θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος α [ακόμη κι ήταν λάθος] *  κεφάλαιο 5ο

 

 

 

 

 

5.

 

Οι άνθρωποι γλείφουν τριαντάφυλλα

και φιλάνε ανθρώπους

 

 

 

Σε όλη τη νεκρώσιμη ακολουθία, που άρχισε δέκα λεπτά υστερότερα, ούτε ένας από μας δεν μπήκε στην εκκλησία, παρά καθίσαμε και οι δεκατέσσερίς μας στο πεζουλάκι του προαυλίου, αμίλητοι και ζαλισμένοι από τα όσα είχαμε κάνει πρωτύτερα. Η εκκλησία ήταν φίσκα στον κόσμο, είχε έρθει ολόκληρη η γειτονιά μας, άλλοι από αγαθότητα, άλλοι από συνήθεια, άλλοι —οι πιο πολλοί— από διάθεση κουτσομπολιού· κοντολογίς, είχε μαζευτεί κάμποσος κόσμος για την κηδεία εκείνης που έζησε καταδικασμένη να περπατήσει μόνη μέσα στους πιο σκοτεινούς και άγριους εφιάλτες... Κι όπως καθόμασταν και περιμέναμε να τελειώσει η τελετή και να ανεβούμε στα μνήματα, κάποια στιγμή μάς φάνηκε πως αργούσαν υπερβολικά και τότε αρχίσαμε να ανησυχούμε μην τυχόν και αποκαλύφθηκε το τι είχαμε κάνει. Με τα πολλά στείλαμε μέσα τον Όττο να δει τι γίνεται, κι αυτός γύρισε σε δύο λεπτά με μια γκριμάτσα αποστροφής στο πρόσωπο, «μιλάει ο Κερατένιος» είπε χαμογελώντας πικρά, «λέει πως θα την κρίνει ο Θεός...». Ο Μανόλης κούνησε το κεφάλι του λέγοντας «ευτυχώς που δεν ορκιζόμαστε στο Θεό παρά σε όσους κοκκίνισαν κάποτε τα μάγουλά τους». Και ακούγοντας αυτά τα λόγια του Μανόλη, ο Μεγάλος Πρόδρομος είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν μέσα απ' τα δόντια του, «χα, να ορκιζόμασταν στο Θεό, αυτό μας έλειπε...».

 

Κάποτε τέλειωσε ο Κερατένιος το λογύδριό του, έγινε και η καθιερωμένη απόδοση των συλλυπητηρίων κι έπειτα πήραν το φέρετρο στους ώμους τους, εμπρός ο Πετρισλής και πίσω ο Θόδωλας, και πήραν το δρόμο για τα μνήματα. Τους ακολουθήσαμε σχεδόν όλοι όσοι ήμασταν στην εκκλησία· πρώτη πίσω απ' το φέρετρο πήγαινε βέβαια η Αύρα Φραντζή, ωχρή σαν φάντασμα του άλλου κόσμου, μα συνάμα απόμακρη κι αλλόκοτα αγέρωχη· μαζί της, δεξιά κι αριστερά της, περπατούσαν δύο μαυροντυμένες γυναίκες που την έπιαναν τυπικά απ' τα μπράτσα. Λίγο πιο πίσω προχωρούσαν οι καθηγητές του εκατοστού πέμπτου, ο Κερατένιος, ο Χαράλαμπος, η Μουτσουρίκου, η Δροσιά και πλάι τους βέβαια περίφροντις ο παπα-Λεπ Ταιρ με ύφος ανάλογο των περιστάσεων· κάποτε κάποτε γύριζε στα κλεφτά το κεφάλι του προς τα πίσω και μας έριχνε μια ανήσυχη ματιά. Το νεκροταφείο της Μαλακοπής ήταν λιγότερο από ένα χιλιόμετρο απ' τον ιερό ναό Πίστεως και Ελπίδος. Σε δέκα δεκαπέντε λεπτά φτάσαμε στα μνήματα με τους χορταριασμένους τάφους και τα ξεθωριασμένα ονοματεπώνυμα και σταθήκαμε γύρω από ένα φρεσκοανοιγμένο λάκκο. Ο παπα-Λεπ Ταιρ άρχισε να ψάλλει βιαστικά και να προσεύχεται τρώγοντας τις μισές λέξεις. Μιλούσε για την αιώνια ζωή, για το χλοερό τόπο που μαζεύονταν οι ψυχές των πεθαμένων, για το θρίαμβο της επερχόμενης κρίσης, κι ο Κώστας έσκυβε στ' αυτί μου κάθε λίγο και λιγάκι και με ρωτούσε «τώρα θα πει για τα κορμιά που ενώνονται, για τις γλώσσες που συστρέφονται, για τα μάτια που λάμπουνε, για τον άνεμο που σφυρίζει;», αυτό με ρωτούσε, και εγώ την τρίτη ή την τέταρτη φορά τού απάντησα «όχι, δε θα τα πει τώρα...». Κάποτε ο παπα-Λεπ Ταιρ ψιθύρισε ένα «αμήν» και σταμάτησε· πήρε μιαν ανάσα κι ύστερα ρώτησε χαμηλόφωνα την Αύρα Φραντζή «να ανοιχτεί το φέρετρο;». Εμείς παγώσαμε τότε, βρε τον μαστούρη τι κάνει, θα μας τα χαλάσει όλα τώρα, σκεφτήκαμε, και μήτε που μπορούσαμε κείνη τη στιγμή να καταλάβουμε πως ο παπα-Λεπ Ταιρ δεν άντεχε να μην προκαλεί την τύχη του κάθε στιγμή, μέχρι μια μέρα να αφανιστεί και να ησυχάσει. Κρατούσαμε ακόμη και την ανάσα μας λοιπόν για να ακούσουμε την απάντηση της μάνας της δασκάλας μας, πέρασαν μερικές στιγμές βουβές κι ύστερα εκείνη μουρμούρισε με φωνή αδύναμη μα αποφασιστική ένα κοφτό «όχι».

