θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος α [ακόμη κι ήταν λάθος] *  κεφάλαιο 7ο

 

 

 

 

 

7.

 

Όπου ο αφηγητής λέει τουλάχιστον ένα ψέμα

 

 

 

Ήταν και πάλι η φωνή του παπα-Λεπ Ταιρ που μας έβγαλε απ' τη μαγευτική νάρκη των λευκών ανθών του Φλεβάρη, «μπρος μωρέ...» είπε επιτακτικά, «...δεν ήρθαμε για χάζι δω επάνω». Με αυτά τα λόγια άρχισε να προχωράει στο μικρό ξέφωτο της Κουπέλας, παρασέρνοντας μαζί του όσους κρατούσαν μαζί μ' αυτόν την κουβέρτα με το κουφάρι της κυρίας Δομένικας· πίσω τους ακολουθήσαμε κι εμείς. Όταν φτάσαμε στο κέντρο της Φωλίτσας (έτσι έλεγε εκείνη το ξέφωτο της Κουπέλας), άφησαν κάτω την κουβέρτα κι όλοι ψάξαμε με τα μάτια να βρούμε τη γούβα των ερώτων της· μόνο ο παπα-Λεπ Ταιρ κοιτούσε τον ουρανό. Τότε ακούσαμε τη φωνή του Γιώργου, «να... η γούβα της Φωλίτσας...» είπε με τον αλλόκοτο και τρομακτικό ενθουσιασμό αυτού που έχει χάσει τα λογικά του, και προχώρησε σαν μαγεμένος προς τα κει· μόλις έφτασε ως τη γούβα και την είδε άδεια, έβγαλε μια πνιχτή κραυγή κι έκανε αμέσως μεταβολή κι έτρεξε προς τον κορμό της πιο κοντινής αμυγδαλιάς και γονάτισε κρύβοντας μες στις παλάμες του το πρόσωπό του. Πήγαμε να πέσουμε από πάνω του να τον παρηγορήσουμε, μα ο παπα-Λεπ Ταιρ μας είπε χαμηλόφωνα «άφησε τον μονάχο για λίγο...»· έτσι, προχωρήσαμε κι εμείς προς τη γούβα, εκεί όπου η δασκάλα μας και η Τζίλντα είχανε σμίξει τόσες φορές, εκεί όπου η κυρία Δομένικα μας είχε υποδείξει ένα χρόνο πρωτύτερα τον τόπο του θανάτου της, σκαλίζοντας μ' ένα καλάμι τη σκοτεινή φράση της στο χώμα της Φωλίτσας, ακριβώς εκεί όπου την είχαμε βρει νεκρή έξι μέρες νωρίτερα. «Εδώ είναι ο τόπος...» είπε ψιθυριστά ο Σώτερ και γονατίζοντας στην άκρη της γούβας, άρχισε να τη σκάβει με τα χέρια του, κουνώντας λαχανιασμένος μπρος πίσω το κεφάλι του σαν παλαβός. Ένας ένας τότε γονατίσαμε όλοι γύρω απ' τη γούβα —ακόμη κι ο παπα-Λεπ Ταιρ— κι αρχίσαμε να σκάβουμε κι εμείς με μανία. Το ξηρό κρύο και η αναβροχιά δέκα ημερών είχανε κάνει το χώμα σκληρό σαν ξύλο — το χώμα που κάποτε ήτανε η σάρκα εκείνων των καταραμένων που χάθηκαν αγκαλιασμένοι. Έτσι όπως σκάβαμε, πονούσαν τα δάχτυλα και τα νύχια μας, μα ούτε στιγμή δε σταματήσαμε να πάρουμε ανάσα. Θα πέρασε κάπου μια ώρα που παιδέψαμε τη γη με τα αδύναμα παιδικά μας χέρια, ώσπου έξαφνα είδαμε πως εκείνη η κοίλη γούβα, που ήταν τόπος θανάτων και ερωτικών σμιξιμάτων, είχε γίνει πια ένας λάκκος, ένας λάκκος αρκετά ρηχός βέβαια, για να μπορούν —σύμφωνα με τις στερνές της επιθυμίες— εύκολα να βρουν τροφή τα