θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 9ο

 

 

 

 β.

 

 

[ο άνεμος]

 

 

 

 

******

 

 

 

 

9. 

 

Ένα ρολόι εξαφανίζεται

 

 

 

H ζωή μου συναντήθηκε με τη ζωή της κυρίας Δομένικας την ίδια μέρα που το κόκκινο τριαντάφυλλο της κυρίας Πανδώρας κύλησε μπροστά στα πόδια μου, μα και την ίδια μέρα που συνάντησα για πρώτη φορά όλους εκείνους που έμελλε να βαδίσουμε μαζί στο σκοτάδι του μεγάλου εφιάλτη νιώθοντας στο σβέρκο μας την ανάσα του θηρίου: ήταν η δεκάτη τρίτη Σεπτεμβρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε, η πρώτη μέρα της πρώτης δημοτικού... Κι είναι αλήθεια πως εκείνο το πρωινό, απ' τη στιγμή που η μάνα μου τραβώντας με απ' το μπράτσο μ' έσυρε με το στανιό απ' τη γωνιά του δρόμου της μάγισσας με τα μαύρα μάτια, δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τίποτε συγκεκριμένο εμπρός μου, λες κι είχα στραβωθεί από μιαν αλλόκοτη λάμψη· ούτε και θυμάμαι τον αγιασμό και μια ακαταλαβίστικη ομιλία που έκανε —όπως έμαθα αργότερα— ο Κερατένιος, ή το πώς μας χώρισαν σε τμήματα και μπήκαμε στην τάξη και βρεθήκαμε καθισμένοι στα θρανία μας, σιωπηλοί και ζαρωμένοι, μέσα στις μπλε φρεσκοπλυμένες μας ποδιές. Όση μνήμη μού μένει από το φοβερό εκείνο πρωινό είναι δοσμένη ολόκληρη σε κείνη που θα με πρόσμενε έστω για λίγο, έστω μονάχα για ένα βράδυ· εκείνη τη μέρα με είχε χτυπήσει αστροπελέκι, ήμουνα μαγεμένος με την κυρία Πανδώρα και δεν είχα καρδιά και νου για τίποτε και για κανέναν. Έτσι, όταν μπήκε στην τάξη η κυρία Δομένικα, είδα έναν ίσκιο χωρίς πρόσωπο (όμως κι οι άλλοι γύρω μου ήταν ίσκιοι κι αυτοί) κι ολωσδιόλου μηχανικά σηκώθηκα απ' τη θέση μου, βλέποντας τους μπροστινούς μου να κάνουν το ίδιο (ο Ζήσης είχε δασκαλευτεί από τη μάνα του να σηκωθεί μόλις έμπαινε η δασκάλα μας στην τάξη και οι υπόλοιποι τον μιμηθήκαμε χωρίς να ξέρει κανένας το γιατί), κι επίσης μηχανικά υπάκουσα σ' ένα νεύμα της που σήμαινε να καθίσουμε κάτω. Δυο μέρες αργότερα ρώτησα τον Κούλη και το Βέλια για τα όσα έγιναν εκείνο το πρώτο πρωινό του σχολείου· ήταν η ώρα που γυρνούσαμε στα σπίτια μας αργά το απόγευμα μετά την πρώτη συγκέντρωση της παρέας στο Μικρό Ρέμα, όταν καθίσαμε στα Βαρέλια, βγάλαμε τις ποδιές μας, μείναμε μόνο με τις φανέλες και μοιραστήκαμε ένα τσαμπί σταφύλια που έκοψε ο Μανόλης απ' τον αμπελώνα του κυρ Απόστολου (έπειτα φώναξε ο καθένας το όνομά του και μετά βάλαμε κι οι δεκαπέντε τις παλάμες μας τη μία πάνω στην άλλη, κι ο Σώτερ, που έβαλε τελευταίος την παλάμη του, είπε «εδώ για πάντα» κι εμείς κουνήσαμε καταφατικά το κεφάλι). Εκείνο το απόγευμα