θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος α [ακόμη κι ήταν λάθος] *  κεφάλαιο 8ο

 

 

 

 

 

 8.

 

Nutrix eius terra est

 

 

 

Την άλλη μέρα ανεβήκαμε και πάλι στην Κουπέλα, ξεκινήσαμε κοντά στις τέσσερις το μεσημέρι, ο Όττος πήγαινε μπροστά, όπως πάντοτε, κι είχε κάτω από τη μασχάλη του τα εφτά κόκκινα τετράδια της κυρίας Δομένικας· μόνον ο παπα-Λεπ Ταιρ δεν ήτανε τούτη τη φορά μαζί μας. Η μέρα είχε βαρύνει πια για τα καλά, όταν καθίσαμε σε κύκλο στη Φωλίτσα, γύρω από τη γούβα των ερώτων κι ο Όττος έδωσε στο Σώτερ (που 'ξερε την καλύτερη ανάγνωση απ' όλους μας) τα εφτά κόκκινα τετράδια εκείνης. Τότε έγινε σιωπή· ο Σώτερ με άφατη προσοχή τα απόθεσε εμπρός του, έπειτα σήκωσε το πρώτο, το άνοιξε στην πρώτη σελίδα, πήρε βαθιά ανάσα κι άρχισε να διαβάζει πνιχτά, μπουκωμένα: «Κι αν ήλιο, κι αν σκιά, δεν είδα, φως μου, να βγάλεις πια το πέπλο απ' το κεφάλι, αφότου ένιωσες τι πόθος πάλλει, πόση λαχτάρα βασιλεύει εντός μου...» Κι ενώ ο Σώτερ έκανε μια μικρή παύση ίσα για να πάρει μιαν ανάσα, εμείς κοιτιόμασταν αναμεταξύ μας αμήχανα, ώστε λοιπόν ένα ποίημα ήταν γραμμένο σε τούτη την πρώτη σελίδα του πρώτου τετραδίου της κυρίας Δομένικας, άραγε να 'ταν δικό της ή κανενός άλλου, μα αυτό τι σημασία έχει πια, σημασία έχει πως όλοι οι άνθρωποι κάποτε πρέπει να σηκώσουν, έστω για μια στιγμή, το πέπλο από το πρόσωπό τους — μην την αφήσεις τη στιγμή αυτή να περάσει... Ο Σώτερ κατέβασε με δυσκολία το σάλιο του και συνέχισε να διαβάζει εκείνο το ποίημα: «...Φως ευσπλαχνίας μ' έραινε η ματιά σου, όσο κρυφά με φλόγιζε το αίμα, όσο είχα το λογισμό κρυμμένο. Μου κρύβεις τώρα το γλυκό σου βλέμμα και δε μου δείχνεις τα ξανθά μαλλιά σου. Αφότου μ' έχει η αγάπη προδομένο, τα 'χασα αυτά που μ' είχαν μαγεμένο...». Σε αυτό το σημείο ο Σώτερ σταμάτησε και πάλι, γύρισε και μας κοίταξε με βλέμμα δισταχτικό, δεν ξέρω τι διάβασε στα μάτια μας, μα φάνηκε να το παίρνει απόφαση· ξερόβηξε δυο τρεις φορές και είπε χαμηλόφωνα τους τελευταίους στίχους με μιαν αναπνοή: «...Κι είναι το πέπλο σου η γλυκιά νεφέλη, που, ζέστη κρύο, να σκεπάσει μέλλει από τα μάτια μου το φως του κόσμου». Και στα χρόνια που ακολούθησαν, ακόμα και στους πιο δύσκολους μήνες της μεγάλης επιδημίας, όταν ανέβαινα στην Κουπέλα και δεν υπήρξε ούτε μια απ' αυτές που να μην επανέλαβα τούτο το τελευταίο τρίστιχο, άλλοτε το απήγγελλα έξω φωνή μαζί μ' όλους τους άλλους (γιατί ήτανε κάτι σαν ιεροτελεστία το να ανεβούμε εκεί, έπειτα να πιάσουμε το ποίημα αυτό, έπειτα το τραγούδι του Φλεβάρη κι έπειτα να καθίσουμε οκλαδόν και να περιμένουμε σιωπηλοί το σφύριγμα του ανέμου) κι άλλοτε το ψιθύριζα μονάχος μου, ψάχνοντας μάταια στους κορμούς των πιο ψηλών δέντρων του Θανάτου να βρω χαραγμένη τη λέξη «αύριο» (όπως μου είχε πει ο Μαυρομανόλης), είτε έτσι, λοιπόν, είτε αλλιώς, όποτε ανέβαινα στο μαύρο λόφο περίμενα ένα μαύρο πέπλο, έτσι όπως μ' έμαθε η δασκάλα μου, όπως με δίδαξε το σουβλί της κυρίας Πανδώρας, οι μπουρμπουλήθρες του Βάλτου, η μελωδία από το μενταγιόν στην κοιλιά του Αγιούτου, το σφύριγμα της Κουπέλας, τα θανατηφόρα χείλη που φιλούσαν το χώμα, τα ποτήρια με το νερό και το φαρμάκι, η κατρακύλα των αναχωμάτων που δεν τελείωνε ποτέ· έτσι έζησα όλα εκείνα τα χρόνια μέχρι που μπήκα στο ψυγείο του Ζαχαρένιου με αυτή τη βεβαιότητα, κι από τότε που βγήκα πάλι με την ίδια βεβαιότητα ζω, πως ό,τι κι αν γίνει, όποια και να είναι η παρέκκλιση της πορείας των άστρων, όποια και να είναι η φορά του ανέμου, η ερυθρότητα της φλόγας και η άμπωτις της θαλάσσης, στο τέλος το φως απ' τα μάτια μου θα το σκεπάσει το δικό σου μαύρο πέπλο. Και κάθε φορά που ανεβαίναμε στην Κουπέλα, κάνοντας παγερές ολονυκτίες και τραγουδώντας τον Κουτσοφλέβαρο, περιμένοντας το σφύριγμα του ανέμου καταπώς μας είχε παραγγείλει εκείνη, ο Σώτερ έπαιρνε πάντοτε μαζί του τα εφτά κόκκινα τετράδιά της, ποτέ όμως δεν προχωρήσαμε περισσότερο απ' την πρώτη σελίδα, παρά έξι χρόνια αργότερα, το Σεπτέμβριο του χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα, τότε που ο Μεγάλος Πρόδρομος, ο Γιώργος, ο Σώτερ κι εγώ τα είπαμε αναμεταξύ μας όλα στον Άσπρο Βράχο (εξάλλου τότε διαβάσαμε και τις αινιγματικές φράσεις που 'χε γράψει η δασκάλα μας τον τελευταίο καιρό στο έβδομο τετράδιό της). Κι είναι αλήθεια πως ο άνεμος εκεί, στη Φωλίτσα της Κουπέλας, μας σφύριζε κι εμάς —τον έναν μετά τον άλλον κι έπειτα όλους μαζί— λέξεις ακατανόητες και προσταγές φοβερές που μας οδήγησαν στο πάθος και στην καταστροφή, μα όλα τούτα είναι μια άλλη ιστορία και θα σου την πω όταν θα έρθει η ώρα...

