θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος α [ακόμη κι ήταν λάθος] *  κεφάλαιο 6ο

 

 

 

 

 

6.

 

Κουφάρι σε λόφο καμωμένο από κουφάρια

 

 

 

Εκείνο το ίδιο απόγευμα ο Γιώργος ήρθε στην εκκλησία έχοντας ακόμη στον κόρφο του το φιλημένο τριαντάφυλλο της Τζίλντας — είχαμε πει να μαζευτούμε έξω από την πίσω πόρτα του ιερού για να πάρουμε το κουφάρι της κυρίας Δομένικας και να το ανεβάσουμε στην Κουπέλα. Πράγματι, στις έξι είχαμε φτάσει όλοι στο ραντεβού μας, έλειπαν μονάχα ο Όττος κι ο Βέλιας, που 'χανε πάει να δουν μήπως και μπορέσουν να τρυπώσουν στο σπίτι της δασκάλας μας (καθώς η αστυνομία το 'χε ξεσφραγίσει απ' την προηγούμενη) και να πάρουν απ' το δεύτερο συρτάρι του γραφείου της τα εφτά κόκκινα τετράδιά της — αυτό ήταν το θέλημα εκείνης. Μαζευτήκαμε λοιπόν όλοι μας εκεί όπου μας είχε πει ο παπα-Λεπ Ταιρ ότι θα μας περίμενε για να μας ανοίξει την πόρτα του ιερού (το μεσημέρι, μόλις τέλειωσε η δήθεν κηδεία της, ήταν κάπως εκνευρισμένος —ποιος ξέρει γιατί;— κι όταν ο Σώτερ τον ρώτησε στα κλεφτά τι θα γινόταν με το κορμί εκείνης, ο τρελόπαπας απάντησε θυμωμένα «να 'ρθείτε στις έξι, να σας το δώσω και να το πάτε στην ευχή της Παναγίας...»). Ωστόσο η ώρα πήγε εξίμισι, η νύχτα είχε απλωθεί για τα καλά, ο παπα-Λεπ Ταιρ δε φαινόταν έξω απ' το ιερό, κι όταν πήγαμε να μπούμε στην αποθήκη της εκκλησίας, τη βρήκαμε κλειδωμένη. Στην αρχή διστάσαμε να χτυπήσουμε την πόρτα του μην τυχόν και κοιμόταν, γιατί άμα τον ξυπνούσαμε θα γινόταν θηρίο, θα φώναζε και θα 'βριζε, μπορεί και να μας έπαιρνε με τις πέτρες, όπως είχε γίνει δύο καλοκαίρια νωρίτερα· έτσι, σταθήκαμε να τον περιμένουμε, πέρασαν είκοσι λεπτά και το κρύο είχε σφίξει για τα καλά. Κάποτε άνοιξε διάπλατα η πόρτα της αποθήκης και στο λιγοστό φως της λάμπας που 'ταν αναμμένη μέσα φάνηκε η σιλουέτα του παπα-Λεπ Ταιρ με μια μακριά παλιούρικη καμπαρντίνα, τύφλα στο μεθύσι, να τραγουδά «μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες...», ενώ πίσω μου άκουσα το μοιραίο Νίκο να λέει φουρκισμένος «μέσα ήταν ο τράγος και μας άφησε να παγώσουμε». Παραπατώντας λοιπόν ο παπα-Λεπ Ταιρ προχώρησε προς το μέρος μας και χασκογελώντας μάς ρώτησε με δυνατή φωνή «άλλον κανένα περιμένουμε;». Ο Σώτερ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, «ωραία, λοιπόν» είπε ο τρελόπαπας, «ας ξεκινήσουμε». Μόλις ακούσαμε τα λόγια του, απορήσαμε, «θα 'ρθεις και συ μαζί μας;» τον ρώτησε στη στιγμή ο Σώτερ, «ναι, θα 'ρθω» απάντησε εκείνος, «...και συ πού ξέρεις την Κουπέλα;» του χώθηκε ο μοιραίος Νίκος, αρπαγμένος ακόμη από το ότι μας άφησε να περιμένουμε μες στο κρύο. Ο παπα-Λεπ Ταιρ τότε σκέφτηκε για λίγο κι έπειτα είπε χαμηλόφωνα, σαν να ξεμέθυσε έξαφνα, «κάποτε γύρεψα κι εγώ το σφύριγμα του ανέμου...», ενώ την ίδια στιγμή ξεκλείδωσε την πόρτα του ιερού. Και μόλις την άνοιξε γύρισε προς το μέρος μας — όλοι μας τον κοιτούσαμε· ώστε λοιπόν δεν ήταν η Κουπέλα μόνο δικό της και δικό μας μυστικό. «Τι με κοιτάτε, ρε, σαν χάννοι;» είπε εκείνος, «...