θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος α [ακόμη κι ήταν λάθος] *  κεφάλαιο 4ο

 

 

 

 

 

4.

 

Το βαρύ ασημόδετο βιβλίο

 

 

 

Την άλλη μέρα το πρωί, στις δέκα και μισή, η πίσω πόρτα της εκκλησίας που οδηγούσε κατευθείαν στο ιερό ήταν πράγματι ανοιχτή. Ήμασταν εκεί και οι δεκατέσσερις, φορώντας τα καλά μας καθαρά ρούχα, καθώς ο κύριος Κερατένιος και η κυρία Δροσιά μάς το 'χαν πει από την προηγουμένη ότι μετά την τρίτη ώρα θα πηγαίναμε στην κηδεία —όμως εμείς την κοπανίσαμε από το δεύτερο κιόλας διάλειμμα. Ήταν για όλους μας η πρώτη φορά που μπαίναμε σε ιερό εκκλησίας· μείναμε να κοιτάμε τα δυο σκαλιστά εικονίσματα (τα άλλα δύο τα είχε εξαφανίσει ο παπα-Λεπ Ταιρ) που αναπαραστούσαν δυο νέα όμορφα κορίτσια, έπειτα στρέψαμε το βλέμμα μας στο αναμμένο καντήλι κάτω από τον εσταυρωμένο Ιησού, και θες το παράξενο τρέμουλο της φλόγας του καντηλιού, θες το λιβάνι με τη μαγευτική μυρωδιά του (όχι εκείνο που κάπνιζε ο παπα-Λεπ Ταιρ, μα το άλλο που άναβε στην πρωινή λειτουργία), έξαφνα τα μάτια όλων μας θόλωσαν, χάσαμε την εικόνα του κόσμου από γύρω μας κι άγριες τύψεις γέμισαν την ψυχή μας. Το νιώθαμε πια μ' ολόκληρο το είναι μας, πως εκείνη την ασθενική πρωινή ηλιαχτίδα που λίγο πρωτύτερα μας αγκάλιαζε ποτέ μας δε θα την ξαναβρίσκαμε αθώα, πως το σαλιγκάρι που θα γεννηθεί αύριο δε θα είναι αυτό που τσακίσαμε με την πατημασιά μας, πως η δική μας αρτιμέλεια δε μας λυτρώνει από το ρημαγμένο σώμα των άλλων, α, τι αφιλότιμος που ήταν στ' αλήθεια τούτος ο Θεός· μόλις μπήκαμε στο σπίτι του, μας γέμισε τύψεις, κι έτσι, χωρίς να καταλάβουμε το γιατί, πέσαμε στα γόνατα σε μια βουβή ικεσία συγγνώμης. Σ' αυτή τη στάση μάς βρήκε ο παπα-Λεπ Ταιρ κι έβαλε τις φωνές, «βρε χοχόλοι, σηκωθείτε που να σας πάρει ο διάολος, φέραν απ' του Θανατά το φέρετρο κι έχουμε μόλις ένα τέταρτο...» (είχαν περάσει μέρες από το θάνατο της δασκάλας μας, κι επειδή το πτώμα θα μύριζε, δεν έγινε το βράδυ πριν απ' την ταφή ολονυκτία γύρω απ' το φέρετρο στο σπίτι της ή στο σπίτι της μάνας της, μήτε την έντυσαν με θανατίκια. Η αστυνομία παρέδωσε το κουφάρι της μια και καλή στο Θανατά το πρωινό της ταφής κι εκείνος το 'στειλε κατευθείαν στην εκκλησία). Αμέσως σηκωθήκαμε όρθιοι και ο παπα-Λεπ Ταιρ, ξεμέθυστος και φρεσκολουσμένος, πήρε μαζί του τους πέντε πιο δυνατούς για να φέρουν το φέρετρο στο ιερό· τον Τζίμη, το Μανόλη, τον Κώστα και τον Παύλο και, βέβαια, το Μεγάλο Πρόδρομο. Κι όσοι μείναμε να τους περιμένουμε, κοιτάζαμε με θαυμασμό την αγία τράπεζα που ήτανε σκεπασμένη με ένα πολυτελές πορφυρό βελούδο. Όπως κοιτούσαμε, ο Σίμης απόρησε «τι να 'ναι άραγε κάτω από το βελούδο;», «τα ιερά λείψανα» είπε με τρεμάμενη φωνή ο Ζήσης, «κόκαλα