λοιπόν, οι δυο φίλοι μου μου τα είπαν όλα χαρτί και καλαμάρι: το πρωινό της δεκάτης τρίτης Σεπτεμβρίου η κυρία Δομένικα μπήκε στην τάξη ωχρή κι αγέλαστη, δε μας άρχισε στις γλύκες και στα καλοπιάσματα μήτε μας έβαλε να πούμε ένας ένας στη σειρά τα ονόματά μας (κι όταν δύο χρόνια αργότερα πήγε να μας το κάνει αυτό η κυρία Δροσιά, το 'χαμε μάθει πια το παραμύθι και της δώσαμε την απάντηση που έπρεπε) ούτε και μας πήρε με τις φλυαρίες και τους ανόητους ενθουσιασμούς που συνήθως πιάνουνε στα πρωτάκια ούτε και κάθισε στην έδρα αυστηρή κι έβγαλε τον κατάλογο να διαβάσει τα ονόματά μας, όμοια με την κυρία Μουτσουρίκου, που ένα χρόνο υστερότερα απ' την κυρία Δροσιά μάς είπε να σηκωνόμαστε όρθιοι μόλις ακούμε το όνομά μας («είναι ζήτημα αρχής...» είπε κατηγορηματικά, μα τι το 'θελε τούτο η έρμη, ο μοιραίος Νίκος εκείνη ακριβώς τη στιγμή τής πέταξε στο πρόσωπο την ψεύτικη μαύρη ταραντούλα που 'χε φτιάξει με σύρμα και μαύρο μεταξένιο ύφασμα και η κυρία Μουτσουρίκου την ξέχασε μια και καλή αυτή την αρχή της). Τίποτε απ' όλα αυτά δεν έκανε η κυρία Δομένικα εκείνο το πρώτο πρωινό του σχολείου, παρά στάθηκε σιωπηλή και ακίνητη μπροστά στο μαυροπίνακα και μας κοίταξε όλους προσεκτικά, τον ένα μετά τον άλλον, τα μάτια της καίγαν σαν καύτρες τσιγάρου... Έπειτα έβαλε το χέρι της στη φαρδιά μαύρη τσάντα της κι έβγαλε από μέσα ένα ρολόι· ήτανε ένα ασημένιο ρολόι τσέπης, από εκείνα του παλιού καιρού. Η κυρία Δομένικα κρέμασε την αλυσίδα του στο δείκτη του δεξιού της χεριού και μας το έδειξε για ένα περίπου λεπτό· τότε έγινε ησυχία και ακούστηκε απ' το κλειστό ρολόι ένα υπόκωφο μα ασταμάτητο τικ τακ. Κατόπιν, με μιαν απότομη κίνηση, άφησε το ρολόι με θόρυβο πάνω στην έδρα, σχεδόν το πέταξε, και χωρίς να πει ούτε μια λέξη άνοιξε βιαστικά την πόρτα της τάξης κι έφυγε σαν κυνηγημένη. Την ίδια στιγμή ο Γιώργος —κανείς βέβαια δεν ήξερε ακόμη το όνομά του, όλοι είδαμε ένα αδύνατο ξανθό παιδί με γαλανά διάφανα μάτια— σηκώθηκε απ' την καρέκλα του, έτρεξε στην έδρα μ' ένα πήδημα, ανέβηκε όρθιος πάνω στο ξύλο και κοίταξε με λαχτάρα έξω απ' το παράθυρο, προς τα εκεί που ξεμάκραινε η δασκάλα μας. Κι όπως μου είπαν ο Κούλης κι ο Βέλιας, μόλις πέρασε μισό λεπτό που κοιτούσε, έκανε κάτι παράξενο· κόλλησε με πάθος τα χείλια του στο τζάμι κι έμεινε σε αυτή την αλλοπρόσαλλη στάση μέχρι που όλοι φύγαμε απ' την τάξη — ήτανε φως φανάρι πως την είχε δαγκώσει για τα καλά τη λαμαρίνα με την παράξενη δασκάλα μας. Φαίνεται πως κάποιος πετούσε με το μαύρο τόξο του φαρμακερά βέλη εκείνο το πρώτο πρωινό που πήγαμε στο εκατοστό πέμπτο δημοτικό σχολείο...