 

Τότε φάνηκε η Τζίλντα. Μόλις είχε διαβεί την κεντρική είσοδο του νεκροταφείου και ερχότανε προς το φρεσκοανοιγμένο τάφο, εκεί όπου σε λίγο θα θάβαμε το φέρετρο με το κορμί (υποτίθεται) της κυρίας Δομένικας. Τα βλέμματα όλων, πρώτα στα κλεφτά και αμέσως μετά απροκάλυπτα, έπεσαν επάνω της. Δεν υπήρξε ούτε ένας άντρας ή μια γυναίκα που να μην την κοίταξε σαστισμένα, με πόθο ή φθόνο — και πώς μπορούσε άραγε να γίνει αλλιώς; Μέσα στο μουντό πρωινό του Φλεβάρη η Τζίλντα, έτσι όπως βάδιζε αργά και νωχελικά ανάμεσα στα πένθιμα μελαγχολικά μάρμαρα, πλάι στα αγριόχορτα που λιπάνθηκαν από τόσα κορμιά, αποτελούσε το θρίαμβο της σάρκας έναντι της σκληρής γης που ρουφάει τους ανθρώπους στα σπλάχνα της, ένα θρίαμβο πρόσκαιρο, στιγμιαίο και μάταιο — μα ποιος θρίαμβος δεν είναι πρόσκαιρος, στιγμιαίος και μάταιος, και στο κάτω κάτω τι αξίζει κιόλας άμα δεν τον ακολουθεί η αναπόφευκτη ήττα. Ένας τέτοιος θρίαμβος λοιπόν στάθηκε η παρουσία της Τζίλντας εκείνο το πρωινό στο νεκροταφείο της Μαλακοπής. Κι ήταν φυσικό που όλοι έμειναν με ανοιχτό το στόμα, καθώς έβλεπαν για πρώτη φορά τέτοια γυναίκα. Εδώ εμείς, μ' όλο που 'χαμε ξαναδεί την Τζίλντα (και μάλιστα πώς την είχαμε ξαναδεί: ολόγυμνη, με σάρκα ξαναμμένη και παλλόμενη, να ερωτεύεται, να σπαρταράει καταγής και να φωνάζει έξαλλη, παραδομένη στον καταρράκτη της ηδονής), ακόμα κι εμείς λοιπόν που την είχαμε ξαναδεί, μόλις μπήκε εκείνο το μουντό πρωινό στο χορταριασμένο και ταπεινό νεκροταφείο, μείναμε να την κοιτάμε σαν χαζοί — βλέπεις, η Τζίλντα ήταν από τις γυναίκες που όσο τις βλέπεις τόσο πιο πολύ λωλαίνεσαι μαζί τους. Περπατούσε προς το μέρος μας με βήμα αργό, σταθερό και συνάμα διστακτικό, κάνοντας προσπάθεια να αποφύγει τα θηλυκά κουνήματα του κορμιού της. τούτη η προσπάθεια έδινε στην κίνησή της μια ναρκωμένη συστολή που κατέληγε σε νωχέλεια προκλητική. Στ' αλήθεια, ήταν πολύ γυναίκα η Τζίλντα, πολύ ερωτιάρα, γεννημένη για τις χαρές της σάρκας: είχε μαλλιά πυρόξανθα που κατέληγαν σε σπασμένες μπούκλες ίσαμε τη μέση της πλάτης, ολοκόκκινα σαρκώδη χείλια, μάτια μενεξελιά υγρά, μάτια καμωμένα για δάκρυα και για την πλησμονή της χαράς. Το μέτωπό της ήταν πλατύ, τα ζυγωματικά της μια ιδέα προτεταμένα και το πιγούνι της καλοσχηματισμένο και έδινε στη λαγνεία του προσώπου της έναν τόνο θεληματικό. Όσο για το κορμί της, αυτό κι αν ήταν σκέτη κόλαση· ψηλός λαιμός, φαρδιές πλάτες, μεγάλο παράστημα κι αναλογίες θαυμαστές, στήθια πλούσια και σπαρταριστά που δε γινόταν να κρυφτούν πίσω απ' τη μαύρη σφιχτή ζακέτα, μέση δαχτυλιδένια, λεκάνη