδειξε να προσβάλλεται, ίσα ίσα μάλλον το εκτίμησε που κάποιος τη ρωτούσε για κάτι με τέτοια ευθύτητα, χαμογέλασε, έπειτα κοίταξε το Σώτερ στα μάτια, «η φλαμουριά είναι η δικαιοσύνη μας» είπε με γλυκιά φωνή. Προτού προλάβουμε να συλλογιστούμε την ακατανόητη κουβέντα της, εκείνη άρχισε να τραγουδά ένα αφάνταστα μελαγχολικό τραγούδι γεμάτο θλίψη και συνάμα ανεξήγητη νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν είχαμε ζήσει· ήταν η πρώτη φορά που άκουγα εκείνο το αργό, μακρόσυρτο τραγούδι που 'λεγε πως «στη βρύση τη βουνίσια σιμά είναι η φλαμουριά». Τραγούδησε, λοιπόν, η δασκάλα μας για το καταπράσινο δέντρο με τα μεγάλα κλαδιά, για το δέντρο που κάποτε πρόδωσε, όπως όλοι εξάλλου, κι όσο προχωρούσε από στροφή σε στροφή, τόσο έσπαζε η φωνή της, ενώ εμείς, μ' όλο που δεν ξέραμε τα λόγια, αρχίσαμε σιγά σιγά να την ακολουθούμε τραγουδώντας περισσότερο ένρινα παρά κανονικά. Όταν φτάσαμε στην τελευταία στροφή μάλιστα, εμένα και τον Αγιούτο μάς πήραν τα δάκρυα, κι ίσως να μην ήμασταν οι μόνοι, καθώς, όταν τέλειωσε το τραγούδι μας κι αφού πέρασαν ένα δυο λεπτά μες στη σιωπή, η κυρία Δομένικα μας είπε στα αστεία, έτσι, για να αποφορτίσει την ατμόσφαιρα, «βλέπετε, η φλαμουριά είναι το δέντρο της κλάψας...». Εκείνη τη στιγμή ήταν που ο Σίμης σήκωσε το χέρι του και είπε «κυρία, το αίμα μου σταμάτησε...» και της πρότεινε το άλλοτε λευκό μαντίλι της, που στο κέντρο του είχε σχηματιστεί ένα ολοκόκκινο άνθος· εκείνη πήρε το μαντίλι κι αμίλητη το έβαλε μες στην τσάντα της. Αμέσως μετά για μια ακόμη φορά μας αιφνιδίασε λέγοντάς μας με ύφος αδιάφορο, «άμα θέλετε, μπορούμε να φυτέψουμε μια φλαμουριά εκεί που τελειώνουν οι μαργαρίτες...», έτσι μας είπε, κι όπως το συνήθιζε, με πολύ πιο σιγανή φωνή συμπλήρωσε: «κι όποιος μείνει στο τέλος την καίει...». Ο Σώτερ σήκωσε τότε το χέρι του και τη ρώτησε διστακτικά «κυρία, εσείς πιστεύετε σε αυτό;», «σε ποιο αυτό;» τον αντιρώτησε εκείνη, «ε, να» απάντησε ο Σώτερ, «στη φλαμουριά, στη γαλήνη...», τα μάτια της κυρίας Δομένικας σκούρυναν τότε, «κοίταξε» είπε με βραχνή φωνή, «εγώ τη φλαμουριά μου την έκαψα και τη γαλήνη μου τη σκόρπισα στον άνεμο ενός καταραμένου λόφου με θέληση δική μου, ξηγηθήκαμε;», κι ήτανε η πρώτη φορά που την είδαμε να αγριεύει για μια στιγμή, λες και η κουβέντα του Σώτερ τη λόγχισε σε παλιά πληγή που δεν έκλεινε με τον καιρό. Απλώθηκε αμήχανη σιωπή για αρκετή ώρα, κάποτε ο Γιώργος μίλησε χωρίς ούτε καν να σηκώσει το χέρι του, «κυρία, σας παρακαλώ τραγουδήστε μας ξανά εκείνο το τραγούδι...», κι η κουβέντα του αυτή έμοιαζε με παράκληση ερωτική. Η κυρία Δομένικα τον κοίταξε έντονα για λίγο, έπειτα γύρισε γοργά τη ματιά της σ' ολόκληρη την τάξη. «Εντάξει» είπε, παίρνοντας και πάλι τη γνώριμή μας γλυκύτατη έκφρασή της, «μόνο που θα μου υποσχεθείτε πως