 

Την επόμενη μέρα, στις δεκατέσσερις Σεπτεμβρίου, όταν μπήκαμε στην τάξη, είδαμε πως το ρολόι της κυρίας Δομένικας εξακολουθούσε να βρίσκεται πάνω στην έδρα, έτσι ακριβώς όπως το 'χε αφήσει την προηγουμένη. Καθώς πήγαινα προς το θρανίο μου —ήτανε το τελευταίο θρανίο της μεσιανής σειράς, αριστερά μου είχε καθίσει τέρμα γωνία στη σειρά των παραθύρων μόνος του σε δύο καρέκλες ο Μεγάλος Πρόδρομος, εμπρός μου ο Σώτερ κι ο Μανόλης και πλάι μου ο Πέτρος (αυτός που αργότερα του κολλήσαμε ένα σωρό παρατσούκλια, όπως Πέτρος ο Ζβουμ ή Βραζιλιάνος ή Αόρατος Ζαμαρίνιο ή Αγιούτος)—, καθώς πήγαινα προς το θρανίο λοιπόν, έπεσε η ματιά μου σε κείνο το ρολόι και κοντοστάθηκα μπροστά στην έδρα. Κι όπως ήταν ακόμη σκοτισμένο το μυαλό μου από το ρόδο της κυρίας Πανδώρας που κατρακύλησε στα πόδια μου το προηγούμενο πρωί, απ' τις τρομερές ιστορίες της κυρίας Φωτεινής κι απ' τη διαταγή της μάνας μου να πηγαίνω και να έρχομαι απ' το σχολείο τον καρόδρομο της Περραιβού κι όχι το δρόμο εκείνης, έσκυψα ασυναίσθητα το αυτί μου προς το κλειστό ασημένιο ρολόι, χωρίς να ξέρω το γιατί, κι άκουσα κι εγώ εκείνο το τικ τακ... Και τότε με κατέλαβε μια πνευματική έξαψη, αφύσικη για ένα παιδί έξι χρόνων· ένιωσα πως εκείνος ο ταπεινός ήχος του ασημένιου ρολογιού είναι που θα ζαρώσει το τσιτωμένο δέρμα μας, που θα μας γεράσει και θα μας σαπίσει και θα μας κάνει στάχτη και θα μας σκορπίσει, αυτός ο ταπεινός ήχος είναι ο άπιαστος χρόνος που δαμάζει τα πάντα, αυτός που είναι πάντοτε χαμένος και που κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να τον κρατήσει στην παλάμη του έστω και για μια στιγμή — α, αγάπη μου, αλήθεια σου λέω, εκείνη την ώρα ήμουν απολύτως βέβαιος πως αυτός ο άπιαστος χρόνος είχε βρεθεί μπροστά μου, έφτανε να απλώσω το χέρι μου και να τον αγγίξω, να τον σηκώσω από την έδρα και να τον κρατήσω σφιχτά στην παλάμη μου, πρώτος εγώ απ' όλους τους ανθρώπους της γης. Μα όταν έκανα να κινήσω το μπράτσο μου και να αγγίξω εκείνο το ρολόι, έξαφνα δείλιασα, μια αόρατη δύναμη αγκύλωσε το χέρι μου... Όπως έμεινα ακίνητος, ένιωσα δύο μάτια να καίνε στην πλάτη μου· αμέσως γύρισα και είδα: απέναντί μου στεκότανε η κυρία Δομένικα· για πότε είχε μπει στην τάξη ούτε που το κατάλαβα. Με κοίταζε κατάματα με τα πράσινα γλυκύτατα μάτια της και χαμογελούσε με κείνο το τόσο παράξενο χαμόγελό της, που ήταν γλυκό και πικρό συνάμα. Και σαν πέρασε ένα λεπτό που κοιτιόμασταν, η κυρία Δομένικα είπε με τη μελωδική βαθιά φωνή της: «κάθε ξεκίνημα είναι ένας θάνατος· άμα φοβηθείς μια φορά, θα φοβάσαι για πάντα...». Εγώ τότε χαμήλωσα τα μάτια μου, Θεέ μου, με πόση απλότητα εκείνη είχε ξεστομίσει εκείνη την κουβέντα: «...άμα φοβηθείς μια φορά, θα φοβάσαι για πάντα...»· θα ήμουν για πάντα λοιπόν υποχείριο του φόβου. Πόσο ντρεπόμουν και ταυτόχρονα θύμωνα και με τον εαυτό μου· τι το 'θελα ο βλάκας να σταθώ μπρος απ' το παλιό ασημένιο ρολόι. Κι έτσι, ντροπιασμένος όπως ήμουν, έκανα μεταβολή με σκυμμένο το κεφάλι για να καθίσω στη θέση μου. Μα εκείνη τη στιγμή ένα χέρι με έπιασε απ' το μπράτσο και με εμπόδισε να προχωρήσω. Ήταν το χέρι εκείνης· εξακολουθούσε να με κοιτά κατάματα. «...Κι είπα στην ψυχή μου: να φοβάσαι και να περιμένεις τη φρίκη...» ψιθύρισε, σαν να συμπλήρωνε αργοπορημένα την προηγούμενη κουβέντα της. Μα εγώ εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτε απ' όσα έλεγε —πού να τα καταλάβω τα ακατανόητα— και τούτο μεγάλωνε την ντροπή μου. Έτσι, με μια απότομη κίνηση ξέφυγα από το σφίξιμό της και τρέχοντας σχεδόν πήγα και κάθισα στη θέση μου, πέφτοντας πάνω στο θρανίο με το πρόσωπό μου ριγμένο στα μπράτσα μου.