με όλες τις θηλυκές καμπύλες, πόδια σαν σπαθιά, μακριά και υπέροχα κρεατωμένα, δέρμα λευκό σαν κρίνο και σάρκα που σε καλούσε ίδια με χνουδωτό ροδάκινο. Και βέβαια, ό,τι κι αν φορούσε μια τέτοια γυναίκα θα φάνταζε επάνω της ξετσίπωτο και πρόστυχο, κι έτσι ακόμη κι η κουμπωμένη ως το λαιμό ζακέτα που φορούσε η Τζίλντα κείνη τη μέρα, η δίχως ένα σκίσιμο μαύρη φούστα που δεν ανέβαινε πιο πάνω απ' το γόνατο, το καλσόν για το κρύο του Φλεβάρη, τα μαύρα παπούτσια με το κοντό τακούνι, όλα τούτα, μ' όλο που είχαν επιλεγεί για να κρύψουν ό,τι μπορούσε να κρυφτεί, έκαναν το κορμί της ακόμη πιο θελκτικό. Μόλις έφτασε κοντά στον ανοιχτό λάκκο, ο κόσμος γύρω απ' αυτόν, αν και δεν ήξερε ποια ήταν εκείνη η πανώρια γυναίκα, μήτε και τι σχέση είχε με την κυρία Δομένικα, της άνοιξε δρόμο για να περάσει. Βέβαια τα πρόσωπα των γυναικών είχαν κιτρινίσει από τη ζήλια —ποιος ξέρει τι θα 'λεγαν για την Τζίλντα στα μεσημεριανά τους κουτσομπολιά;—, οι άντρες πάλι είχανε αλληθωρίσει για τα καλά μην μπορώντας να ξεκολλήσουν το λιγωμένο βλέμμα τους από πάνω της, οι ανάσες τους ακούγονταν βαριές μαζί με μερικά ακαθόριστα μουρμουρητά. Εκείνη προχώρησε λοιπόν ανάμεσα απ' τον κόσμο κι έφτασε μπροστά από το φέρετρο κι απ' το λάκκο, πλάι ακριβώς από τη μάνα της κυρίας Δομένικας· η Αύρα όμως μήτε στιγμή δεν έστρεψε το κεφάλι της προς την Τζίλντα παρά συνέχισε αγέρωχη να κοιτά εμπρός — για σκέψου πως τα φέρνει μερικές φορές η τύχη (ή μήπως δεν ήταν τύχη;), εκείνες οι δύο γυναίκες που σήμαιναν για την κυρία Δομένικα τη ζωή και το θάνατο ήταν εκεί, στέκονταν πλάι πλάι μπροστά σε ένα φέρετρο που δεν έκρυβε το κουφάρι της αγαπημένης τους παρά πέτρες, αναγνωστικά, μπουκάλια με ούζο, καπάκια μπίρας, τσατσάρες και ένα ασημόδετο λευκό βιβλίο. Κάποτε η ματιά μου έπεσε στον παπα-Λεπ Ταιρ — αυτός κι αν είχε γλαρώσει με την Τζίλντα, είχε απομείνει κοκαλωμένος για κάμποση ώρα και λησμονώντας ολωσδιόλου να συνεχίσει τις ψαλμωδίες του την κάρφωνε με βλέμμα φλογερό· κάποια στιγμή μάλιστα, σαν να 'τανε μονάχοι οι δύο τους σε μέρος ερημικό, της ψιθύρισε με αγαπιάρικο ύφος ένα στίχο: «κάθε πρωί να σε θωρώ κι ας μου φοράς τα μαύρα...». Μα την ίδια στιγμή ο τρελόπαπας τινάχτηκε προς τα πίσω, σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, και τότε συνήλθε ξαφνικά, κοίταξε τρομαγμένος μια το λάκκο και μια το φέρετρο κι ύστερα άρχισε να ψέλνει βιαστικά με την αγριοφωνάρα του «δεεεύτε τελευταίον ασπασμόοον», το είπε τρεις φορές κι ύστερα τραβήχτηκε στο πλάι για να περάσουν όσοι το 'θελαν να δώσουν το τελευταίο φιλί