θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 11ο

 

 

 

 

 

 11.

 

Ο Θεός σβήστηκε

 

 

 

Θα 'χε περάσει καμιά βδομάδα από τη δεκάτη τετάρτη Σεπτεμβρίου του εβδομήντα πέντε, από τότε δηλαδή που το ασημένιο ρολόι χάθηκε κάτω απ' το μαντίλι της κυρίας Δομένικας, όταν ένα μουντό μεσημέρι (είχαμε μάθημα στην απογευματινή βάρδια) η κυρία Δομένικα μας μίλησε για το τι σημαίνει να αγαπάς έχοντας δεμένα τα μάτια σου με μαύρη κορδέλα. Όλα άρχισαν προς το τέλος της δεύτερης ώρας, τότε που η δασκάλα μας έγραψε με μεγάλα γράμματα πάνω πάνω στον πίνακα τη λέξη «Θεός» κι εμείς αντιγράψαμε τα τέσσερα γράμματα στα τετράδιά μας —στην ουσία, τα ζωγραφίσαμε— καθώς δεν είχαμε μάθει ακόμα την αλφαβήτα. Κι αφού τελειώσαμε την αντιγραφή κι ενώ περιμέναμε την κυρία Δομένικα να μας ζωγραφίσει στον πίνακα αυτό που σήμαινε εκείνη η λέξη — έτσι είχε κάνει όλες τις προηγούμενες ημέρες με τις λέξεις που άρχιζαν από τα εφτά πρώτα γράμματα του αλφαβήτου, όπως μας είχε ζωγραφίσει δηλαδή

 

τον άνεμο,

 

 

 

 

τη βροχή,

 

 

 

το γάλα που χύθηκε απ' το ποτήρι,

 

 

το δάκρυ,

 

 

τον εχθρό,

 

 

 

τη ζάχαρη,

 

 

 

και τον ήλιο

 

 

 

Ενώ περιμέναμε λοιπόν την κυρία Δομένικα να μας ζωγραφίσει το Θεό, εκείνη άφησε την κιμωλία πάνω στην έδρα και προχώρησε προς το παράθυρο. Θα πέρασαν δέκα περίπου λεπτά που η δασκάλα μας κοιτούσε τον γκρίζο ουρανό — τι να 'ψαχνε άραγε; Κάποτε ο Σώτερ ψέλλισε χαμηλόφωνα «κυρία, δε μας ζωγραφίσατε το Θεό...», η κυρία Δομένικα γύρισε τότε και μας κοίταξε, είχε ένα ύφος θλιμμένο και συνάμα γλυκύτατο, «άκουσε» είπε, «δεν υπάρχει τίποτε για να σας ζωγραφίσω...». Και σαν είπε αυτά τα λόγια, έγινε αναμεταξύ μας σούσουρο, τι να εννοούσε άραγε με τούτη την κουβέντα της η δασκάλα μας, μήπως το ότι δεν υπήρχε Θεός, μα τότε ποιος ήταν ο υπερκόσμιος πατέρας μας που έφτυσε και μας έπλασε και μας φύσηξε τη ζωή, ποιος ήταν αυτός που γέμισε την ομορφιά αγκάθια και στο κουκούτσι της κάθε ηδονής στάλαξε τη θλίψη, τη μελαγχολία και τις τύψεις· κι αν δεν υπήρχε Θεός, εμείς πώς υπήρχαμε, μήπως είχαμε φυτρώσει στα λάχανα; Τέτοια ερωτήματα τριβέλιζαν το νου μας, όταν ξαφνικά ο Ζήσης έβαλε τα κλάματα κι όλοι λίγο πολύ μπορούσαμε να φανταστούμε το γιατί. Εκείνη, μόλις είδε το Ζήση να κλαίει, αμέσως πήγε στο θρανίο του, γονάτισε πλάι του και με τη γυμνή παλάμη του αριστερού της χεριού τού σκούπισε τα δάκρυα, ενώ με το δεξί τού χάιδευε το μάγουλο· μάλιστα, καθώς είχα συνεχώς στραμμένο το βλέμμα μου επάνω της, μου φάνηκε για μια στιγμή πως έβαλε αστραπιαία το δάχτυλό της στη γλώσσα της και γεύτηκε τα δάκρυα του φίλου μας. Όταν ησύχασε κάπως ο Ζήσης —γιατί, όσο κι αν αγαπάς το Θεό, δε γινόταν να μην τον ησυχάσει το χάδι της δασκάλας μας—, η κυρία Δομένικα άρχισε να μας περνά όλους έναν έναν με βλέμμα διαπεραστικό — ήθελε θαρρείς να τρυπήσει το μυαλό μας· κάποτε μίλησε με φωνή τρεμάμενη, «ό,τι είναι να ρωτήσετε, ρωτήστε το τώρα...» είπε, ήτανε ολοφάνερο πως είχε ταραχτεί για τα καλά. Έγινε σιωπή τότε για ένα δύο λεπτά, κατόπιν ο Σώτερ σήκωσε το κεφάλι του, την κοίταξε καταπρόσωπο και τη ρώτησε ορθά κοφτά: «κυρία, πέστε μας, υπάρχει ή δεν υπάρχει;». Μόλις άκουσε την ερώτηση του Σώτερ, η κυρία Δομένικα έσκυψε το κεφάλι της, προσπάθησε να αρθρώσει κάποια κουβέντα που ανέβηκε στο στόμα της, μα δίστασε την τελευταία στιγμή —ίσως και να 'χε σκοπό κάποια πράγματα να μας τα πει αργότερα, όταν θα έχουμε δακρύσει έστω και μια φορά από τη θλίψη κάποιου σβησμένου δειλινού—, ωστόσο σχεδόν αμέσως κατάλαβε πως εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα δε γινόταν να μη μας μιλήσει. Τότε πήρε βαθιά ανάσα και μας ρώτησε: «Θέλετε να περπατήσουμε μαζί ως τις μαργαρίτες;».