 

Όταν μια ώρα αργότερα, παρ' όλη την ντροπή μου, σήκωσα σιγά σιγά το κεφάλι μου, τότε μονάχα μπόρεσα να δω και να αποτυπώσω μια για πάντα στο μυαλό μου την εικόνα της κυρίας Δομένικας· στεκόταν όρθια μπροστά από το μαύρο πίνακα, θαρρείς κι απολιθώθηκε στη θέση όπου στεκόταν, όταν μου είπε την αινιγματική της κουβέντα· κι όπως μου είπαν ο Κούλης κι ο Βέλιας την επομένη, επί μία ώρα δεν άνοιξε διόλου το στόμα της μήτε καν κουνήθηκε διόλου πέρα δώθε, όχι, έμενε ακίνητη σαν άγαλμα και κοιτούσε πίσω μας το λευκό τοίχο. Ήταν λοιπόν μάλλον ψηλή στο ανάστημα η κυρία Δομένικα, θέλω να πω πως ήταν κάπως πιο ψηλή απ' τις άλλες γυναίκες που ήξερα — απ' τη μαμά μου, λόγου χάρη, ή απ' την κυρία Φωτεινή· δεν είχε βέβαια το παράστημα της κυρίας Πανδώρας, μα ποια γυναίκα απ' όσες γνώρισα στη ζωή μου είχε το παράστημα της μάγισσας με τα μαύρα μάτια; Όσο για το κορμί της, η κυρία Δομένικα ήταν αδύνατη μα όχι καμία κοκαλιάρα ξυλάγγουρη —εγώ, που την είδα γυμνή, το ξέρω καλά αυτό—, απλά το σώμα της είχε μια παραξενιά: ενώ από τους αστραγάλους της ίσαμε τον αφαλό της η κάθε θηλυκή καμπύλη ήτανε θαυμαστά καλογραμμένη, σχεδόν τέλεια, οι πλάτες της άνοιγαν φαρδιές, σαν σε άντρα, τα μπράτσα της ήταν σφιχτά και τα μούσκουλά της σφιχτά. Και το πιο παράξενο: δεν είχε διόλου στήθος, ήτανε αυτό που λέμε σανίδα· εκεί που οι άλλες έχουνε βυζιά αυτή είχε δύο σάρκινα εξογκώματα — αν δεν ήξερες, ίσως θα τα περνούσες για ρώγες... Τα ρούχα που φορούσε ήτανε πάντοτε συνηθισμένα· μια φούστα και μια μπλούζα ή ένα πουκάμισο, κι όταν έβρεχε μια μαντίλα στο κεφάλι· χρώματα θαμπά, που δεν τα θυμόσουν, ίσια παπούτσια, ή πέδιλα, δηλαδή ντύσιμο απλό, λιτό, καθημερινό, που δεν το πρόσεχε κανείς· ήτανε προφανές πως δεν είχε καμιά γυναικεία φιλαρέσκεια να ικανοποιήσει. Ίσως όμως και να 'ταν άλλη η αιτία που φάνταζε τόσο ουδέτερο το ντύσιμό της στα μάτια μας· γιατί είναι αλήθεια πως όποιος κοίταξε κατάματα την κυρία Δομένικα, έστω και τυχαία, δεν μπόρεσε να ξεκολλήσει εύκολα το βλέμμα του από το πρόσωπό της, παρά έμενε να την κοιτά ακίνητος, σαν να ναρκωνόταν