θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 10ο

 

 

 

 

 

 10.

 

Εδώ ο αναγνώστης αρχίζει να μαθαίνει μερικά από αυτά

που κανονικά δεν πρέπει

 

 

 

Εντέλει με την κυρία Δομένικα κάναμε μάθημα όχι για μια, άλλα για δυο χρονιές (την πρώτη και τη δευτέρα δημοτικού), κι αυτές τις δύο χρονιές ήμασταν μαθητές της μονάχα δεκαπέντε αγόρια· για όλο αυτό το διάστημα τα κορίτσια κάνανε μάθημα με την κυρία Δροσιά και μόνο όταν η δασκάλα μας σταμάτησε απ' το σχολείο, γίναμε αναγκαστικά ένα τμήμα: στις εννιά Ιουνίου του εβδομήντα εφτά, την ημέρα που τέλειωσε η δευτέρα δημοτικού, η κυρία Δομένικα μας ανακοίνωσε στις μαργαρίτες πως από κείνη τη μέρα δε θα ήταν πια η δασκάλα μας... Ύστερα ήρθε το μυστικό καλοκαίρι της ζωής μου, ήρθε και σκόρπισε την ψυχή μου στους φριχτούς ανέμους των μεγάλων υποσχέσεων και της οριστικής νοσταλγίας, κατόπιν το φθινόπωρο του εβδομήντα εφτά, ήταν το φθινόπωρο που ο Αγιούτος έτρεξε στο καμίνι, το φθινόπωρο που πειστήκαμε πως υπάρχουν πράγματι φιλιά που σκοτώνουν, το φθινόπωρο που τελείωσε με τη γαλάζια πανσέληνο του Νοεμβρίου, τότε που είδαμε την κυρία Δομένικα για τελευταία φορά... Και βέβαια, όλον αυτόν τον καιρό που περάσαμε μαζί με τη δασκάλα μας, από τη μέρα που την πρωτοσυναντήσαμε ως τη βραδιά που μας πούλησε το παραμύθι ότι τάχα θα 'φευγε μονάχα για δυο μήνες για να λιώσει μια μαύρη πέτρα κάτω απ' τη γλώσσα της, κι έπειτα θα γυρνούσε στη γειτονιά μας (κι εμείς το πιστέψαμε, μ' όλο που την είδαμε να σταυρώνει τα δάχτυλά της), ως εκείνη τη μέρα λοιπόν, την εικοστή εβδόμη του Νοέμβρη, κι από τότε πάλι ως το πρωινό που βρήκαμε το κορμί της άψυχο επάνω στην Κουπέλα, την πέμπτη μέρα του Φλεβάρη του εβδομήντα οχτώ, συνέβησαν πάρα πολλά, κι εγώ δεν μπορώ να σου τα πω όπως έγιναν, δεν έχω τον τρόπο για κάτι τέτοιο, τα λόγια μου θα είναι μονάχα σκιές των όσων έζησα. Κι έτσι, άμα δεν καταλαβαίνεις κάπου την ιστορία της κυρίας Δομένικας, άμα μες στη διήγησή μου νιώσεις να φωλιάζουν ανεξήγητα κενά, μη δυσανασχετήσεις· αυτή ήταν η ζωή μου, και τα ανεξήγητα κενά ίσως ήταν οι πιο όμορφες και συναρπαστικές στιγμές της... Κι αν, πάλι, αιστανθείς πως η ιστορία που διηγούμαι υπηρετεί το σχέδιο κάποιας Ανώτερης Δύναμης του Καλού ή του Κακού, σου λέω πως δεν υπηρετώ κανέναν, απλά θα πω την εκδοχή μου, θα μιλήσω για την κυρία Δομένικα, κι ας με κρίνει αυτός που στο τέλος τρώει το πρόσωπο και την καρδιά, θα μιλήσω για τον άνεμο της Κουπέλας που σχηματίζει τρεις λέξεις, σφυρίζοντας ανάμεσα απ' τις αμυγδαλιές: «φύγε», «έρχου», «φίλησε».