 

Πράγματι, εκείνο το μουντό μεσημέρι περπατήσαμε ως τις μαργαρίτες. Ήταν ένα απόμερο ξέφωτο, εκεί όπου τέλειωνε το Μικρό Ρέμα, στη στροφή του κάτω δρόμου· ένα ξέφωτο γεμάτο με κάτασπρα λουλούδια. Στο κέντρο τους έκαιγε σαν ήλιος η κίτρινη γύρη. Τα λουλούδια αυτά —τι παράξενο— μέναν ολάνθιστα όλον το χρόνο· μόνο μια μέρα το φθινόπωρο και μια την άνοιξη μια σταγόνα ολοκόκκινο αίμα λέρωνε ανεξήγητα τα ολόλευκά τους πέταλα, κι ο Κώστας ρωτούσε πάντοτε το ίδιο, «αφού τα λουλούδια δεν έχουν αμαρτίες, γιατί ματώνουν;», ωστόσο εκείνη τη μέρα, που περπατήσαμε για πρώτη φορά ως τις μαργαρίτες μαζί με την κυρία Δομένικα, δεν ξέραμε τίποτε απ' όλα αυτά, μονάχα ξέραμε πως τα πέταλα εκείνων των λουλουδιών τα μαδάνε για κάποιο λόγο της καρδιάς, και προχωρούσαμε διστακτικοί και αμίλητοι. Κάποτε φτάσαμε στο μικρό ξέφωτο κι η δασκάλα μας κάθισε πρώτη οκλαδόν· ευθύς τη μιμηθήκαμε κι εμείς. Τότε ήταν που η κυρία Δομένικα άρχισε να μιλά, κι η γλυκύτατη φωνή της ένιωθες πως σε τύλιγε σαν μεθυστική ευωδιά: «κοιτάξτε τα λουλούδια γύρω σας...» είπε χαϊδεύοντας με την αριστερή της παλάμη το χώμα, «χαίρονται την ομορφιά, τον ήλιο, και τη βροχή δίχως να καταλαβαίνουν, βλασταίνουν και μαραίνονται ολομόναχα δίχως να νιώθουν τ' άνθισμά τους ή το χαμό τους· απλά στέκουνε τώρα κι αύριο θα ξεραθούν, θα τα σκορπίσει ο αέρας... Άραγε ποιος θα τα θυμάται;». Αυτά μας έλεγε εκείνη, κι εμείς μήτε που καταλαβαίναμε τι σχέση είχε ο Θεός με τα λουλούδια που δε θα τα θυμάται κανένας αύριο, μα ήτανε τόσο γλυκιά η φωνή της, που σε μάγευε και μόνο να την ακούς: «Οι άνθρωποι θυμούνται και καταλαβαίνουν, γι' αυτό ζουν το χαμό τους κάθε μέρα, αγαπούνε σε εκατόμβες πλημμυρισμένες στο αίμα, νοσταλγούν με σιδερένια δόντια στην καρδιά, κατανοούν το φόβο διά του φόβου, τετραγωνίζουν το θάνατο διά του θανάτου, κι όλα καταλήγουν στη μαύρη χοάνη, εκεί που σε κυκλώνει ένας εφιάλτης δίχως διέξοδο. Σε αυτή τη φρικτή χοάνη έρχεται κάποτε η ώρα που κάποιος μοιράζεται μαζί σου τον εφιάλτη και τότε το λουλούδι ανθίζει για να κελαηδήσει το κοράκι, το αφρόψαρο πηδά για να δακρύσει το λιοντάρι κι ο δήμιος τραγουδά για να γαληνέψει το πρόβατο, καθώς τότε, σαν σε τρελό πανηγύρι μες στον τρόμο, όλοι δίνουν όσα έχουν δίχως όριο: σινιάλα, χαμόγελα, ιδρώτα, λόγια, φιλιά, χάδια, αίμα, σάρκα, όρκους, την ίδια τη ζωή που πνέει στο σώμα, το αποτύπωμα του χεριού, το λαμπύρισμα των μαγεμένων ματιών, τα δάκρυα των απελπισμένων ερώτων... Αυτό νομίζω πως είναι ο Θεός, ένας κοινός εφιάλτης με όποιον βρέθηκε απέναντί σου, δίχως λογική κι ερμηνείες. Τι να σας ζωγραφίσω λοιπόν από αυτόν που σχηματίζεται με τη δική σας ανάσα; Μου μίλησαν και θα σας μιλήσουν για το Θεό που εύκολα ζωγραφίζεται μ' ένα σταυρό, μ' ένα μαστίγιο, μ' ένα μαχαίρι, για ένα Θεό που δίνει και παίρνει πίσω ό,τι έδωσε, για ένα Θεό που κρίνει και πληρώνει και θανατώνει και σημαδεύει, για το Θεό που συντρίβει τους πονηρούς όφεις, που προσφέρει το έλεος με ζυγαριά. Μην τους πιστέψετε· αν σας μιλήσουν για τούτο το Θεό, θα σας λένε ψέματα, θα σας μιλούν τα εντόσθια του στομαχιού τους κι όχι η γλώσσα τους. Γιατί ο Θεός της τελικής κρίσης είναι ένα ποτήρι με φαρμάκι... Γι' αυτό σας λέω, μην ξεραίνετε την ψυχή σας με το όνομά του· Θεός είναι να αγαπάς στο σκοτάδι έχοντας δεμένα τα μάτια σου με μαύρη κορδέλα, Θεός είναι να φιλάς στο στόμα τα πιο φαρμακερά φίδια, Θεός είναι να δακρύζεις για όσους χάθηκαν δίχως να ξέρεις τις λεπτομέρειες, να δακρύζεις για ό,τι χάθηκε, ακόμη και για τούτες τις μαργαρίτες που αύριο θα χαθούν...». Αυτά μας είπε η κυρία Δομένικα και σώπασε· ένα ύπουλο αεράκι βελόνιασε το δέρμα μας. Τότε σηκώθηκε όρθιος ο Ζήσης, που λάτρευε τόσο πολύ το Θεό ή ό,τι θεωρούσε αυτός για Θεό· από τα μάτια του κυλούσαν δάκρυα: «Πάντοτε θα δακρύζω για τις μαργαρίτες που αύριο θα χαθούν...» είπε με φωνή που έτρεμε. Κι αφού πέρασε κάμποση ώρα που μείναμε μες στη σιωπή, κι η ψύχρα του αγέρα που 'χε σηκωθεί μας λόγχιζε τα μπράτσα, είδαμε κάποτε τη δασκάλα μας να σηκώνεται αμίλητη· αμέσως σηκωθήκαμε κι εμείς κι όλοι μαζί πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το σχολείο. Μα όταν μπήκαμε στην τάξη, μας περίμενε μία έκπληξη: η λέξη «Θεός» που είχε γράψει πριν από μια ώρα στον πίνακα η κυρία Δομένικα είχε μόλις σβηστεί από φρεσκοβρεγμένο σφουγγάρι· μάλιστα στο μαύρο ξύλο είχε μείνει φανερό το ίχνος από την υγρασία του σφουγγαριού. Καθίσαμε τότε φοβισμένοι στα θρανία μας κυριευμένοι από δέος υπερκόσμιο κι ούτε ένας δεν τόλμησε να ρωτήσει ποιος είχε σβήσει εκείνη τη λέξη από το μαυροπίνακα...