πρόσκαιρα με το πετάρισμα των βλεφάρων της. Όχι πως είχε καμιά αγγελική θεσπέσια ομορφιά, μήτε στα μάτια της σπίθιζε η βουβή πρόκληση της θηλυκότητας, μα είχε στο πρόσωπό της κάτι ακαθόριστο που αιχμαλώτιζε το βλέμμα σου όμοια με το κερί που τρεμοπαίζει ή το αίμα που απλώνει... Κι άλλοτε έλεγα πως αυτό το κάτι ήτανε τα μάτια της —πράσινα σαν το βυθό της θάλασσας—, άλλοτε θαρρούσα πως τη μεγαλύτερη εντύπωση μου έκαναν τα έντονα μήλα του προσώπου της και τα ρουφηγμένα μάγουλά της, άλλοτε πρόσεχα τα φρύδια της που ενώνονταν αναμεταξύ τους, ή τη στρογγυλή, σουβλερή, σχεδόν αστεία, μύτη της ή τα καστανόξανθα μαλλιά της που όταν ο ήλιος χτυπούσε κατευθείαν πάνω τους μοιάζαν να 'χαν πάρει φωτιά, κι άλλοτε η ματιά μου έπεφτε στα πιο χτυπητά σημάδια της: πρώτα στη μαύρη κρεατοελιά στο δεξί μάγουλο, μεγάλη όσο ένα δαχτυλίδι αρραβώνα, να φαντάζει πάνω στο ωχρό της δέρμα σαν ένα φτύμα του πονηρού στην αγνότητα, έπειτα στο μαύρο νύχι του μικρού δάχτυλου του αριστερού της χεριού, μακρύ ίσαμε τρία τέσσερα εκατοστά και κοφτερό σαν ξυράφι, αλίμονο, έτοιμο να κόψει καρωτίδες και να ξεριζώσει βολβούς ματιών, και τέλος στα χείλια της, α, τα χείλια της, σαρκώδη και διαρκώς πρησμένα, νόμιζες πως θα σκάζανε στο πρώτο άγγιγμα και θα ματώνανε, το χρώμα τους ήταν ένα ηδονικό πεθαμένο κόκκινο — σου μιλώ, αγάπη μου, για χείλια που φέρναν το θάνατο στη στιγμή. Θες ήταν όλα αυτά, θες ήταν κάτι άλλο που δεν πρόσεξαν τα παιδικά μου μάτια, όταν σε κοιτούσε η κυρία Δομένικα, δε γινόταν να χαμηλώσεις το βλέμμα σου, ένιωθες πως έβλεπε μεμιάς το βάθος της ψυχής σου και πως δεν είχες πια τίποτε να κρύψεις· κι όταν σου χαμογελούσε, σε γέμιζε μια άφατη γλύκα, κάτι σαν γαλήνη, μα φορές φορές, ιδίως όσο περνούσε ο καιρός, στάλαζε μέσα σου και μια ύπουλη, αδιόρατη μελαγχολία. Κι ήτανε τόσο δυνατή η ματιά της, που, να σκεφτείς, αν κοίταζε επίμονα τη φλόγα ενός κεριού, το 'σβηνε (μόνο τον Ύπνο είδα να 'χει και εκείνος τέτοια δυνατή ματιά, όταν δύο χρόνια μετά το θάνατο της δασκάλας μας, ξεκλείδωσε μια χρυσή κλειδαριά κοιτώντας την επίμονα για μισό λεπτό).