μπρος, ελάτε πέντε από σας να κουβαλήσουμε το σώμα της». Πράγματι, πέντε από εμάς προχώρησαν εμπρός και μπήκαν μέσα μαζί του· ήταν και πάλι οι πέντε πιο δυνατοί της παρέας: ο Τζίμης, ο Μανόλης, ο Κώστας, ο Παύλος και, βέβαια, ο Μεγάλος Πρόδρομος. Ένα λεπτό μετά βγήκαν έξω κρατώντας το κουφάρι της κυρίας Δομένικας τυλιγμένο στην παλιά καφέ κουβέρτα. Από μπροστά κρατούσε ο παπα-Λεπ Ταιρ, από πίσω ο Μεγάλος Πρόδρομος κι οι άλλοι τέσσερις από το πλάι, δύο απ' τα δεξιά και δύο απ' τα αριστερά. Βγήκανε έξω λοιπόν με το κορμί εκείνης, ο παπα-Λεπ Ταιρ έβαλε στη δεξιά τσέπη του το αριστερό του χέρι (με δυσκολία είναι η αλήθεια, καθώς με το δεξί κρατούσε την κουβέρτα), έβγαλε τα κλειδιά της εκκλησίας, τα πέταξε στο Σώτερ κι εκείνος, χωρίς να περιμένει κάποιο παράγγελμα, κλείδωσε την πόρτα του ιερού κι έβαλε τα κλειδιά στην τσέπη της καμπαρντίνας που ο παπα-Λεπ Ταιρ φορούσε πάνω απ' το ράσο. «Είμαστε έτοιμοι...» είπε ο παπάς με στριγκή φωνή, «πάμε...». Τότε αρχίσαμε να περπατάμε μες στο σκοτάδι. Είχε σηκωθεί ένας παγωμένος βαρδάρης που ξύριζε, κι εμείς ανεβαίναμε την ανηφόρα από τον Πύργο (έτσι λέγαμε το μεγάλο πυλώνα του ηλεκτρικού της γειτονιάς με το κοκκινόχωμα), για να τραβήξουμε αριστερά απ' τον επάνω δρόμο στη στρατούλα που 'βγαζε στο λόφο της Κουπέλας· ένα ασθενικό μισό φεγγάρι μάς έδειχνε το δρόμο. Και βέβαια προχωρούσαμε δίχως καμιά προφύλαξη· όποιον και ν' απαντούσαμε στο δρόμο μας αμέσως θα το υποψιαζόταν πως κάτι παράξενο συνέβαινε, καθώς προχωρούσαμε έξι στη μέση να κουβαλάν το κορμί εκείνης μες στην κουβέρτα, και γύρω γύρω αραδιασμένοι κατά παράταξη οι υπόλοιποι, εφτά στον αριθμό, σαν να κάναμε γύρα τον επιτάφιο της Μεγάλης Παρασκευής. Για καλή μας τύχη όμως δε συναντήσαμε κανέναν — μήτε ψυχή δεν περπατούσε στους δρόμους της γειτονιάς μας· όλοι φαίνεται είχαν κλειστεί στα σπίτια τους από την παγωνιά. Κανένας μας δε μιλούσε, μονάχα βαδίζαμε σκυφτοί· ο παγερός αγέρας μύριζε έντονα —τι παράξενο— μαλακό φρεσκοσκαμμένο χώμα. Όσο για το κουφάρι της κυρίας Δομένικας, αυτό που το πρωί βρομούσε ανυπόφορα και χρειάστηκε ν' αδειάσει ο παπα-Λεπ Ταιρ πάνω στην κουβέρτα που το τύλιγε μισό μπουκάλι ούζο για να σκεπάσει την μπόχα της σήψης, ε, πίστεψέ το, αυτό το κουφάρι ευώδιαζε τώρα μια υπέροχη μεθυστική μυρωδιά, σαν να 'χαν χωρέσει όλα τα γιασεμιά του Μαυρομανόλη μέσα σ' εκείνο το άψυχο κορμί — ποιος ξέρει, ίσως να 'χε δίκιο ο Γιώργος το πρωί που μιλούσε για ανθισμένη θάλασσα. Με τις δύο αυτές μυρωδιές —του φρεσκοσκαμμένου χώματος και των λουλουδιών— να σμίγουν στα ρουθούνια μας, φτάσαμε κάποτε στις παρυφές της Κουπέλας. Μια ακατανόητη ευφορία μάς είχε κυριεύσει, λες και δεν πηγαίναμε να θάψουμε τη δασκάλα μας παρά να γιορτάσουμε τον ερχομό μιας απρόσμενης άνοιξης μες στο καταχείμωνο. Μόλις αντικρίσαμε εμπρός μας εκείνον το λόφο των παράφορων ερώτων και προχωρήσαμε