στο ξύλο του κλειστού φερέτρου της κυρίας Δομένικας (εξάλλου μόνο εκείνος κι εμείς το ξέραμε πως το κορμί της δεν ήταν μέσα στο φέρετρο παρά κειτόταν ξαπλωμένο στην αγία τράπεζα της εκκλησίας, επάνω από τα ιερά κόκαλα της Πίστεως και της Ελπίδος). Και βέβαια η Τζίλντα προχώρησε πρώτη για το στερνό φιλί, μ' όλο που δεν είχε καμία τυπική συγγένεια με την πεθαμένη, και —τι παράξενο— η Αύρα Φραντζή δεν αντέδρασε διόλου, παρά έμεινε ακίνητη στη θέση της σαν άγαλμα. Όλοι ανασηκώθηκαν στις μύτες των ποδιών τους για να δουν. Η Τζίλντα στεκόταν εμπρός απ' το φέρετρο με μάτια κλειστά. Κάποτε έφερε τη δεξιά της παλάμη προς το πρόσωπό της και τότε αποκαλύφθηκε πως κρατούσε ένα ολοκόκκινο ανοιγμένο τριαντάφυλλο —πώς άραγε το έκρυβε και δεν το 'χαμε δει τόση ώρα;— το έφερε, λοιπόν, σχεδόν επάνω στα χείλη της εκείνο το τριαντάφυλλο, το μύρισε, έπειτα έβγαλε τη γλώσσα της και, Θεέ μου, το 'γλειψε με ηδονή· τέλος, το φίλησε με τα σαρκώδη χείλια της και το απόθεσε επάνω στο ξύλο της κάσας. Αμέσως η Τζίλντα έκανε μεταβολή για να φύγει και να μη γυρίσει ποτέ, μα ποτέ πίσω το κεφάλι της να δει αν στο κατόπι της έρχεται κάποιος ίσκιος, μα έτσι όπως γύρισε βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με την Αύρα Φραντζή. Αν μιλούσαν τα μάτια την ώρα εκείνη, και τι δε θα 'λεγαν· το νήμα της ζωής της δασκάλας μας άρχιζε από τα έξαλλα αγκαλιάσματα της Αύρας μ' ένα μελαγχολικό ξανθό γαλανομάτη και τέλειωνε στα δικά της αγκαλιάσματα με την Τζίλντα πάνω στην Κουπέλα — ήταν κι οι τρεις γυναίκες που έκαναν όσους βρέθηκαν γύρω τους να χάνουν τα λογικά τους. Και τώρα η κυρία Δομένικα είχε πεθάνει κι οι άλλες δυο στέκονταν η μια απέναντι στην άλλη και θαρρείς πως η καθεμιά τους απολογούνταν σιωπηλά για το τι έδωσε στην κυρία Δομένικα: η Αύρα τη ζωή και τον εφιάλτη, η Τζίλντα τον παράφορο έρωτα και το θάνατο. Μείνανε για κάμποση ώρα έτσι, ακίνητες, αναμετρώντας η μια την άλλη· κάποτε η μεγαλύτερη τρέκλισε λίγο, μα κατάφερε έστω και δύσκολα να κρατηθεί ορθή. Τότε η Τζίλντα έκανε κάτι που κανείς δεν το περίμενε· προχώρησε ένα βήμα, έπιασε απ' τους ώμους τη μητέρα της αγαπημένης της και τη φίλησε στο στόμα με θέρμη ερωτική. Κι αμέσως μετά άρχισε να περπατά με βήμα βιαστικό προς την έξοδο του νεκροταφείου. Τα μάτια όλων την ακολούθησαν μέχρι που ο Ψευτοπέτρος, θαμπωμένος ακόμα κι αυτός από την ομορφιά της, της άνοιξε την πράσινη ξύλινη εξώπορτα, της έκανε μια υπόκλιση, μουρμουρίζοντας ανάμεσα στα δόντια του κάτι σαν «περάστε», και μόλις βγήκε την έκλεισε αμέσως πίσω της, λες κι ήταν δαίμονας.

 

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ακούστηκε πνιχτό γυναικείο αναφιλητό: ήταν η Αύρα που είχε γονατίσει εμπρός στο φέρετρο της κόρης της, το 'χε αγκαλιάσει κι έκλαιγε. Ήταν φυσικό για κείνη τη γυναίκα κάποια στιγμή να σπάσει ξαφνικά, αφού και την πέμπτη μέρα του Φλεβάρη που την είδαμε μαζί με τον Κερατένιο στο κατώφλι της τάξης μας και την ώρα της κηδείας ίσαμε εκείνη τη στιγμή διατηρούσε πλήρως τον αυτοέλεγχό της, δεν είχε φανεί ούτε ένα δάκρυ να αυλακώνει το πρόσωπό της και βέβαια, όσο πιο πολύ κρατάς τον πόνο μέσα σου, τόσο πιο έντονο είναι το ξέσπασμα... Η μάνα της δασκάλας μας έκλαιγε με τρομερή ένταση, λες και το φιλί της Τζίλντας την είχε απελευθερώσει, έγδερνε με τα νύχια της τα ξύλο του φέρετρου, ο κότσος που 'ταν πιασμένα τα γκρίζα μαλλιά της λύθηκε και τα χτενάκια της έπεσαν στο χώμα· οι δύο μαυροντυμένες γυναίκες πήγαν να την πιάσουν από τα μπράτσα για να τη σηκώσουν, μα ο παπα-Λεπ Ταιρ τις σταμάτησε με ένα νόημα. Κάποια στιγμή, το κλάμα της κατέληξε σε ένα βουβό αλλόκοτο σπασμό που έσβησε σιγά σιγά στην πλήρη ακινησία· τότε τα χείλη της σχημάτισαν ένα χαμηλόφωνο ψίθυρο, που ωστόσο το δικό μας ασκημένο αυτί τον άκουσε, έναν ψίθυρο από μια μάνα στο πεθαμένο πλέον γέννημα των σπλάχνων της: «συχώρεσέ με». Κι ύστερα η Αύρα Φραντζή σηκώθηκε ορθή, δίχως καμιά βοήθεια, και στάθηκε αγέρωχη εμπρός από τον ανοιχτό λάκκο που έχασκε ανυπόμονος. Κοίταξε τον παπα-Λεπ Ταιρ κι έπειτα του έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι, σαν να του 'λεγε «ναι, τώρα». Κι ο παπα-Λεπ Ταιρ με τη σειρά του έκαμε ένα νεύμα στον Πετρισλή και το Θόδωλα, κι αυτοί στη στιγμή σήκωσαν το φέρετρο και το κατέβασαν στο λάκκο. Και τότε η Αύρα σήκωσε τη χούφτα της, τη μισάνοιξε πάνω απ' το λάκκο, ίσα θαρρείς για να πέσει το χώμα πάνω στο φέρετρο, μα παίρνω όρκο πως δεν έτρεξε το χώμα μέσα απ' τη χούφτα της, και βέβαια αυτό ήταν επόμενο, καθώς δεν είχε σκύψει κάτω να το μαζέψει, και τότε μας κατέλαβε ένα αλλόκοτο συναίσθημα — βλέπαμε κάτι που δεν μπορούσαμε να κατανοήσουμε, κι όμως νιώθαμε πως ήταν απολύτως φυσιολογικό. Και κάτι ακόμα περισσότερο· νιώθαμε πως ήταν απαραίτητο —ναι, απαραίτητο— μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα, με λυμένα τα γκρίζα μαλλιά της, να στέκεται αγέρωχη μπροστά στον ανοιχτό λάκκο της κόρης της και να ανοίγει την αδειανή της παλάμη πάνω απ' το φέρετρο... Κι αφού πέρασε ένα λεπτό σε αυτή τη