θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος α [ακόμη κι ήταν λάθος] *  κεφάλαιο 3ο

 

 

 

 

 

3.

 

Ο παπά Λεπ Ταιρ ζητάει ησυχία

 

 

 

Φυσικά εκπληρώσαμε όλες τις τελευταίες επιθυμίες της κυρίας Δομένικας, όχι χωρίς δυσκολίες είναι η αλήθεια, μα σίγουρα ό,τι κι αν είχε ζητήσει εκείνη στο τελευταίο γράμμα της, εμείς θα το κάναμε ακόμα κι αν ήταν το δυσκολότερο πράγμα του κόσμου. Εκείνο που μας παίδεψε περισσότερο ήταν το μπλέξιμο της αστυνομίας στην υπόθεση: μια νέα γυναίκα που μόλις είχε κλείσει τα είκοσι οκτώ της χρόνια και που βρέθηκε νεκρή, γυμνωμένη απ' τα ρούχα της, επάνω στον ερημικό λόφο της Κουπέλας, έφερνε στο νου του καθένα την εκδοχή του εγκλήματος. Έτσι, το ίδιο κιόλας βράδυ της ημέρας που μαζευτήκαμε στα Βαρέλια, εκεί στο Μικρό Ρέμα, μάθαμε ότι η αστυνομία είχε διατάξει νεκροψία στο κουφάρι της κυρίας Δομένικας κι ότι είχε σφραγίσει το διαμέρισμά της. Και φυσικά μπορείς να φανταστείς την αναστάτωση της γειτονιάς μας από την επομένη (ήταν η έκτη του Φεβρουαρίου): το χαμηλόφωνο και μουρμούρικο κουτσομπολιό της πρώτης ημέρας έδωσε τη θέση του σ' έναν καταιγισμό υποθέσεων και σίγουρων τάχα πληροφοριών που κυκλοφορούσαν παντού· ότι την κυρία Δομένικα τη βίασε κι ύστερα τη στραγγάλισε κάποιος καινούριος φοβερός δράκος της περιοχής, ότι τη σκότωσε ο μυστηριώδης εραστής της που συναντούσε τις νύχτες (αρκετές φορές την είχανε δει να περπατάει μετά τα μεσάνυχτα στο δρόμο του Πύργου), ότι την έβαλαν με το στανιό να πιει δηλητήριο κάποιοι μαυροντυμένοι άγνωστοι που κυκλοφορούσαν έξω απ' το σπίτι της το τελευταίο βράδυ για να ξεκαθαρίσουν σκοτεινούς λογαριασμούς μαζί της, ότι την έπνιξε μες στη χαζομάρα του ο Θόδωλας, ο νεκροκουβαλητής του Θανατά που όλοι τον λέγαν καθυστερημένο (τον υποψιάζονταν, επειδή όποτε έβλεπε στο δρόμο τη δασκάλα μας έβαζε το χέρι του στον κόρφο του και της πρόσφερε ένα ανύπαρκτο λουλούδι κι εκείνη το έπαιρνε χαμογελώντας και το έβαζε στον κόρφο της), ότι η κυρία Δομένικα ανήκε σε μια οργάνωση του διαβόλου και εκείνη τη νύχτα πρόσφερε θυσία το κορμί της στο σατανά (η εκδοχή αυτή είχε και συνέχεια, ότι επάνω στην Κουπέλα γινόντουσαν, λέει, τελετές όπου καλούνταν ο διάβολος και στις τελετές αυτές ήμασταν τάχα κι εμείς, κι ότι μέσα στο κόλπο ήταν κι ο παπα-Λεπ Ταιρ, που δεν ήταν παπάς αλλά τράγος του πονηρού). Το τελευταίο ακούστηκε αρκετές φορές, κι ο Μανόλης μονολογούσε, δαγκώνοντας το διπλωμένο δείκτη του χεριού του, «αχ και να μάθω ποιος το είπε αυτό, θα τον βάλω να φάει το σκατό του...», μα ο Κώστας του έλεγε «άσ' τους Μανόλη, αυτοί ποτέ τους δεν είδαν τ' αστέρια να τρεμοπαίζουν...»

 

Βέβαια όλοι εκείνοι που ήταν εντελώς σίγουροι για την αιτία του θανάτου της ξίνισαν τα μούτρα τους το πρωινό της δεκάτης Φεβρουαρίου, όταν διάβασαν τοιχοκολλημένο το αγγελτήριο της προγραμματισμένης για την επομένη κηδείας της και έμαθαν πως η αστυνομία θεωρούσε την υπόθεση λήξασα, καθώς η νεκροψία έδειξε πως τα αίτια του θανάτου της ήτανε φυσικά· ο δεύτερος ιατροδικαστής μίλησε για προχωρημένο καρκίνο, διάσπαρτο σε όλο της το κορμί, ενώ μαζί του αμέσως συμφώνησε με ανακούφιση και ο πρώτος, που αρχικά είχε βρεθεί σε αδιέξοδο, καθώς αδυνατούσε να διαγνώσει ή έστω να υποθέσει τι είχε συμβεί. Η γειτονιά στην αρχή δυσπίστησε και στη συνέχεια, με φανερή απογοήτευση και δυσφορία, δέχτηκε την επίσημη εκδοχή. Κάποιοι μάλιστα, θυμωμένοι που διαψεύστηκαν οι υποθέσεις τους, είπανε με εμπάθεια πως «πλήρωσε, φαίνεται, τα ανομήματά της...», και στα κουτσομπολιά τους επέμεναν ιδιαίτερα στην περιγραφή του ρημαγμένου απ' την αρρώστια του κορμιού της, λες κι ήτανε μπροστά στη νεκροψία: «όλα τα μέσα της ήταν σαν να 'χαν σαπίσει...» λέγανε ξανά και ξανά, θαρρείς και τους ηδόνιζε τούτη η εικόνα. Κι αν είχαμε το χρόνο να ψάξουμε ποιοι ήταν εκείνοι που τα 'λεγαν αυτά, το ίδιο κιόλας βράδυ θα τους κατεβάζαμε τα παράθυρα με τις σφεντόνες, για να μάθουν να μιλούν έτσι για κείνη...