μόλις τελειώσουμε την αλφαβήτα θα φυτέψουμε μια φλαμουριά». Εμείς μόλις την ακούσαμε παραξενευτήκαμε, ποιος λόγος υπήρχε να μη θέλουμε να φυτέψουμε μια φλαμουριά, μας το 'χε ρωτήσει και πριν, κι άραγε γιατί μας ρωτούσε με τόση επιμονή για κάτι τόσο απλό που θα μας έβρισκε όλους σύμφωνους; Εκείνη πάλι φαίνεται πως κατάλαβε την απορία μας κι άρχισε να μιλά· η φωνή της ήταν ξερή, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της τραβήχτηκαν, «...όταν ανθίζει το ξύλο που κάποτε μπήγεις στη γη έχεις μοιράσει πια τη ζωή σου στα δυο· στο εξής, όπου κι αν φύγεις, όπου κι αν πας, όπου κι αν ξεχαστείς, θα πονάς διπλά, θα κλαις διπλά, η αγκαλιά σου θα γίνει άλλη τόση και τα φαρμακερά βέλη της τρέλας, της μοναξιάς και της απελπισίας θα βρουν το στήθος σου απροστάτευτο... Λοιπόν, προτού μου πείτε αν θέλετε να φυτέψουμε τη φλαμουριά, σκεφτείτε το, ύστερα δε θα μπορείτε να κάνετε πίσω...», αυτά μας είπε κι είχα την αίσθηση πως ήταν λόγια προετοιμασμένα από πριν. Τότε, προτού προφτάσουμε οι υπόλοιποι να πούμε τίποτε, ο Γιώργος, αντί άλλης απάντησης, άρχισε να τραγουδά «στη βρύυυση τη βουνίσια σιμά είναι η φλαααμουριά...» κι ευθύς τον ακολουθήσαμε όλοι μαζί με λόγια που ανέβαιναν στο στόμα μας σαν από θαύμα· δεν ήταν λογικό να θυμόμαστε τα λόγια του τραγουδιού με τη μία φορά που το είχαμε ακούσει λίγο πρωτύτερα, «...στον ίιισκιο της καθόοομουν να ονειρευτώωω συχνάαα...». Τότε η κυρία Δομένικα χαμογέλασε κι ολόκληρο το πρόσωπό της έλαμψε, ίσως και να κοίταζε το Γιώργο εκείνη τη στιγμή, εν πάση περιπτώσει, στην επόμενη στροφή άρχισε να τραγουδάει κι εκείνη μαζί μας, «...τη χάραζααα στη φλούουουδα ονόοοματα ιεράαα και πάντα εκεί γυρνούουουσα σε λύυυπη, σεεε χαρά...». Μια ευδαιμονία υπερκόσμια μας είχε κυριεύσει όλους μας μες στην τάξη, καθώς τραγουδούσαμε για εκείνο το δέντρο που θα φυτεύαμε, μια πλησμονή ηδονικών αισθημάτων μάς πλημμύρισε κι όλα γύρω μας έχασαν το αληθινό τους βάρος και υψώθηκαν στον αέρα. Και τη στιγμή που τραγουδούσαμε για τότε που «...μια μέεερα ταξιδεεεύω σε μέεερη μακρινάαα...», συνέβη εκείνο που τώρα, τόσα χρόνια αργότερα, χωρίς επιφύλαξη θα το έλεγα σημάδι του δαίμονα για την κατάρα που βασάνιζε από γεννησιμιού της τη δασκάλα μας... Να τι έγινε: η τσάντα της κυρίας Δομένικας, που ήταν όρθια πάνω στην έδρα, έπεσε χωρίς κανένας να την αγγίξει και μισάνοιξε· απ' το άνοιγμα φάνηκε το διπλωμένο μαντίλι της, ματωμένο φυσικά από τη μύτη του Σίμη. Και μέσα από το διπλωμένο ολοκόκκινο μαντίλι άρχισαν να βγαίνουν πασχαλίτσες, η μια πίσω απ' την άλλη σαν μια ατέλειωτη στρατιά. Δεν ξέρω το γιατί, μα από εκείνη κιόλας τη στιγμή δεν είχα καμιά αμφιβολία για το ότι εκείνες οι πασχαλίτσες που βγαίναν μέσα από το μαντίλι είχαν γεννηθεί από το αίμα του Σίμη που πότισε το βαμβακερό ύφασμα. Και, μ' όλο που όλοι μας την προσέξαμε αυτή την αλλόκοτη σκηνή, ούτε ένας δεν τόλμησε να σταματήσει το τραγούδι του, ίσως γιατί το νιώσαμε πως εκείνη τη στιγμή κάποια δύναμη πέρα από τα ανθρώπινα μέτρα μάς αποκαλυπτόταν, μια αποκάλυψη που αν έπαυε δε θα την αξιωνόμασταν για δεύτερη φορά· έτσι, συνεχίσαμε το στίχο που τραγουδούσαμε, για τη μέρα του μακρινού ταξιδιού όπου «...