 

Και τώρα που σου μίλησα με τόσα για το παρουσιαστικό της κυρίας Δομένικας, τώρα το νιώθω καλά εκείνο που μου 'πε ο Μαυρομανόλης ένα ανοιξιάτικο βράδυ του χίλια εννιακόσια ογδόντα δύο: «οι λέξεις είναι μια χυδαία απάτη»· τώρα το νιώθω πόσο πολύ στρέχει τούτο, τώρα που είπα όλα όσα γίνεται να πει κανείς για τη μορφή εκείνης και δεν έχω πει τίποτε, τίποτε δεν έχω καταφέρει να σου δώσω από το ηδονικό τρέμουλο που έκοβε τα γόνατά μου όταν στεκόμουν απέναντί της, ούτε απ' την ανεξήγητη νοσταλγία που με κυρίευε με εκείνο το διφορούμενα καταφατικό βλέμμα της, σαν καλοκαιρινή ευωδιά μάντρας κατάφορτης με γιασεμιά, δε μεταφέρεται λοιπόν η πραγματική ζωή με τις λέξεις, άρα το μόνο που μπορώ να σου πω είναι τα γεγονότα, μόνον αυτά. Κι όταν η δασκάλα μας μου είπε «...να φοβάσαι και να περιμένεις τη φρίκη...» εκείνο το πρωινό της δεκάτης τετάρτης Σεπτεμβρίου του εβδομήντα πέντε, έγινε μες στην τάξη απόλυτη σιωπή, καθώς, όπως σου είπα, η κυρία Δομένικα έμεινε ακίνητη, όρθια μπροστά στον πίνακα, λες κι αγαλμάτωσε· ούτε τις κόρες των ματιών της κουνούσε. Κάποτε ζωντάνεψαν κάπως τα μάτια της κι ένιωσα το βλέμμα της να καρφώνεται πάνω μου, μα προφανώς το ίδιο θα ένιωσαν όλοι· σιγά σιγά ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Τότε γύρισε τη ματιά της σε όλη την τάξη, προφανώς ήθελε να βεβαιωθεί πως όλοι θα εντύπωναν στο μυαλό τους αυτό που επρόκειτο να κάνει. Έπειτα, με πολύ ήρεμες κινήσεις, άνοιξε την μπλε της τσάντα κι έβγαλε από μέσα ένα μαύρο μαντίλι —έτσι όπως γυάλιζε, θα 'ταν από μετάξι το δίχως άλλο—, το σήκωσε ψηλά για μια στιγμή κι ύστερα το άφησε, θαρρείς ανέμελα, να πέσει πάνω στην έδρα· και το μαύρο μαντίλι έπεσε και σκέπασε ολότελα το παλιό ασημένιο ρολόι, ενώ η κυρία Δομένικα με βήμα αργό πήγε στην πόρτα, την άνοιξε και βγήκε έξω.

 