 

Για την Κουπέλα πρωτάκουσα το Φλεβάρη του εβδομήντα έξι από το στόμα της κυρίας Δομένικας· ήταν η δεύτερη στροφή εκείνου του τραγουδιού που μας έμαθε την πρωτομηνιά του λειψού κακορίζικου μήνα, όπου ο Φλεβάρης ερχότανε φορώντας στο λαιμό την κόκκινη κορδέλα κι άνθιζε τις αμυγδαλιές επάνω στην Κουπέλα· από το στόμα της δασκάλας μας, λοιπόν, άκουσα για πρώτη φορά το όνομα του λόφου που ήταν για κείνη ο τόπος των παράφορων ερώτων κι έμελλε να γίνει κι ο τόπος της γαλήνης της. Κι όταν ανέβηκα για πρώτη φορά στην Κουπέλα —ακριβώς ένα χρόνο υστερότερα—, και πάλι εκείνη προχωρούσε μπροστά κι ανέβαινε πρώτη το Θάνατο, οδηγώντας μας στη Φωλίτσα, εκεί όπου περίμεναν —και περιμένουν, εμάς και όλους— τα παιδεμένα σώματα των απελπισμένων, εκεί όπου προδότες και προδομένοι σκόρπιζαν στον άνεμο την αγαπημένη στάχτη. Ήταν ένας ανεμόδαρτος λόφος λοιπόν η Κουπέλα, κρυμμένος ολότελα στις παρυφές του δάσους. Αν δεν υπήρχε κάποιος να σε πάει, την πρώτη φορά δε θα τον έβρισκες ούτε σε χίλια χρόνια, κι όμως μετά μας φαινότανε τόσο εύκολο· έπαιρνες απ' την αλάνα του εκατοστού πέμπτου τον επάνω δρόμο, άφηνες πεντακόσια μέτρα πίσω σου τον Πύργο, λοξοδρομούσες αριστερά κι ανέβαινες αγάλι αγάλι την ανηφορίτσα που σε 'βγαζε εμπρός στο Θάνατο· από εκεί και πέρα, αν το 'χες αποφασίσει, προχωρούσες... Κι όμως, μ' όλο που 'θελε μόλις μισή ώρα δρόμο απ' την αλάνα του σχολειού μας, εκείνος ο λόφος με τις μυγδαλιές ήτανε για τη γειτονιά μας κάτι το πονηρό, το μυστηριωδώς απαγορευμένο. Κανείς δε μιλούσε ποτέ γι 'αυτόν —κανείς εκτός από εκείνη βέβαια—, να φανταστείς ακόμα κι η απλή αναφορά στο όνομα της Κουπέλας προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση, φόβο και ταραχή σε όποιον το άκουγε, σαν να του θύμιζε κάποια παλιά ανομολόγητη αμαρτία ή μια αξεπλήρωτη οφειλή που αναπαυόταν για τα καλά στη λήθη. Και τούτον το φόβο τον κατάλαβα καλά από την πρώτη κιόλας μέρα που έμαθα για την Κουπέλα απ' το φλεβαριάτικο τραγούδι της κυρίας Δομένικας. Μόλις γύρισα στο σπίτι, ρώτησα τη μαμά μου τάχα αδιάφορα τι ήταν η Κουπέλα. Η μαμά μου δεν ήξερε· το βραδάκι όμως πήγε για κάμποση ώρα στην κυρία Φωτεινή... Όταν γύρισε ήταν αμίλητη. Άνοιξε το ψηλό ντουλάπι της κουζίνας και πήρε ένα βαζάκι. Κατόπιν μ' έπιασε, μου άνοιξε με το ζόρι το στόμα και μου 'βαλε μαύρο πιπέρι στη γλώσσα, για να μάθω, όπως έλεγε, να μη λέω προστυχιές. Μα εκείνη τη μέρα το μυαλό μου ήταν αλλού κι ούτε που μ' ένοιαξε το πιπέρι στη γλώσσα μου, μήτε και συλλογίστηκα διόλου το γιατί λύσσαξε τόσο η μαμά μου μόλις έμαθε τι ήταν η Κουπέλα. Το ίδιο μεσημέρι είχε, βλέπεις, φανερωθεί ο Σώτερ πως αγαπούσε κι αυτός την κυρία Πανδώρα, και το ίδιο βράδυ, μόλις θα έπεφταν για ύπνο οι γονιοί μας, ήταν να συναντηθούμε και να ορκιστούμε ξανά, οι τρεις μας αυτή τη φορά με κουμπάρο το Γιώργο, στο νταμάρι απέναντι απ' της Φρόσως, στο όνομα όσων κοκκίνισαν κάποτε τα μάγουλά τους...