πάωωω να χαιρετήσω στερνάαα τη φλαααμουριά...», ενώ οι πασχαλίτσες που 'βγαιναν από το ματωμένο μαντίλι, καθώς προχωρούσαν, θαρρείς, σε παράταξη τέσσερις τέσσερις, πέντε πέντε, σχημάτισαν μια στενή, συμπαγή, κοκκινόμαυρη γραμμή που σιγά σιγά ακολούθησε μια ολωσδιόλου αλλοπρόσαλλη πορεία: κατέβαινε κατακόρυφα το ξύλο της έδρας, προχωρούσε στο λασπωμένο δάπεδο της τάξης ίσαμε κάτω από την καρέκλα του Σίμη, εκεί όπου είχε στάξει πριν από λίγο η ματωμένη μύτη του... Κι ενώ το τραγούδι μας συνέχισε για τη φλαμουριά που «...βουίζαν τα κλαδιάααα της σαν να μου κράζαν ωωω, κοντά μου πάντα μείειεινε, θα βρειειεις γαλήηηνη εδώ...», με έκπληξη βλέπαμε πως η γραμμή με τις πασχαλίτσες, από τη στιγμή που ένωσε το μαντίλι της έδρας με τις σταγόνες του αίματος κάτω στο λασπωμένο πάτωμα, έκανε μία ανεξήγητη στροφή, έναν ελιγμό σαν του φιδιού, και άρχισε να κατευθύνεται ίσια για την κυρία Δομένικα· και, καθώς την ώρα εκείνη του ελιγμού σταμάτησαν να βγαίνουν πασχαλιές από το μαντίλι της έδρας, νιώσαμε ακαθόριστα μέσα μας αυτό που πέντε χρόνια αργότερα θα το διαβάζαμε γραμμένο στην καρότσα του Ύπνου: «η Ψυχή θα αναγεννηθεί μέσα από τον αφρό του αίματος των αθώων». Η δασκάλα μας συνέχισε να τραγουδάει μαζί μας, «...μακριάαα τώρααα στα ξέεενα έχασα τη χαράαα που 'νιωωωθα εκεί πάαανω κοντά στη φλαμουριάαα...» και το μαυροκόκκινο φίδι που 'χε σχηματιστεί με το σμάρι από τις πασχαλίτσες ολοένα την πλησίαζε, κι όπως έβλεπα τρομαγμένος μια το πρόσωπό της και μια κάτω στο πάτωμα, δεν πρόσεξα ότι το μαντίλι της κυρίας Δομένικας στεκόταν πάνω στην έδρα λευκό, κατάλευκο, δεν πρόσεξα ακόμη πως οι σταγόνες του αίματος κάτω από τη θέση του Σίμη δεν υπήρχαν μετά το πέρασμα της αλλόκοτης στρατιάς, όχι, δεν τα πρόσεξα όλα αυτά, μα τα πρόσεξε ο Σώτερ και μας τα είπε αργότερα. Πλησίαζε, λοιπόν, το κοκκινόμαυρο φίδι τη δασκάλα μας, μα εκείνη δεν αντιδρούσε διόλου, σαν να μην το είχε δει. Κάποτε οι πασχαλίτσες άρχισαν να ανεβαίνουν στο πόδι της, και τότε ήταν που ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος, μα ο Σώτερ τον κράτησε από το μπράτσο και τον κάθισε κάτω, εμείς τραγουδούσαμε «...