πεινασμένα τσακάλια, μα όπως και να το κάνουμε, έστω και αυτός ο ρηχός λάκκος, ήταν, θαρρείς, σαν μια πληγή που έχασκε επάνω στο μαύρο λόφο και τον πονούσε. Έτσι, μόλις πάψαμε το σκάψιμο, φτύσαμε σάλιο στις παλάμες μας και το απλώσαμε στο χώμα, θέλαμε έτσι να καλοπιάσουμε τη σκληρή γη για να σπλαχνιστεί το κορμί της δασκάλας μας και να μην το παιδέψει στον αφανισμό του. Αφού έγινε κι αυτό, σηκωθήκαμε και πήγαμε εκεί, όπου είχαμε αποθέσει το κουφάρι της κυρίας Δομένικας τυλιγμένο με την παλιά κουβέρτα· τότε έγινε το πιο δύσκολο απ' όλα. Ο Μεγάλος Πρόδρομος σήκωσε την κουβέρτα στα δυο του χέρια κι ο Σώτερ, αφού πήρε βαθιά ανάσα, γύρεψε με τη ματιά του τον παπα-Λεπ Ταιρ για να του δώσει το τελικό σύνθημα· μόλις αυτός έγνεψε καταφατικά, ο Σώτερ έπιασε την άκρη της κουβέρτας και άρχισε να την ξετυλίγει αργά αργά. Κάποτε την τράβηξε απότομα, μην αντέχοντας άλλο το βάσανο της ψυχραιμίας, και τότε, ω Θεέ μου, το ολόγυμνο κορμί της κυρίας Δομένικας βρέθηκε στην αγκαλιά του Μεγάλου Πρόδρομου. Μπροστά σε κείνη την εικόνα ένιωσα για πρώτη μου φορά την αίσθηση πως ίσως στο θάνατο φωλιάζει η αγριότερη ομορφιά, στην έλξη του θανάτου, στην απόφαση του θανάτου, ή ακόμη και στη γαλήνη του. Κι είναι αλήθεια πως από εκείνο το φλεβαριάτικο βράδυ είδα πολλά στη ζωή μου και στα όνειρά μου, μα ποιο σούρουπο είχε την ώχρα του προσώπου της, ποια βιολέτα τα μελανιάσματα του τουμπανιασμένου δέρματός της, ποια πέτρα ρημαγμένης γης ήταν τόσο πένθιμα μαύρη όσο τα κοκαλωμένα εξογκώματα που είχε στο στήθος της αντί για ρώγες, ποια πληγή ήταν τόσο τρυφερή όσο η ολοκόκκινη τομή της κοιλιάς της (από εκεί που 'γινε η νεκροψία), ποιο λευκό κρίνο έκρυβε τα μυστικά που κρύβαν τα σφαλιστά της βλέφαρα; Έστρεψα τότε το βλέμμα μου ψηλά, «αν είσαι εδώ, μην κρύβεσαι...» σιγοψιθύρισα ψάχνοντας στο μαύρο θόλο της νύχτας... Όταν κατέβασα τα μάτια μου, είδα το κορμί της κυρίας Δομένικας ξαπλωμένο μες στο λάκκο, εκεί όπου το είχε αποθέσει ο Μεγάλος Πρόδρομος· γύρω γύρω στεκόμασταν όλοι όρθιοι —μόνον ο Γιώργος ήταν ακόμη γονατισμένος στον κορμό μιας μυγδαλιάς—, μας είχε καταλάβει μια παράξενη νευρική αμηχανία, σαν κάτι να περιμέναμε μα δεν ξέραμε τι. Ήταν ο Μεγάλος Πρόδρομος που έδωσε τέλος σε αυτό το δυσάρεστο αίσθημα. Στύλωσε το βλέμμα του στον παπα-Λεπ Ταιρ και του είπε με την αργή βαριά φωνή του «ό,τι είναι να πεις, πες το τώρα...». Ο παπα-Λεπ Ταιρ στην αρχή έδειξε να αιφνιαδιάστηκε, «εγώ τι να πω;» φώναξε ταραγμένος, ύστερα όμως κατάλαβε τι εννοούσε ο φίλος μας, «σωστά» μονολόγησε, «είναι κάτι