 

Ωστόσο υπήρξε κάποιος που μου μίλησε για την Κουπέλα προτού μας ανεβάσει εκεί η κυρία Δομένικα την πρωτομηνιά του Φλεβάρη του εβδομήντα εφτά: ήταν ο Μαυρομανόλης. Έβραζε το καλοκαίρι του εβδομήντα έξι, Ιούλιος μήνας, όταν ένα βράδυ χωρίς άνεμο, που 'σταζε στα μέτωπά μας ο ιδρώτας από τη ζέστη, καθόμασταν οι δυο μας στο μπαλκόνι του σπιτιού του κι εγώ τον ρώτησα στα ίσια «Μανόλη, πες μου για την Κουπέλα...». Ο Μαυρομανόλης, όπως πάντοτε, πήρε μια γεμάτη τζούρα απ' το μακρύ τσιγάρο του και το πρόσωπό του χάθηκε για μια στιγμή πίσω από τον πηχτό μυρωδικό καπνό· κατόπιν απάντησε ζυγιάζοντας κατά το συνήθειό του μία μία τις λέξεις, «εγώ πήγαινα στη σπηλιά του Αϊ-Γιώργη...» είπε κι η απάντησή του μου φάνηκε ακατανόητη. Τότε ο Μαυρομανόλης συνέχισε μονολογώντας: «Στην Κουπέλα ανέβαινε ο Παντελής», «...ο Παντελής;» έκανα εγώ απορημένος, «ναι, ο Παντελής» είπε εκείνος, «μου μίλησε δύο ή τρεις φορές για κάποιο λόφο...», «για κάποιο λόφο;» αρπάχτηκα απ' την κουβέντα του με περιέργεια, ο Μαυρομανόλης έσβησε το τσιγάρο του με μια νευρική κίνηση, «...για κάποιο λόφο μέσα στο δάσος με τα πεύκα» συνέχισε, «που 'τανε κατάφορτος με μυγδαλιές, έτσι μου είπε...». «Μα θεριεύουν οι αμυγδαλιές μες στα πεύκα, Μανόλη;» τον ρώτησα και πάλι. Ο Μαυρομανόλης αχνοχαμογέλασε μιαν ιδέα τότε κι ύστερα, αγνοώντας την ερώτησή μου, είπε «ο Παντελής μού 'λεγε πως συναντούσε δαίμονες εκεί επάνω...», εγώ έμεινα άφωνος, μα φαίνεται πως γούρλωσα τα μάτια μου τρομαγμένος και εκείνος χαμογέλασε για να με καθησυχάσει, «μη φοβάσαι, δεν είχαν τη συνηθισμένη τους τρομερή όψη με τα κέρατα, τα κόκκινα μάτια, τη φλεγόμενη ουρά και τη σουβλερή τρίαινα στις άκρες των χεριών. Όχι, οι δαίμονες που τυραννούσανε την ψυχή του Παντελή επάνω στην Κουπέλα είχανε πάρει τη μορφή χαμένων προσώπων, κάτι σαν φαντάσματα, σφαγμένοι εχθροί και σφαγμένοι δικοί, ο προδομένος φίλος κι ο προδότης, η αγαπημένη γυναίκα, συναντιόντουσαν εκεί και...» ο Μαυρομανόλης σταμάτησε τότε για να πάρει ανάσα, «και;» ρώτησα όντας σε έξαψη· εκείνος άναψε ένα καινούριο τσιγάρο αναμετρώντας με με το βλέμμα του, πήρε δυο ή τρεις βαθιές τζούρες και κατόπιν επιτέλους μίλησε: «...