στο νου μου πάααντα μέεενει το ολόοοχαρο χωριόοο...», οι πασχαλίτσες ανέβαιναν σαν τύψεις, πρώτα την κοιλιά, έπειτα το στέρνο της κυρίας Δομένικας, πέρασαν το λαιμό της και τότε έγινε το πιο παράξενο, το ολωσδιόλου αλλόκοτο, αυτό που δήλωνε την παρουσία του υπερφυσικού πιο έντονα από όλα τα υπόλοιπα: εκείνες οι αναρίθμητες πασχαλίτσες που γεννήθηκαν ένα φθινοπωρινό μεσημέρι από το αίμα του Σίμη μαζεύτηκαν όλες μαζί (ναι, δεν είναι δυνατόν, μα έγινε) πάνω στα σκασμένα χείλη της δασκάλας μας και κόλλησαν εκεί επάνω, όπως θα κολλούσαν στο μαύρο μέλι. Η ένταση ήταν τόση, που σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι, χωρίς ωστόσο να σταματήσουμε το τραγούδι μας, που βρισκόταν άλλωστε στην κορύφωσή του, «στ' αυτιά μου ακούω πάαανταα...», η κυρία Δομένικα τραγουδούσε μαζί μας με πάθος, και, Θεέ μου, τι φριχτό, όλο και πύκνωναν οι πασχαλίτσες πάνω στα χείλια της, έμπαιναν στο στόμα της και στα ρουθούνια της, παραμορφώνοντάς της τη μορφή, φαντάσου ένα φίδι να κουλουριάζεται γύρω γύρω απ' το στόμα σου, κι εμείς βλέπαμε με τρόμο στα μάτια και ασυναίσθητα δυνάμωνε ο τόνος της φωνής μας, «... θα βρειειεις γαλήηηνη εδώ...», οι πασχαλίτσες σιγά σιγά χάνονταν μέσα στο στόμα της δασκάλας μας ή μπαίναν μες στη μύτη της κι ήταν σαν να 'χε ανοίξει μια φριχτή πληγή στο κέντρο του προσώπου της, «... θα βρειειεις γαλήηηνη εδώ...» τραγουδήσαμε κι εμείς ξέπνοα για δεύτερη φορά τον τελευταίο στίχο της φλαμουριάς, κι έπειτα έγινε σιωπή, όπως όταν τα όνειρα σε ξεβράζουν στον ξύπνιο, η κυρία Δομένικα μας έστρεψε την πλάτη για μερικά δευτερόλεπτα κι ύστερα γύρισε και μας κοίταξε. Κι αν κάτι που είναι πέρα από τη λογική σε τρομάζει μια φορά, είναι δυο φορές μεγαλύτερος ο τρόμος όταν αυτό το κάτι παύει ξαφνικά να υπάρχει κι εσύ γυρίζεις πίσω, σε αυτό που έχεις μάθει για πραγματικότητα. Έτσι κι εκείνο το προχωρημένο μεσημέρι, μόλις μετά τον τελευταίο στίχο του τραγουδιού μας, είδαμε την κυρία Δομένικα με τα χείλη σκασμένα όπως πάντοτε, μα ολοκάθαρα, λες κι οι πασχαλίτσες που είχαν γεννηθεί από το αίμα του Σίμη είχαν χαθεί μες στο στόμα της ή είχαν εξαφανιστεί σαν όραμα που σβήνει, τότε τρομάξαμε ακόμη περισσότερο κι ο τρόμος μας μεγάλωσε κι άλλο όταν την ακούσαμε να μας λέει σε εύθυμο τόνο, «...λοιπόν, μόλις τελειώσουμε την αλφαβήτα θα τη φυτέψουμε τη φλαμουριά, έτσι;».

 

Καθώς αναλογίζομαι μετά από τόσα χρόνια αυτό το περιστατικό με τις μαγιάτικες πασχαλίτσες που γεννήθηκαν ένα φθινοπωρινό μεσημέρι από τις κόκκινες σταγόνες μιας ματωμένης μύτης και χάθηκαν μέσα στο στόμα της κυρίας Δομένικας, μπορώ τώρα να πω χωρίς αμφιβολία πως όλα αυτά ήταν μια ξεκάθαρη επίδειξη της ισχύος που είχαν οι σκοτεινές δυνάμεις στη ζωή της δασκάλας μας. Εξάλλου, όπως μάθαμε αργότερα, τα χείλια της, όπου κόλλησαν οι πασχαλίτσες σαν στο μέλι, ήταν μια γοητευτική μα φαρμακερή παγίδα θανάτου... Ωστόσο δεν πρέπει να προτρέχω, ούτε και να χαλάω τη σειρά των γεγονότων ανοίγοντας παρενθέσεις, γιατί μόλις και μετά βίας συγκρατώ το κουβάρι, κι αν ανοίγω παρενθέσεις, μπορεί να παγιδευτώ για πάντα μες στις αγκύλες τους.