που πρέπει να πω...». Και μόλις είδαμε τον τρελόπαπα να παίρνει βαθιά ανάσα, όλοι μας σκεφτήκαμε πως πάλι θα μας έλεγε για κείνον τον καταπράσινο χλοερό τόπο· μα ο παπα-Λεπ Ταιρ δε μας μίλησε για το χλοερό τόπο, μήτε και άρχισε τις συνηθισμένες του ψαλμωδίες. Μονάχα έσκυψε το κεφάλι· τότε, λες κι άναψε ένα φως μες το μυαλό μου, έκανα με το κεφάλι μου ένα νεύμα στον Κώστα που σήμαινε «ναι, τώρα». Η φωνή του παπα-Λεπ Ταιρ ήταν καθαρή και δυνατή, έσκιζε τη σιωπή της παγερής νύχτας: «ας είναι τα κορμιά που ενώνονται, ας είναι οι γλώσσες που συστρέφονται, ας είναι τα μάτια που λάμπουνε, ας είναι ο άνεμος που σφυρίζει, ας είναι...». Και μόλις τελείωσε εκείνη τη σκοτεινή κι ακατανόητη φράση (που δεν την ακούγαμε για πρώτη φορά), σούρωσε τα χείλια του και φύσηξε απαλά προς το κορμί της. Προτού προφτάσουμε να σκεφτούμε καν τι ήτανε ή τι σήμαινε εκείνο το φύσημα του παπα-Λεπ Ταιρ, ο παπάς μάς είπε με φωνή ξερή και αδιάφορη «φιλήστε την». Χωρίς να το σκεφτούμε καθόλου, σταθήκαμε στη σειρά κι όλοι περάσαμε ένας ένας και γονατίσαμε πλάι στο λάκκο και φιλήσαμε για στερνή φορά την κυρία Δομένικα, έτσι όπως εκείνη μας έμαθε να φιλάμε όσους φεύγουν για ταξίδια χωρίς γυρισμό, εφτά φορές συνολικά, τρεις στο μέτωπο, δυο στο αριστερό μάγουλο, μια στο δεξιό και μια τελευταία στο λαιμό. Έτσι περάσαμε και φιλήσαμε τη δασκάλα μας· κι ήμουν εγώ ο τελευταίος στη σειρά. Το κορμί της δε μύριζε διόλου· μονάχα το δέρμα της ήτανε παγωμένο. Ακούμπησα τα χείλη εφτά φορές στο δέρμα της κι ένιωσα πως τα χείλη μου γίνανε μια τεράστια άφθη· δε σκεφτόμουν τίποτε απολύτως, μονάχα με γέμισε ένα απροσδιόριστο αίσθημα, θαρρείς γνωστό από πολύ παλιά, κάτι σαν γλύκα και πικρία μαζί. Κι αφού έδωσα το στερνό χαιρετισμό σε κείνη, πήγα και στάθηκα στον κύκλο που 'χαμε κάνει γύρω από το λάκκο· ήμασταν έτοιμοι να σκύψουμε και να ρίξουμε χουφτιές το χώμα να σκεπάσουμε το κορμί της, όταν είδαμε το Γιώργο όρθιο να 'χει σηκωθεί από τον κορμό της μυγδαλιάς και να βαδίζει προς το λάκκο με το κουφάρι της δασκάλας μας. Κι όταν έφτασε στην άκρη του ρηχού τάφου, δε γονάτισε. Μονάχα στύλωσε τα μάτια του σε κείνη και μετά από μια μικρή σιωπή είπε κοφτά: «αν ήσουν, ήμουν». Ύστερα έβαλε το χέρι του στον κόρφο του κι έβγαλε το φιλημένο τριαντάφυλλο της Τζίλντας· αφού το κράτησε για μια στιγμή, σαν να 'θελε να το ζυγίσει, το πέταξε πάνω στο κορμί εκείνης. Και το τριαντάφυλλο έπεσε ανάμεσα στα χωρίς ρώγες στήθη της κυρίας Δομένικας και —τι παράξενο— στάθηκε εκεί, ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.