τα πρωινά τον έβλεπα να έχει κόκκινα σημάδια σαν ρουφήγματα σ' όλα τα σημεία του κορμιού του που δεν καλύπτονταν με τα ρούχα, στα μάγουλα, στο λαιμό, στο σβέρκο, στους καρπούς και στις χελώνες των χεριών...». «Και δεν τον ρώτησες εσύ ποιος του τα 'κανε εκείνα τα ρουφήγματα;» τον διέκοψα εγώ, «όχι» απάντησε ξερά, «μόνο μια μέρα, από τις τελευταίες πριν φύγει, ήρθε κοντά μου χαμογελώντας τρελά και μου ψιθύρισε στο αυτί “αχ, πολύ μ' αγαπούνε οι δαίμονες...”». «Κι ύστερα τι έγινε;» ξαναρώτησα εγώ, ο Μαυρομανόλης τράβηξε και πάλι βαθιά τζούρα, «...το βράδυ, παραμονή του φευγιού του, τον είδα να παίρνει ξανά τη στράτα για την Κουπέλα κρατώντας στα χέρια ένα ξύλινο κουτί. Ήτανε κάτι παλιά γράμματα που τα φύλαγε μακριά από όλους μας· κανένας δεν ήξερε τίποτε γι' αυτά. Μόλις με είδε που τον έβλεπα, προσπάθησε ασυναίσθητα να κρύψει το κουτί κάτω απ' το πανωφόρι του. Μα στη στιγμή, νιώθοντας πως ό,τι ήτανε να δω το 'χα δει, με κοίταξε κατάματα και μου είπε “επάνω εκεί ο άνεμος θα σκορπίσει τη στάχτη”. Ύστερα έκανε μεταβολή και έφυγε...». «Και τι απέγινε;» ρώτησα και πάλι εγώ, κάπως δισταχτικά τούτη τη φορά, «την άλλη μέρα το χάραμα έφευγε» συνέχισε ο Μαυρομανόλης κοιτώντας έξω απ' το παράθυρο, «τον πήγα εγώ στο σταθμό και την ώρα που χωρίζαμε του είπα συνθηματικά “θα ανταμώσουμε το πρωινό”. Ο Παντελής τότε άπλωσε την παλάμη του, μου χάιδεψε τα χείλια με τα ακροδάχτυλά του και μου είπε “δεν υπάρχει πια πρωινό...”. Τρεις μήνες αργότερα έμαθα ότι αυτοκτόνησε σε μια ξένη πόλη με γκρίζο ουρανό...». Αυτά μου είπε ο Μαυρομανόλης και σώπασε. Για μια στιγμή φύσηξε ένα ελαφρύ αεράκι. Πέρασε ώρα, εκείνος άναψε κι άλλο τσιγάρο κι ύστερα κι άλλο — ήταν φανερό πως δεν είχε να μου πει τίποτε άλλο. Σηκώθηκα να φύγω, όταν έξαφνα τον ρώτησα κοφτά: «Μανόλη, ξέρεις τι θα πει Κουπέλα;». Εκείνος με κοίταξε για μια στιγμή στα μάτια κι ύστερα, κλείνοντας τα βλέφαρα, ψιθύρισε την ακατανόητη λέξη, που εγώ τον άκουσα να την ξεστομίζει άλλες τρεις φορές στα χρόνια που ακολούθησαν, κάθε φορά που ένιωθε πολύ κοντά του ζεστή την ανάσα της ήττας, της πικρής νοσταλγίας και του θανάτου: «σοσί...».