  Για ένα μήνα δεν έγινε η παραμικρή νύξη για εκείνο το μεσημέρι του Οκτωβρίου. Στις αρχές του Νοεμβρίου όμως τελειώσαμε την αλφαβήτα και η κυρία Δομένικα μας ζωγράφισε στον πίνακα την ώρα

 

 

που θα περάσει —όπως μας είπε— δίχως να το πάρουμε χαμπάρι. Ύστερα γύρισε και μας είπε χαμογελαστή: «άντε, τώρα που τελειώσαμε με το ωμέγα, θα πάμε να φυτέψουμε εκείνη τη φλαμουριά που λέγαμε;». Τότε μας κατέλαβε ο ίδιος εκείνος τρόμος, όπως την ημέρα που οι πασχαλίτσες βγήκαν μέσα από το κόκκινο ματωμένο μαντίλι —ο τρόμος που τον είχαμε απωθήσει στα βάθη της ψυχής μας—, καθώς για ένα ολόκληρο μήνα δεν είχαμε μιλήσει για εκείνο το ακατανόητο περιστατικό ούτε καν μεταξύ μας, μ' όλο που από τότε είχαμε μαζευτεί άλλες τρεις φορές στα Βαρέλια (τη μία κατάπιαμε τις μπίλιες μας, την άλλη βρήκε ο καθένας το σκοπό της ζωής του, την τελευταία βγάλαμε από το στόμα μας φωτιές), σε καμιά δεν είχαμε μιλήσει για τις πασχαλίτσες· αντίθετα, είχαμε προσπαθήσει να τις ξεχάσουμε όπως ένα άσχημο όνειρο... Και φαίνεται πως ο τρόμος που μας κυρίευσε μόλις η δασκάλα μας μας ξαναμίλησε για τη φλαμουριά αποτυπώθηκε στην έκφραση που πήραν τα πρόσωπά μας, γιατί η κυρία Δομένικα, μόλις πέρασε ένα λεπτό μες στη σιωπή, μας είπε περιπαιχτικά «κοτζάμ άντρες και φοβάστε τόσο πολύ, λοιπόν;» κι είναι αλήθεια πως αυτή η κουβέντα μάς χτύπησε σαν μαχαιριά στο στήθος, κι ο Γιώργος (ποιος άλλος;) στη στιγμή τής απάντησε, «τώρα που μάθαμε το ωμέγα δε φοβόμαστε τίποτε...» είπε και σηκώθηκε όρθιος. Έτσι, ήρθαμε στο φιλότιμο και πήγαμε και φυτέψαμε τη φλαμουριά εκείνο το πρωινό που μάθαμε και το ωμέγα. Η δασκάλα μας είχε φέρει μαζί της σε μια σακούλα νάιλον ένα κλαδάκι τριάντα περίπου εκατοστών και μας είπε «αν το μπήξουμε στο χώμα κι έχουμε πίστη, θα βγάλει ρίζες και θα πετάξει κλαδιά...». Περπατήσαμε, λοιπόν, ως τις μαργαρίτες, ανεβήκαμε τα δέκα μέτρα του φαλακρού υψώματος και φτάσαμε εκεί όπου ανάμεσα στους βράχους ήτανε σφηνωμένη μια ξερή βρύση με κοντό σιδεροσωλήνα (κανείς δεν ήξερε ποιος και γιατί την είχε περάσει εκεί πέρα, μα όταν τρεισήμισι χρόνια υστερότερα έπεσε το μεγάλο θανατικό με την αρρώστια των ματιών και οι Αμόλυντοι φαρμάκωσαν το υδραγωγείο, τότε αυτή η ταπεινή βρύση έβγαλε, σαν από θαύμα, καθαρό νερό και για έξι ολόκληρους μήνες η γειτονιά μας —και όχι μόνο— έπινε μονάχα απ' αυτήν), εκεί πήγαμε, λοιπόν, και μόλις φτάσαμε, η κυρία Δομένικα είπε στον Όττο «πάρε μια πέτρα και πέταξέ την όσο ψηλότερα μπορείς...». Ο Όττος πέταξε μια πέτρα κατακόρυφα κι όλοι τραβηχτήκαμε πίσω μη μας βρει πέφτοντας κατακούτελα. Κι όταν η πέτρα έπεσε στο χώμα, τρία τέσσερα μέτρα πιο πέρα από τη βρύση, η κυρία Δομένικα πήγε και την πάτησε με το πόδι της κι είπε «εδώ». Έτσι, λοιπόν, αφήσαμε την τύχη να διαλέξει το σημείο που θα