Πέρασε κάμποση ώρα απ' τη φυγή της κι εμείς ούτε που κουνηθήκαμε από τη θέση μας —ήταν, βλέπεις, μόλις η δεύτερη μέρα που μπαίναμε στην τάξη για μάθημα και δεν ξέραμε τι μας επιτρεπόταν και τι όχι—, οι μανάδες μας μας είχαν πει πως από την τάξη βγαίνουμε μονάχα άμα χτυπά το καμπανάκι· δεν κουνηθήκαμε λοιπόν διόλου απ' τη θέση μας μέχρι να χτυπήσει, παρά μείναμε βουβοί στις θέσεις μας και στρέφοντας το κεφάλι μονάχα ανταλλάζαμε αμήχανα βλέμματα χωρίς να βγάζουμε τσιμουδιά. Και μόλις ακούστηκε εκείνο το λυτρωτικό καμπανάκι, σηκωθήκαμε φοβισμένοι σιγά σιγά από τις καρέκλες μας και άπατα άπατα προχωρήσαμε προς την έδρα. Κάναμε έναν κύκλο γύρω από την έδρα και τα μάτια όλων μας στυλώθηκαν στο μαύρο μεταξωτό μαντίλι που ήταν παρατημένο πάνω στο ξύλο. Ναι, κάτω από κείνο το μαύρο μαντίλι κρύβονταν η αστραπή, η βροντή κι ο φόβος, η απογευματινή καταιγίδα της άνοιξης, το θρόισμα του νερού στις καλαμιές της ακροποταμιάς των παραμυθιών, το απαλό αεράκι που τα βράδια σφύριζε περνώντας ανάμεσα απ' τις αμυγδαλιές της Κουπέλας· κάτω από το μαύρο μεταξωτό μαντίλι —πίστεψέ με, αγάπη μου— δεν υπήρχε ένα απλό ασημένιο ρολόι του χεριού, σαν κι αυτά που ξανάδα πολλές φορές υστερότερα σε παλαιοπωλεία και θλιβερά δωμάτια, όχι, εκείνο το ρολόι φυλάκιζε μέσα του τη θύελλα του αλαργινού πύργου, το κλάμα του ξεραμένου αμπελιού, την ανείπωτη πλησμονή του σταροχώραφου, το βογκητό του θλιμμένου δαίμονα, φυλάκιζε το λιγόστεμα του ολόγιομου φεγγαριού, τον ξέφρενο καλπασμό του μαύρου αλόγου, την αθωότητα του ανύποπτου σώματος που νεκρώνεται από τρομερό φαρμάκι, τη θλίψη των αγκυλωμένων δαχτύλων, την ομορφιά των μαύρων ρόδων και τη γοητεία των σκουληκιασμένων μήλων, όλα αυτά τα φυλάκιζε μέσα του εκείνο το ασημένιο ρολόι —ακόμα και τη γεύση των σκασμένων χειλιών που θα μας κόψουν το νήμα της ζωής— α, έφτανε να τραβήξει κάποιος το μαύρο μαντίλι απ' την έδρα και όλα ετούτα θα αποκαλύπτονταν για τον καθένα μας, έτσι νομίζαμε, μονάχα να τραβούσε κάποιος εκείνο το μαντίλι και θα κερδίζαμε οριστικά τη διαρκή σφριγηλότητα της σάρκας μας, το αρυτίδιαστο μέτωπο, την αιωνίως μπουμπουκιασμένη τριανταφυλλιά, τη χαλασμένη φυσαρμόνικα της φωτιάς, αχ, αγάπη μου, αυτό θαρρούσαμε εκείνη την ώρα, πως ο κερδισμένος χρόνος μάς ανήκει, είναι πια ολοδικός μας, πως το τικ τακ του ρολογιού θα είναι στο εξής ο χτύπος της καρδιάς μας, πως η αιωνιότητα αξίζει πιο πολύ από έναν κήπο με τρελούς υακίνθους. Κι όπως στεκόμασταν όλοι μας γύρω γύρω από την έδρα και ο καθένας περίμενε κάποιον βιαστικό και απερίσκεπτο να τραβήξει το μαντίλι —γιατί, μ' όλο που όλοι μας ποθούσαμε τόσο πολύ να κερδίσουμε αυτό που νομίζαμε πως είναι όλη η αλήθεια της ζωής, κανένας μας δεν ήθελε να είναι εκείνος που θα ξεσκέπαζε το ασημένιο ρολόι—, έξαφνα ο Γιώργος (που στα σίγουρα δε σκεφτόταν τίποτε απ' όλα αυτά παρά μόνο το να κολλήσει τα χείλη του στο μαύρο μετάξι που άγγιξαν τα χέρια εκείνης) έκανε με μια νευρική κίνηση ένα βήμα εμπρός· στη στιγμή ο Μεγάλος Πρόδρομος —ένα γιγαντόσωμο αγόρι με μαύρα λιπαρά μαλλιά και υγρά μάτια που την επομένη στη συγκέντρωσή μας στο