προς το άνοιγμα όπου άρχιζε ο Θάνατος, σκοντάψαμε σε δυο κορμιά: ήταν ο Βέλιας κι ο Όττος που είχαν φτάσει εκεί πιο νωρίς από εμάς και καθώς κάθισαν πλάτη με πλάτη να μας περιμένουν τους είχε πήρε ο ύπνος. Αμέσως πετάχτηκαν έντρομοι. «Εμείς είμαστε...» φώναξε ο Μανόλης και τους αγκάλιασε για να τους ηρεμήσει. Και μόλις συνήλθαν, ο Όττος μάς έδειξε κάτι σαν δέμα που το κρατούσε και με τα δυο του χέρια: ήταν τα εφτά κόκκινα τετράδια της κυρίας Δομένικας, εκείνα που η ίδια μας χάρισε για ύστατο δώρο· «ανέβηκα απ' την ακακία εμπρός απ' το σπίτι της και πήδηξα στο περβάζι του παραθύρου...» είπε ο φίλος μας χαμηλόφωνα, «καλά έκανες...» του είπε ο Σώτερ, «θα τα διαβάσουμε αύριο...», «ναι...» ψιθύρισε ο Όττος, «αύριο...». Αμέσως έκανε μεταβολή κι άρχισε να ανεβαίνει το Θάνατο· πίσω του προχώρησε ο Βέλιας, πιάνοντας με το δεξί του χέρι τον ώμο του Όττου. Κι έπειτα προχώρησε ο παπα-Λεπ Ταιρ, πιάνοντας με το δεξί του χέρι τον ώμο του Βέλια και κρατώντας με το αριστερό την κουβέρτα με το κουφάρι της δασκάλας μας. Πίσω του πήγαιναν οι τέσσερις που κρατούσαν την κουβέρτα απ' τα πλάγια κι έπειτα ο Μεγάλος Πρόδρομος και μετά απ' αυτόν οι υπόλοιποι, πιάνοντας ο καθένας τον ώμο του μπροστινού του — βλέπεις, δε γινόταν ν' ανεβούμε νύχτα το Θάνατο χωρίς ο ένας να αγγίζει τον άλλον, θα μας αρπάζαν οι θλιμμένοι δαίμονες της Κουπέλας. Κάποτε φτάσαμε στο τέλος του μονοπατιού, στην τελευταία μυγδαλιά της σειράς· ο Σίμης, που ερχόταν πίσω μου, έπιασε με την παλάμη του τον κορμό για να στηριχτεί και μας είπε πως απ' όσο ένιωθε με την αφή της παλάμης του μάλλον κάτι ήταν χαραγμένο εκεί. Μαζευτήκαμε όλοι γύρω απ' το δέντρο, εγώ άναψα ένα σπίρτο και στη μια στιγμή που κράτησε η φλόγα του διαβάσαμε χαραγμένη βαθιά πάνω στη φλούδα του δέντρου μία μόνο λέξη: «απόψε». Ένα παράξενο ρίγος μάς διαπέρασε τότε και η προηγούμενη ευφορία μας αμέσως έσβησε, τι να σήμαινε άραγε εκείνο το «απόψε» και για ποιον τάχα να χαράχτηκε; Για την κυρία Δομένικα ή για κάποιον άλλο; ή μήπως ήταν ένα μήνυμα για όποιον τολμούσε ν' ανέβει στο μαγεμένο λόφο; Το μυστήριο αυτό λύθηκε μόλις μια βδομάδα αργότερα, όταν ένα πρωινό ήρθε ο Όττος και μας είπε πως είχε ανακαλύψει ότι σε κάθε μυγδαλιά απ' την αρχή του Θανάτου, χέρι ανθρώπου είχε χαράξει κι από έναν αριθμό, όπως εννιακόσια τρία ή εξακόσια ογδόντα εννιά ή τριακόσια σαράντα ή είκοσι εφτά ή πέντε. Αυτό μας φάνηκε πολύ παράξενο κι αμέσως το συνδυάσαμε με εκείνο το ακατανόητο «απόψε»· την επομένη κιόλας το μεσημέρι πήγαμε μήπως και καταλάβουμε τι σήμαιναν όλα αυτά. Πρώτα απ' όλα είδαμε προσεχτικά μία προς μία όλες τις μυγδαλιές του δύσβατου μονοπατιού· κοντά διακόσια δέντρα είχανε χαραγμένα στους κορμούς τους κι από ένα νούμερο. Έξαφνα ο Σώτερ, βαθιά συλλογισμένος, έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί που πάντα κουβαλούσε στην κωλότσεπή του κι άρχισε κάτι να σημειώνει με το μολύβι του. Κανένα νούμερο δεν ήταν ίδιο με