 

Όση ώρα ρίχναμε με τις χούφτες το χώμα για να σκεπάσουμε το κορμί της δασκάλας μας, κρυφοκοίταξα το Γιώργο πλάι μου να κάνει το ίδιο και συλλογιόμουν πως στ' αλήθεια αυτό το πράγμα είναι η αγάπη· να λογαριάζεις δηλαδή την αγάπη των άλλων πιο πολύ απ' τη δική σου, να σαπίζεις —αν έτσι τυχαίνει— σ' ένα αδιέξοδο μαράζι, να βάζεις πρώτο το φιλημένο τριαντάφυλλο της Τζίλντας απ' το δικό σου το φιλί που ποτέ δεν έδωσες. Αυτά σκεφτόμουνα εκείνη την ώρα κι έριχνα με τις χούφτες το χώμα, όπως άλλωστε έκαναν όλοι, μέχρι κι ο παπα-Λεπ Ταιρ είχε πέσει στα γόνατα κι έσκαβε τη γη μ' ένα ξυλαράκι, για να 'χουμε χώμα για τις χουφτιές μας. Σιγά σιγά άρχισε να σκεπάζεται απ' το χώμα το σώμα της κυρίας Δομένικας, πρώτα οι παλάμες των χεριών, κατόπιν ο λαιμός και οι αστράγαλοι των ποδιών της, τα μαλλιά της έπειτα και το πρόσωπό της κι ύστερα όλο το υπόλοιπο σώμα, το εφηβαίο και η κοιλιά, οι μηροί και οι ώμοι. Κάποτε σκεπάστηκε ολόκληρο το κορμί της, εκτός από τα δυο της στήθη και το ολοκόκκινο τριαντάφυλλο ανάμεσά τους —ξέρω, φαίνεται παράξενο, μα έτσι έγινε —βλέπεις κανείς μας δεν τολμούσε να ρίξει χώμα πάνω σε ένα φιλημένο ρόδο. Μόλις αυτό έγινε πια φανερό, μείναμε όλοι μας ακίνητοι για ένα λεπτό. Κι ο Γιώργος, αφού μας κοίταξε έναν έναν, κατάλαβε πως αυτός ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα να το κάνει· έσκυψε και με ενωμένες τις παλάμες του μάζεψε όσο περισσότερο χώμα μπορούσε και με μια αποφασιστική κίνηση το πέταξε εκεί όπου ήταν το ακάλυπτο σημείο. Έτσι, χάθηκαν και οι τελευταίες άκρες απ' το κορμί της κυρίας Δομένικας, τα στήθη και το τριαντάφυλλο. Κι αφού πατικώσαμε με τα χέρια μας το χώμα από πάνω της, σηκωθήκαμε όρθιοι· ο Σώτερ τότε πήρε ένα καλάμι που 'τανε πεταμένο παράμερα και χάραξε πάνω στη γη που σκέπασε τη δασκάλα μας τη φράση που εκείνη πριν από ένα χρόνο μας έμαθε:

 

ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΥ

 

Τη στιγμή εκείνη, μόλις ο Σώτερ τελείωσε τη γραφή του κι έσπασε το καλάμι στο γόνατό του, όπως είχε κάνει κι εκείνη, ακούστηκε το σφύριγμα του ανέμου, οξύ, διαπεραστικό, να τρυπάει τα αυτιά μας, ενός ανέμου που μόλις είχε σηκωθεί, θαρρείς και περίμενε να θάψουμε το κουφάρι της κυρίας Δομένικας για να ξεσπάσει. Σηκώθηκε κουρνιαχτός στη Φωλίτσα και μεμιάς σβήστηκε εκείνη η γραφή που 'χε χαράξει στο χώμα με το καλάμι ο Σώτερ, όπως ακριβώς έγινε και τότε, ένα χρόνο πρωτύτερα. Όταν προσπαθήσαμε να ξεδιαλύνουμε το σφύριγμα εκείνο του ανέμου, ακούσαμε μια συνεχώς επαναλαμβανόμενη λέξη, μια λέξη δική μας, ανθρώπινη: «έρχου». Τώρα γιατί και για ποιον σφυρίχτηκε τούτη η λέξη, αυτό μη μου το ρωτάς, δεν το ξέρω...