Μικρό Ρέμα μάς είπε ότι τον λένε Πρόδρομο, μα καθώς ήτανε διπλάσιος στον όγκο από τους υπόλοιπους ο Βέλιας τον βάφτισε Μεγάλο Πρόδρομο κι από τότε του έμεινε αυτό το όνομα—, στη στιγμή λοιπόν ο Μεγάλος Πρόδρομος τον έπιασε από το μπράτσο και τον σταμάτησε. Αφού γύρισε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά, ρίχνοντας σ' όλους μας μια γοργή ματιά, είπε με την αργή βαθιά φωνή του δυο λέξεις μονάχα (ήταν η πρώτη φορά που τον άκουγα να μιλά): «όλοι μαζί...». Μόλις ακούσαμε αυτή την κουβέντα του, όλοι μας —δεκαπέντε αγόρια ήμασταν— αναθαρρήσαμε και κάναμε ένα βήμα εμπρός. Πράγματι, το σωστό ήταν, άμα μας έμελλε να χαθούμε, να χαθούμε όλοι μαζί· πιάσαμε ο καθένας μας μιαν άκρη απ' το μαύρο μεταξωτό μαντίλι και μες στον ενθουσιασμό της στιγμής ο Σώτερ σήκωσε το άλλο χέρι του και κραύγασε έξω φωνή «έτοιμοι...», κι αφού πήρε βαθιά ανάσα, συνέχισε «αλά ούνο, αλέ ντούο, αλέ τρε...». Έτσι, τραβήξαμε όλοι μαζί το μαντίλι της κυρίας Δομένικας, κι από την ορμή της ομαδικής κίνησης πισωπατήσαμε όλοι μας, σωριαστήκαμε κάτω σαν πληγωμένο ζώο, και στη στιγμή σηκωθήκαμε κοιτώντας πάντοτε προς την έδρα. Αλίμονο, το ρολόι δεν ήταν πια πάνω στην έδρα, τίποτε δεν υπήρχε κάτω απ' το μαντίλι, κοιτούσαμε απορημένοι πάνω στο ξύλο, εκεί όπου έπρεπε να 'ναι το ασημένιο ρολόι, έτσι όπως το είχε αφήσει την προηγουμένη η κυρία Δομένικα, μα το ρολόι είχε εξαφανιστεί σαν από μάγια, δεν το ξέραμε, βλέπεις, τότε πως ό,τι σκεπάζεται από μαύρο μαντίλι που 'χει σφουγγίσει δάκρυα αποχωρισμού αφανίζεται μια για πάντα, γίνεται ατμός, αέρας — δεν το ξέραμε, σου λέω, τούτο. Το μόνο που νιώθαμε ήταν πως η διαρκής σφριγηλότητα της σάρκας μας, το αρυτίδιαστο μέτωπο, η αιωνίως μπουμπουκιασμένη τριανταφυλλιά, η τρελή φυσαρμόνικα της φωτιάς, όλα αυτά ήταν ένα όνειρο που κράτησε για ένα τικ τακ κι ύστερα χάθηκε. Έτσι πήρε τέλος το πρώτο μάθημα της κυρίας Δομένικας. Σιγά σιγά αρχίσαμε ο ένας μετά τον άλλο να βγαίνουμε έξω ρίχνοντας απ' την πόρτα μια τελευταία ματιά στην έδρα, ο Γιώργος μάλιστα, προτού βγει, έψαξε με τα χέρια του το ξύλο του εδράνου και με μια αποφασιστική κίνηση μάζεψε από κάτω το μαύρο μεταξωτό μαντίλι, που μες στην αναστάτωση είχε βρεθεί στο πάτωμα, και το έκρυψε μες στον κόρφο του. Η μαμά μου με περίμενε στη γωνία του αριστερού δρόμου (ήταν η τελευταία φορά που με περίμενε έξω απ' την τάξη), «τι κάνεις τόση ώρα» με ρώτησε αγριεμένη, «έχανα...» απάντησα, μα μήτε που κατάλαβε τι έτρεχε. Πήγαμε βιαστικά στο σπίτι απ' τον καρόδρομο της Περραιβού και μου 'σφιγγε με δύναμη την παλάμη. Το βράδυ μού πέρασε και μάτι στο λαιμό μου, με νανούρισε κιόλας για να με πάρει ο ύπνος, μα εγώ το ήξερα πια πως θα πήγαινα ένα βράδυ στο σπίτι της κυρίας Πανδώρας μόνος μου και δε θα περίμενα κάποιον να με οδηγήσει απ' το χέρι, γιατί το 'χα μάθει πια πως ό,τι νομίζεις σίγουρο αύριο θα εξαφανιστεί κάτω απ' το μαύρο μαντίλι. Την άλλη μέρα το πρωί η κυρία Δομένικα μπήκε στην τάξη βιαστική, κι όταν σηκωθήκαμε, αμέσως μας έκανε νόημα να καθίσουμε· «με λένε Δομένικα» είπε μόλις έγινε ησυχία, «θα κάνουμε το μάθημα μαζί για φέτος...».