δηλαδή» έκανε με μια γκριμάτσα ο μοιραίος Νίκος, «ναι» απάντησε εκείνος, «τα κόκαλα του αγίου που τ' όνομά του έχει η εκκλησία». Τότε αισθάνθηκα σαν να πλημμύριζε το μυαλό μου ένα ψηλό, θεόρατο κύμα της θάλασσας, «δηλαδή» ρώτησα, «κάτω απ' το βελούδο είναι τα κόκαλα της Πίστεως και της Ελπίδος;», «ννναι» έκανε διστακτικά ο Ζήσης, κι αμέσως προχώρησα ένα βήμα και άπλωσα το χέρι μου — ήθελα να σηκώσω το βελούδο, να δω... Μα εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η αγριοφωνάρα του παπα-Λεπ Ταιρ, «στην άκρη, κάντε στην άκρη, γρήγορα, βρε κερατάδες, γιατί αν μας τσακώσουν, θα με βάλουν να φάω το ρημάδι το ράσο μου...». Ακουμπήσαμε το φέρετρο κάτω στο πάτωμα κι ο παπα-Λεπ Ταιρ πήγε να ανοίξει το καπάκι. Μα τότε δίστασε για μια στιγμή, σαν να σκέφτηκε κάτι, γύρισε προς τα εμάς κι είπε «ό,τι κι αν δείτε να ξέρετε πως είναι ένα ψέμα». Έπειτα άνοιξε το φέρετρο, εμείς τρέμαμε σαν τα ψάρια απ' την τρομάρα μας. Πρώτα απ' όλα μάς χτύπησε η μυρωδιά — ήταν, βλέπεις, η έκτη μέρα που έμενε άταφο το κουφάρι της κυρίας Δομένικας και, καθώς ήμασταν απροετοίμαστοι για μια τέτοια μυρωδιά, στη στιγμή ανακατεύτηκαν τα σωθικά μας και σχεδόν όλοι μας βάλαμε το χέρι εμπρός στο στόμα, προσπαθώντας να κρατηθούμε να μην τα βγάλουμε όλα από την αναγούλα. Μόνο ο Γιώργος έδειξε να μην τον ενοχλεί διόλου η μυρωδιά, μάλιστα μας κοιτούσε όλους με απορία που φράζαμε τις μύτες μας, και έξαφνα προχώρησε ένα βήμα μπρος, προς το ανοιγμένο φέρετρο, κι είπε «μα τι εξαίσια που είναι τούτη η μυρωδιά...». Εμείς μείναμε έκπληκτοι. Αν ήταν άλλος, ίσως να λέγαμε πως έκανε πλάκα, αλλά ο Γιώργος να κάνει πλάκα μπροστά στο κουφάρι εκείνης που τόσο πολύ αγάπησε, ε όχι, ήταν αδύνατο... Κοιτάξαμε τα μάτια του: οι κόρες τους είχαν γίνει από γαλάζιες σχεδόν λευκές, δεν μπορούσες να τις ξεχωρίσεις... Κι όταν αυτός ξαναείπε, δυνατότερα αυτή τη φορά, «μα τι εξαίσια που είναι τούτη η μυρωδιά...», είδαμε μια αλλόκοτη λάμψη να πετιέται από εκείνο το εφιαλτικό ασπράδι των ματιών του κι ένα αχνό χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπό του, σαν να έβλεπε κάποιο υπέροχο όραμα. Αμέσως ο Σώτερ προχώρησε ένα βήμα κι αυτός, «ναι, Γιώργο» του είπε, «...είναι στ' αλήθεια εξαίσια αυτή η μυρωδιά», ο Γιώργος γύρισε και τον κοίταξε με ένα φαρδύ χαμόγελο και θολωμένα μάτια, «είναι σαν το μοναχικό γιασεμί το καταχείμωνο...» είπε, «ναι, Γιώργο» απάντησε ο Σώτερ και τον έπιασε μαλακά από το μπράτσο, τραβώντας τον με τρόπο προς την πόρτα, «είναι σαν ν' άνθισε ολόκληρη η θάλασσα απόψε...» είπε και πάλι εκείνος, «ναι, Γιώργο, ναι...» του έλεγε ο Σώτερ, μέχρι που άνοιξε την πόρτα και βγήκαν έξω. Και μόλις βγήκαν, ο παπα-Λεπ Ταιρ έβαλε και πάλι τις φωνές «τι κάθεστε