στάση, η Αύρα αποτραβήχτηκε παράμερα από τον ανοιχτό λάκκο. Τότε άρχισε να περνά και ο υπόλοιπος κόσμος για να ρίξει ο καθένας μια χούφτα χώμα πάνω στο φέρετρο της κυρίας Δομένικας. Εκείνη την ώρα ο Σώτερ γύρισε προς τα πίσω το κεφάλι του και μας είπε «πρέπει να πάμε κι εμείς...». Κι εμείς κοιτάξαμε απορημένοι — πώς διάολο του κατέβηκε τούτη η ιδέα, και τι να κάναμε μπροστά σε ένα φέρετρο που μόλις λίγη ώρα πρωτύτερα είχαμε γεμίσει με πέτρες και αναγνωστικά και τα ασημόδετα βιβλία. Ο Μανόλης μάλιστα είχε αρχίσει ήδη να διαμαρτύρεται «μα μες στο φέρετρο δεν κρύβεται το κορμί της κυρίας...», «πάμε, βρε μπουμπούνες...», τον έκοψε ο Σώτερ, «τόσος κόσμος εδώ πέρα μας βλέπει κι όλοι το ξέρουν τι νιώθουμε για την κυρία Δομένικα. Άμα δε ρίξουμε κι εμείς μια χουφτιά χώμα στο φέρετρό της, πολύ θέλει για να το καταλάβουν πως κάτι δεν πάει καλά;» Μόλις τέλειωσε τα λόγια του, και μην περιμένοντας απάντηση, προχώρησε εμπρός και στάθηκε στη σειρά που είχε σχηματιστεί· μα κι εμείς αμέσως τον ακολουθήσαμε, πρώτος ο Μεγάλος Πρόδρομος, έπειτα ο Μανόλης κι ο Κώστας κι ύστερα όλοι οι υπόλοιποι. Τελευταίοι σταθήκαμε στη σειρά εγώ κι ο Γιώργος, που από τότε που τζάζεψε μέσα στο ιερό της εκκλησίας κι ο Σώτερ τον έβγαλε στον καθαρό αέρα, είχε μείνει αμίλητος, ήταν κίτρινος σαν κερί και κρατούσε τα μάτια του κλειστά. Περνούσε λοιπόν ο καθένας μας εμπρός από το λάκκο κι έριχνε μια χουφτιά χώμα, έκανε και το σταυρό του για τα μάτια του κόσμου κι ύστερα πήγαινε προς την έξοδο. Κάποια στιγμή, κι ενώ απόμεναν ο Παύλος και ο Τζίμης για να 'ρθει η σειρά μου, άκουσα το Γιώργο πίσω μου να μου ψιθυρίζει στ' αυτί: «τόσο όμορφη είναι, λοιπόν;». Γύρισα και τον κοίταξα· ήταν φως φανάρι πως μιλούσε για την Τζίλντα. Είχε ανοίξει τα μάτια του, οι κόρες του είχαν σκουρύνει πολύ περισσότερο απ' το κανονικό τους, είχαν γίνει σχεδόν μαύρες (απ' τη ζήλια άραγε;). Αχ, τον έρμο το Γιώργο, πόσο γερά τον είχε δαγκώσει το μαύρο κόμπο της αγάπης με την κυρία Δομένικα, και εγώ τι να του έλεγα εκείνη την ώρα, «όμορφη, άσχημη, την Τζίλντα αγάπησε εκείνη...» του απάντησα τάχα κυνικά, ο Γιώργος τότε μου χίμηξε, «κι εγώ;» με ρώτησε επιθετικά πιάνοντας τους ώμους μου, και τότε σκέφτηκα πως δε γινόταν να του πω ψέματα, «εσύ έπαιξες...» του είπα δισταχτικά. Μόλις το άκουσε αυτό ο Γιώργος, πάγωσε κι άφησε τα χέρια του να πέσουν κάτω, «ναι» μου απάντησε, «έχεις δίκιο... έπαιξα κι έχασα» συμπλήρωσε