το άλλο, μα όλα γειτόνευαν μες στην ατέλειωτη θάλασσα των αριθμών· το μεγαλύτερο ήταν το εννιακόσια ενενήντα εννιά και το μικρότερο το νούμερο ένα. Μα το πιο παράξενο ήταν πως τα νούμερα αυτά ακολουθούσαν το δρόμο που ανέβαινε ο Θάνατος· στα πρώτα δέντρα του μονοπατιού ήτανε χαραγμένα τα νούμερα του εννιακόσια, μετά τα οκτακόσια τόσο μετά τα εφτακόσια και κάτι, και έτσι ανέβαιναν προς τα πάνω τα διψήφια, πάντα με τη λογική σειρά τους, το ενενήντα εφτά, το ογδόντα τρία, το εβδομήντα τέσσερα, το εβδομήντα και στον τελευταίο κορμό, όπως σου είπα, χαραγμένο το «απόψε». Κάποτε ο Σώτερ σήκωσε το κεφάλι του απ' το χαρτί και μονολόγησε κοιτώντας τον ορίζοντα: «μα είναι πανεύκολο...». Μαζευτήκαμε όλοι γύρω του και τότε μας εξήγησε τι σήμαιναν τα χαράγματα πάνω στον κορμό των δέντρων — χωρίς αμφιβολία ήταν πολύ έξυπνος ο Σώτερ: «εδώ και τρία χρόνια η κυρία Δομένικα, για κάθε νύχτα που ανέβαινε στην Κουπέλα για να σμίγει με την Τζίλντα, χάραζε και από ένα νούμερο με το μακρύ μαύρο νύχι του μικρού δάχτυλου του αριστερού της χεριού σε μια αμυγδαλιά· ήταν ο αριθμός των ημερών που της απόμεναν κάθε φορά, καθώς οι χίλιες μέρες της κατάρας που ξεστόμισε η Μπαρμπακούλα πάνω στο ψυχορραγητό της είχαν αρχίσει να μετρούν από τη δωδέκατη μέρα του Μάη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε. Κι έτσι, την τελευταία βραδιά τη νύχτα της τετάρτης προς την πέμπτη Φεβρουαρίου του εβδομήντα οχτώ, η κυρία Δομένικα, που ήξερε πως δε θα δει το ξημέρωμα της επομένης ημέρας, χάραξε στην τελευταία αμυγδαλιά του θανάτου τη λέξη “απόψε”...». Όμως εκείνη τη νύχτα της ενδεκάτης Φεβρουαρίου που ανεβάσαμε το σώμα της δασκάλας μας στη Φωλίτσα για να το θάψουμε και διαβάσαμε στο φως του σπίρτου το αινιγματικό «απόψε», χαραγμένο στον κορμό μιας μυγδαλιάς, δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε τίποτε από όλα αυτά, αντίθετα, ήμασταν σίγουροι πως ένας δαίμονας της νύχτας είχε χαράξει εκείνη τη λέξη στη φλούδα του δέντρου και μας ανήγγειλε πως ήταν να συμβεί εκείνη τη νύχτα κάτι που είχε προαποφασιστεί από αιώνες... Έγινε σιωπή για αρκετά λεπτά· κάποτε ο Μανόλης ρώτησε φοβισμένος τον παπα-Λεπ Ταιρ «πάτερ, τι σημαίνει αυτή η λέξη;». Ο παπα-Λεπ Ταιρ έδειξε να αιφνιδιάζεται με την ερώτηση, άρχισε να κομπιάζει λέγοντας πως κουράστηκε απ' το κουβάλημα της κουβέρτας με το κουφάρι εκείνης, ήταν φανερό πως δεν ήθελε να απαντήσει κι έψαχνε έναν τρόπο να ξεγλιστρήσει, «α» έκανε ανακουφισμένος κάποια στιγμή σηκώνοντας το ελεύθερο χέρι του ψηλά, «απόψε άνθισαν οι μυγδαλιές...» Και στη στιγμή όλοι σηκώσαμε τα μάτια μας, το μισό φεγγάρι μόλις είχε φανεί ανάμεσα απ' τα σύννεφα, και —τι παράξενο— φώτισε για τα καλά τη νύχτα, σαν να 'ταν δύο πανσέληνοι μαζί· πράγματι, οι μυγδαλιές είχαν ανθίσει, νόμιζες είχαν φορέσει νυφικά φορέματα κι έλαμπαν τα λευκά τους άνθη στο φεγγαρόφωτο, σαν να 'θελαν να δώσουν εκείνο το βράδυ στην κυρία Δομένικα τον ύστατο χαιρετισμό...