σαν τα πρόβατα και με κοιτάτε, σας το 'πα, όλα είναι ψέματα». Ύστερα έτρεξε και κρυφοκοίταξε πίσω από την κουρτίνα, «να σας πάρει ο διάολος, να σας πάρει», είπε ψιθυριστά μόλις γύρισε, «άρχισε να 'ρχεται ο κόσμος...». Και καθώς τα έλεγε αυτά πήρε σαν παλαβός από μια γωνιά μια σκούρα καφέ μάλλινη κουβέρτα και την άπλωσε στην αγία τράπεζα, ύστερα έσκυψε πάνω απ' το φέρετρο και φωνάζοντας «άιντε, βοηθάτε...» άρχισε να βγάζει το κουφάρι. Με τα πολλά, κι αφού βάλαμε όλοι από ένα χέρι (κρατώντας συνάμα και την ανάσα μας), μεταφέραμε το κορμί της κυρίας Δομένικας πάνω στην αγία τράπεζα· ήτανε τυλιγμένο σε ένα βρόμικο κιτρινισμένο σεντόνι, φαίνονταν μόνο οι άκρες απ' τα μαλλιά της. Ο παπα-Λεπ Ταιρ τότε —πάντοτε σε νευρική υπερένταση— πήρε από τις φτέρνες του εσταυρωμένου Ιησού το μπουκάλι με το ούζο κι άρχισε να περιβρέχει το κουφάρι προσπαθώντας, όπως κατάλαβα αργότερα, να σκεπάσει τη μυρωδιά με μυρωδιά — στο ενδιάμεσο τράβηξε και δύο γουλιές. Πράγματι, το ιερό σε ένα λεπτό μύριζε κάτι παράξενο, κάτι ενδιάμεσο στην πτωματίλα και στη μυρωδιά του ούζου, ενώ ο παπα-Λεπ Ταιρ τύλιξε γύρω από το ήδη σκεπασμένο κουφάρι και την καφέ κουβέρτα. Ύστερα είπε αλαφιασμένος, μα μιλώντας πάντοτε ψιθυριστά, «κάτι στο φέρετρο... να βάλουμε κάτι στο φέρετρο να μη μας πάρουν χαμπάρι...», κι είχε βέβαια δίκιο, γιατί δεν ήθελαν πολύ να το καταλάβουν οι νεκροκουβαλητές του Θανατά (και προπαντός εκείνος ο καθίκης ο Πετρισλής) πως το φέρετρο δεν είχε τίποτε άλλο παρά αέρα κοπανιστό. Τότε έγινε πανικός. Αλλόφρονες όλοι μας ανοίξαμε τις σάκες μας και βγάλαμε τα αναγνωστικά μας και τα πετάξαμε μέσα στο φέρετρο, κι όταν είδαμε πως αυτά ήταν πολύ λίγα, πετάξαμε τα τετράδιά μας και τα μολύβια μας, ο παπα-Λεπ Ταιρ πέταξε το μπουκάλι του ούζου, ο Τζίμης ένα σπάνιο καπάκι μπίρας που είχε κερδίσει στην τσάφκο, ο Βέλιας το μικρό αναπτήρα του, ο Σίμης τη λίμα του, ο Κώστας μια σπασμένη χτένα κι ο μοιραίος Νίκος ένα καμένο σπίρτο που σήμαινε γι' αυτόν μια χαμένη κλήρωση πριν από μήνες. Μα και πάλι δεν είχε μαζευτεί το απαραίτητο βάρος, όταν μπήκε από την πίσω πόρτα ο Μεγάλος Πρόδρομος (πότε άραγε είχε βγει χωρίς να τον δούμε;) κρατώντας μια πελώρια πέτρα ίσαμε είκοσι κιλά — μόνο αυτός μπορούσε να τη σηκώσει, κανένας άλλος... Και μόνο σαν την ακούμπησε μέσα στο φέρετρο ησυχάσαμε κάπως — αρκούσανε λίγα κιλά ακόμη για να αποκτήσει το φέρετρο ένα βάρος πιστευτό. Μέσα σε ένα δύο λεπτά όμως μας έπιασε και πάλι απόγνωση, καθώς δεν ξέραμε τι άλλο θα μπορούσαμε να βάλουμε μες στο φέρετρο, ώστε να μην καταλάβουν πως τους είχαμε πάρει το κορμί της κυρίας Δομένικας. Κι έξαφνα είδα με την άκρη του ματιού μου τον παπα-Λεπ Ταιρ να κάνει κάτι που μου φάνηκε πολύ παράξενο· πήρε στα χέρια του το μεγάλο ασημόδετο ιερό Ευαγγέλιο και πήγε να το βάλει μες στο φέρετρο, στο πάνω μέρος που 'μενε κενό. Τον σταμάτησαν οι διαμαρτυρίες του Ζήση που έβαλε τις φωνές, «όχι, παπα-Λεπ Ταιρ, όχι, μην το πετάς το ιερό Ευαγγέλιο στον άλλο κόσμο...». Τότε ο παπα-Λεπ Ταιρ, αμίλητος, σήκωσε το ασημόδετο βιβλίο, το έστρεψε προς το μέρος μας και το άνοιξε σε μία τυχαία σελίδα, κι ύστερα σε άλλη και σε άλλη κι έπειτα το ξεφύλλισε γοργά με τον αντίχειρά του· όλες οι σελίδες του ήταν λευκές, ολόλευκες, χωρίς μήτε μια λέξη μήτε μια ζωγραφιά, ίδιες με τα ανέγγιχτα τετράδια της ιχνογραφίας. Μείναμε να τον κοιτάμε με ανοιχτό το στόμα, μα εκείνος είπε ξερά «δεν υπάρχει Ευαγγέλιο· υπάρχουν μόνο αδειανά βιβλία...». Ευθύς αμέσως τότε με κατέλαβε ένας παράξενος φόβος, θυμήθηκα που τ' απογεύματα, όταν τελειώναμε το μάθημα, η κυρία Δομένικα συχνά μας διάβαζε ιστορίες από εκείνο το ασημόδετο βιβλίο, λέγοντας σαν μας έστελνε να το πάρουμε να ζητήσουμε απ' τον παπα-Λεπ Ταιρ το καλό (άραγε είχε και κάποιο ολόιδιο αντίτυπο εκείνου του βιβλίου που δεν ήταν και τόσο καλό;), μα στ' αλήθεια τι μας διάβαζε άραγε από ένα ανύπαρκτο κείμενο· και ποιος ήταν τότε εκείνος που, μ' όλο που το 'ξερε πως θα χαθεί, προχώρησε, ποιος πρόδωσε και ποιος έδωσε τη μαχαιριά, ποιος πέθαινε για τους άλλους μέσα στις λευκές σελίδες εκείνου του βιβλίου, ποιος φίλησε στο μάγουλο και ποιος αρνήθηκε τον άρτο και τον οίνο και, κυρίως, ποιος βγήκε έξω με μια απλή κουβέντα, ποιος αγάπησε ποιον εκείνο το βράδυ στο λόφο με τις ελιές. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου η φτηνή σκέψη πως η κυρία Δομένικα μας έλεγε ό,τι έβαζε με το νου της εκείνα τα απογεύματα, κοίταζε τις λευκές σελίδες και, ενώ καμωνόταν ότι διάβαζε, μας πετούσε ό,τι της ερχόταν στο κεφάλι. Αυτή τη σκέψη έκανα ο ηλίθιος, μα την ίδια στιγμή σκέφτηκα πως η κυρία Δομένικα δεν είχε κανένα λόγο να παίζει θέατρο πως τάχα διαβάζει το ασημόδετο βιβλίο για να μας λέει ιστορίες απ' το νου της, άρα λοιπόν η κυρία Δομένικα πράγματι διάβαζε μέσα απ' το βιβλίο, ναι, αυτό έκανε, διάβαζε το λευκό χαρτί... Εκείνη τη στιγμή, καθώς ο παπα-Λεπ Ταιρ ξεφυσώντας έκλεινε το παραγεμισμένο φέρετρο, έστρεψα το βλέμμα μου στο τυλιγμένο με την παλιά καφέ κουβέρτα κουφάρι της επάνω στην αγία τράπεζα· και μόλις συνδύασα στο νου μου πως το κορμί της ήταν πάνω ακριβώς από τα ιερά κόκαλα της Πίστεως και της Ελπίδος —καταπώς έλεγε ο Ζήσης—, ένιωσα ένα παράξενο αίσθημα, σαν να γαλήνεψα. Την ίδια στιγμή ο παπα-Λεπ Ταιρ άρχισε πάλι να φωνάζει αλαφιασμένος, «ξεκουμπιστείτε επιτέλους, ρε ζαβλάκια, τι θέλετε, να μας πάρουν χαμπάρι και να μας κλείσουν στα σίδερα, ορίστε ένας ένας κι αθόρυβα, μπρος φευγάτε...».