φυτεύαμε το δέντρο για το οποίο θα νιώθαμε υπεύθυνοι για όλη μας τη ζωή. Μ' ένα μικρό σιδερένιο σκαλιστήρι, που το κουβαλούσε κι αυτό στη νάιλον σακούλα της η κυρία Δομένικα, σκάψαμε ένα λάκκο, στενό μα αρκετά βαθύ, ίσαμε μισό χέρι. Στο μεταξύ έφτασε κι ο Κούλης, που στον πηγεμό τού 'χε πει η δασκάλα μας να φέρει μισό τενεκέ νερό από το σπίτι του, που 'ταν το τελευταίο του κάτω δρόμου, χύσαμε λίγο μες στο λάκκο, έπειτα ρίξαμε και χώμα για να γίνει λάσπη κι ύστερα η κυρία Δομένικα μας είπε να πιάσουμε ο καθένας τους ώμους των μπροστινών μας, μπροστά μπροστά ήτανε ο Μανόλης, ο Κώστας, ο Όττος κι εκείνη, που 'χαν χουφτιάσει το αδύναμο κλαδάκι, η δασκάλα μας φώναξε τότε «ένα, δύο, τρία, τώρα» και στη στιγμή μπήξαμε όλοι μαζί, με μια κίνηση προς τα μπρος, το κλαδάκι της φλαμουριάς μες στο χώμα. Είναι η αλήθεια πως, μ' όλο που έτρεμε το φυλλοκάρδι μας κι από στιγμή σε στιγμή το περιμέναμε, δε συνέβη εκείνο το πρωινό κάποιο αλλόκοτο περιστατικό όμοιο με αυτό του προηγούμενου μήνα, τότε που οι πασχαλίτσες γεννήθηκαν μέσα από το αίμα και χάθηκαν ανάμεσα στα χείλια της δασκάλας μας· δε φάνηκε λοιπόν εκείνο το πρωινό του Νοεμβρίου κάποιο απ' τα σημάδια του μυστικού της κυρίας Δομένικας· μονάχα φυτέψαμε τη φλαμουριά μας, με τις παλάμες πατικώσαμε το χώμα γύρω γύρω απ' το λεπτό κλαδάκι κι έπειτα πιασμένοι χέρι χέρι τραγουδήσαμε εκείνο το θλιμμένο τραγούδι για τη φλαμουριά. Κι όσο κι αν σου φαίνεται παράξενο, πριν καν τελειώσει η πρώτη στροφή, αρχίσαμε να χορεύουμε στον αργό ρυθμό του, απαλλαγμένοι πια από φόβο και σκοτεινούς εφιάλτες, λυτρωμένοι από ασυνείδητες ενοχές που πίκραιναν το στόμα μας σαν χαλασμένο δόντι την ώρα του ύπνου — ναι, αγάπη μου, χορεύαμε και τραγουδούσαμε στο φαλακρό ύψωμα πάνω από τις μαργαρίτες μ' ένα ανεξήγητο αίσθημα λύτρωσης, ίσως και να 'ταν η ελπίδα της ζωής που θα ξεπηδούσε μέσα απ' το χώμα, ίσως να 'ταν και η γαλήνη που μας υποσχόταν ο απαλός άνεμος που βούιζε ανάμεσα από τα καταπράσινα φύλλα· ποιος το ξέρει. Ήτανε τόση η ευφορία μας, τόσο πολύ γέμιζε την ψυχή μας η μαγεία εκείνων των στιγμών, που μόλις τελείωσε το τραγούδι γυρίσαμε στην αλάνα εξακολουθώντας να 'μαστε πιασμένοι χέρι χέρι και χορεύοντας στον προηγούμενο ρυθμό, μ' όλο που δεν υπήρχε πια τραγούδι· και την ώρα που ξεκινούσαμε να γυρίσουμε, η δασκάλα μας μας είπε «ας πάμε τώρα πίσω κι όποιος στο τέλος απομείνει να βάλει στη φλαμουριά φωτιά...», ναι, αυτό είπε και μου 'κλεισε το μάτι χαμογελώντας πονηρά, μα τούτο —για φαντάσου— δε με πείραξε μήτε μου έκανε καμιά εντύπωση, λες και δεν ήμουν εγώ μα κάποιος άλλος. Μόνο όταν φτάσαμε στην τάξη και καθίσαμε στα θρανία μας, νιώσαμε να ξαναγυρνάμε στην πραγματικότητα, καθώς είδαμε στον πίνακα τη ζωγραφισμένη ώρα, αλίμονο, πώς είχε περάσει έτσι η ώρα.