 

Αυτά που μου είπε ο Μαυρομανόλης εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ του εβδομήντα έξι ήταν και όλα όσα έμαθα για την Κουπέλα ίσαμε την πρωτομηνιά του Φλεβάρη του εβδομήντα εφτά, τότε που η κυρία Δομένικα μας ανέβασε επάνω στον ακουβέντιαστο λόφο και μας διηγήθηκε τη φοβερή ιστορία της Κουπέλας — την ιστορία ενός απελπισμένου στερνού αγκαλιάσματος... Και μες στους αμέσως επόμενους μήνες μάθαμε όσα μπορούσε να γνωρίζει κανείς για το μυστικό της· Μάρτιο την είδαμε να ερωτεύεται επάνω στην Κουπέλα, τρεις φορές τον Απρίλη και άλλες τρεις το Μάη περπατήσαμε το δειλινό ίσαμε το Θάνατο κι ύστερα πάλι πίσω, κι εκείνη μας μιλούσε για τις κατάρες που βάραιναν το ριζικό της, για το πάθος, για τον πονηρό φταίχτη και για τους λαιμούς των αθώων, για το σωριασμένο μανάβη επάνω στην καρότσα του... Κατόπιν ήρθε το καλοκαίρι του εβδομήντα εφτά κι εγώ έλειπα, κι ύστερα το βροχερό φθινόπωρο, τότε που ο Αγιούτος έτρεξε στο καμίνι· αρχές Οκτωβρίου ανεβήκαμε στο Στοιχειωμένο κι η γρια-Αλεξάνδρα, αφού πήρε χρυσάφι, μας απάντησε στις ερωτήσεις μας αν νικιέται άραγε το πεπρωμένο και ποια χείλη θα πάρουν απ' τα χείλη το θάνατο, και την ίδια μέρα ο Γιώργος έφυγε για το δάσος και τον χάσαμε για σαράντα μέρες. Κι όσο να γυρίσει ο φίλος μας, η κυρία Δομένικα έδωσε τρία φιλιά λυτρωμού, έτυχε να 'μαι μπροστά και να τα δω, το πρώτο στο μισοπεθαμένο σκύλο της αλάνας, το δεύτερο στον αποκεφαλισμένο Αϊ-Γιάννη, το τρίτο στον τρομακτικό ταξιδιώτη με τη μαύρη μάσκα στο πρόσωπο. Κι όταν ο Γιώργος γύρισε απ' το δάσος, το ίδιο κιόλας βράδυ, πήγε στο σπίτι της έχοντας ποτίσει τα χείλη του με αυτά που έπρεπε, με το φτύμα του φιδιού, το αίμα του λαγού, τα δάκρυα του λύκου και της κουκουβάγιας το κρώξιμο, και της ζήτησε ένα μόνο φιλί και τίποτε άλλο, μα εκείνη δε δέχτηκε, γιατί αγάπη εκ του ασφαλούς δεν είναι αγάπη. Και το βράδυ που γέμισε η τελευταία πανσέληνος του φθινοπώρου, στις είκοσι εφτά, μας ανέβασε στο δωμάτιό της και μας είπε πως όλα όσα ξέραμε ήτανε ψέματα, μας είχε κάνει, έλεγε, μια φάρσα, δεν υπήρχανε ούτε φαρμακωμένα χείλη ούτε κατάρες ούτε σατανικά σχέδια, έτσι μας είπε, κι εμείς τάχα δεν το προσέξαμε που σταύρωνε το δάχτυλο. Από τότε δεν την ξανάδαμε ζωντανή· σε εβδομήντα μέρες βρήκαμε το κορμί της πεσμένο μπρούμυτα επάνω στην Κουπέλα, τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα, κολλημένα πάνω στο χώμα, και βέβαια όλα είχαν γίνει όπως έπρεπε.