 

Όσο για τις στερνές επιθυμίες της κυρίας Δομένικας, όλα έγιναν όπως τα θέλησε· ο Γιώργος πράγματι πήγε στη μάνα της τη μέρα του Ευαγγελισμού, στις είκοσι πέντε Μαρτίου (το πώς θα πήγαινε στο σπίτι της του το 'πε ο παπα-Λεπ Ταιρ, που κάτι διάβασε στον κίτρινο κατάλογο των τηλεφώνων, κι ο Γιώργος έκανε κοντά μισή μέρα για να φτάσει με τα πόδια στο παλιό νοσοκομείο των φυματικών), της έδωσε το μαύρο μεταξωτό μαντίλι, που εκείνη είχε δώσει στην κόρη της πάνω σ' ένα πλοίο σχεδόν είκοσι χρόνια πιο μπροστά, τη φίλησε απαλά στο μάγουλο κι ύστερα έφυγε μες στη σιωπή· μα την επόμενη χρονιά, όταν ξαναπήγε την ίδια μέρα, βρήκε το σπίτι κλειστό και μανταλωμένο, όσο κι αν ρώτησε, δεν μπόρεσε να μάθει τι απόγινε η Αύρα Φραντζή, αν είχε φύγει για κάπου μακριά ή αν είχε πεθάνει. Αλλά και στη γούβα των ερώτων κάθε φθινόπωρο ρίχναμε μια φουχτιά σπόρο, όπως εκείνη μας είχε ζητήσει· μα —τι παράξενο— πάνω στη γούβα δε φύτρωνε στάρι, όπως έπρεπε κι όπως εξάλλου περίμενε και η δασκάλα μας στη διαθήκη της, μα, πίστεψέ το, λευκές ανεμώνες που άνθιζαν εξαίσια κάθε Γενάρη. Και τον Απρίλη δε μαραίνονταν οι ανεμώνες αυτές, αν και ήταν ο καιρός τους, παρά έμεναν ζωντανές και στητές, και κάθε Ιούλιο τα κόβαμε εκείνα τα παράξενα ολόλευκα λουλούδια για να ξανανθίσουν και πάλι τον επόμενο Γενάρη... Το ίδιο βράδυ που κόβαμε τους ανθούς, σκορπούσαμε τη λιγοστή τους γύρη στον άνεμο·  γιατί η γη ταϊζει τον άνεμο, από τα έγκατά της βγάνει την αδιανόητη σκοτεινιά της και την κάνει ώση του κόσμου. Και φαίνεται πως τα αηδόνια μεθούσαν αλλόκοτα από εκείνη τη γύρη, καθώς για ενάμιση μήνα —μέχρι που ξημέρωνε η μέρα της Παναγίας— το μαγευτικό τραγούδι τους συνέχιζε ακατάπαυστα νύχτα και μέρα, χωρίς να σταματά ούτε λεπτό, ούτε στιγμή.