ξεψυχισμένα. Τότε θυμήθηκα την κυρία Πανδώρα κι ένα φούσκωμα μ' έπιασε στο στήθος, «αυτό να μην το ξαναπείς...» του φώναξα —σχεδόν ούρλιαξα— «κανείς δε χάνει στο παιχνίδι με τους μαύρους κόμπους...». Τα μάτια του Γιώργου έλαμψαν, «κανείς δε χάνει;» επανέλαβε τη φράση μου κοιτώντας με γεμάτος ελπίδα, και ευθύς του είπα την κουβέντα εκείνης που άδειασε μονορούφι το ποτήρι, μια κουβέντα που δεν καταλάβαινα και μήτε ακόμη και τώρα την καταλαβαίνω: «άκουσε· ό,τι έδωσες, θα το πάρεις...». Μα ο Γιώργος είχε κι άλλη ερώτηση να κάνει, «...και γιατί θα το πάρω;». Κι εγώ, μην έχοντας άλλη απάντηση, σήκωσα την ποδιά μου και την μπλούζα μου και του 'δειξα ό,τι πιο απόκρυφο είχα: τη φοβερή τρύπα στο κέντρο του στήθους μου· «γιατί έτσι...» του είπα κοιτώντας τον στα μάτια. Και μην περιμένοντας την αντίδρασή του, άφησα την ποδιά μου να πέσει, προχώρησα εμπρός από τον ανοιγμένο τάφο, έριξα μια φούχτα χώμα κι ύστερα έκανα το σταυρό μου — στα ψέματα βέβαια. Μόλις αποτραβήχτηκα, άκουσα έναν ξερό ήχο, σαν από πέσιμο, και ο κόσμος άρχισε να φωνάζει. Αμέσως γύρισα προς το λάκκο και τι να δω: το Γιώργο να 'ναι πεσμένος μπρούμυτα πάνω στο φέρετρο και να βογκά πιάνοντας τον αριστερό του αγκώνα. Κάποτε έστρεψε το κεφάλι του και μας κοίταξε, στο πλάι μου είχαν σταθεί ο Θόδωλας και ο Πετρισλής, «τι καθόσαστε και με κοιτάτε;» παραπονέθηκε, «βγάλτε με έξω...». Βάλαμε ένα χέρι και τον ανεβάσαμε απ' το λάκκο, εκείνος μονολογούσε δυνατά, «πώς γλίστρησα έτσι, που να πάρει...», «γλίστρησες, γιατί είσαι βλάκας...» τον κορόιδεψε ο Πετρισλής, μα εγώ το είχα δει πως τη στιγμή που απλώναμε τα χέρια για να τον τραβήξουμε επάνω ο Γιώργος έριξε κάτι στα κλεφτά μες στον κόρφο του, κάτι κόκκινο σαν το αίμα. Κοίταξα το φέρετρο και τότε κατάλαβα τι σήμαινε εκείνο το δήθεν τυχαίο γλίστρημα του Γιώργου στον ανοιχτό λάκκο: το κόκκινο φιλημένο τριαντάφυλλο της Τζίλντας δεν ήταν πια πάνω στο φέρετρο. Κι όπως περπατούσαμε οι δυο μας πλάι πλάι για να βγούμε έξω απ' το νεκροταφείο και να συνεννοηθούμε με τους άλλους που ήδη ήτανε στο δρόμο για το πώς θα ανεβάζαμε το ίδιο βράδυ το κορμί της κυρίας Δομένικας στην Κουπέλα, περάσαμε μπροστά απ' τη μητέρα της. Ο Γιώργος κοντοστάθηκε λίγο και την κοίταξε κατάματα. Η Αύρα Φραντζή για μια στιγμή κάπως αναστατώθηκε κι ύστερα είπε σχεδόν ψιθυριστά «ίσως το Μάρτιο...» Ο Γιώργος τότε δε μίλησε, μονάχα κούνησε καταφατικά το κεφάλι, σαν να 'λεγε «ναι, θα 'ρθω...».