 

Όμως εκείνη τη μέρα δεν είχαμε χρόνο να ψάχνουμε τι είχε πει ο καθένας, καθώς έπρεπε να πραγματοποιήσουμε το συντομότερο δυνατό την πιο δύσκολη από τις τελευταίες επιθυμίες της κυρίας Δομένικας, αυτήν που είχε να κάνει με την ταφή του σώματός της: η δασκάλα μας ήθελε να μην ταφεί στα κοιμητήρια αλλά επάνω στη Φωλίτσα, εκεί όπου έζησε τις πιο ηδονικές στιγμές της ζωής της κι άφησε την τελευταία της ανάσα (όσο για τη φράση του στερνού γράμματός της, όπου έλεγε για το κορμί της πως αν το 'θελε η γρια-Αλεξάνδρα, η μάγισσα του Στοιχειωμένου, ας το 'κοβε κι ας του ξερίζωνε τα σπλάχνα, η ίδια η γρια-Αλεξάνδρα μόλις δύο μέρες υστερότερα από το θάνατο της κυρίας Δομένικας είχε δώσει την απάντησή της στον Όττο, που τον είχαμε στείλει επί τούτου ως το Στοιχειωμένο για να τη ρωτήσει: του 'χε πει χαμογελώντας αινιγματικά πως ό,τι ήτανε να πάρει απ' την κυρία Δομένικα το 'χε ήδη πάρει). Κι όπως ήταν φυσικό, μαζευτήκαμε ανήσυχοι εκείνο το μεσημέρι της δεκάτης Φεβρουαρίου στα Βαρέλια να δούμε τι θα κάνουμε. Η πρώτη ιδέα ήταν να δείξουμε το γράμμα στη μητέρα της και στην αστυνομία και να προσπαθήσουμε να τους πείσουμε για τις τελευταίες επιθυμίες της κυρίας Δομένικας. Η άποψη τούτη όμως απορρίφθηκε πολύ γρήγορα, καθώς, αν η αστυνομία δεν το επέτρεπε —που στα σίγουρα δε θα το επέτρεπε—, ουδέποτε θα μπορούσαμε πλέον να θάψουμε την κυρία Δομένικα στην Κουπέλα, αφού θα μας είχανε πια στο μάτι. Έπειτα σκεφτήκαμε να αφήσουμε να γίνει η κηδεία κανονικά και να πάμε το βράδυ να ξεθάψουμε το κορμί της από τα κοιμητήρια και να το θάψουμε στην Κουπέλα· αλλά τι θα γινόταν αν μας έπαιρνε χαμπάρι ο Ψευτοπέτρος, ο φύλακας του νεκροταφείου; Εξάλλου, όταν την άλλη μέρα η αστυνομία θα έβρισκε τον τάφο ανοιγμένο, θα άρχιζε και πάλι τις ανακρίσεις και στο τέλος θα μας πιάνανε. Το συζητήσαμε μέχρι που σκοτείνιασε και μόνο τότε καταλήξαμε στη μόνη λύση που μας φαινότανε κάπως εφικτή: η κηδεία θα γινόταν κανονικά στα κοιμητήρια το πρωινό της επομένης, αλλά το φέρετρο θα ήταν άδειο, κι όταν θα έπεφτε το σκοτάδι, θα ανεβάζαμε στην Κουπέλα το κορμί εκείνης· και βέβαια δε γινόταν να τα καταφέρουμε όλα τούτα χωρίς να πάρουμε με το μέρος μας, συνένοχό μας, τον παπα-Λεπ Ταιρ — Ελευθέριος ήταν το κανονικό του όνομα, όμως ο ίδιος ήθελε εμείς να τον φωνάζουμε Λεπ Ταιρ και μάλιστα να γράφουμε το Ταιρ με άλφα γιώτα, «η ελευθερία είναι ένα ψέμα... δε θέλω το όνομά μου να σημαίνει τίποτε...» μας είχε πει.

 

Θα ήταν περίπου εννιά η ώρα το βράδυ όταν πήγαμε και τον βρήκαμε στη χαμηλοτάβανη αποθήκη του Ιερού Ναού Πίστεως και Ελπίδος, που την είχε και για σπίτι του (πριν έρθει ο παπα-Λεπ Ταιρ η εκκλησία λεγόταν «Ιερός Ναός Σοφίας, Αγάπης, Πίστεως και Ελπίδος», όμως ο τρελόπαπας κατήργησε με το έτσι θέλω τα δυο πρώτα ονόματα λέγοντας πως η Σοφία είχε ταχθεί ολοφάνερα πλέον με το μέρος του διαβόλου, ενώ η Αγάπη δεν υπήρχε, ούτε είχε υπάρξει ποτέ — ήταν απ' την αρχή μια μπλόφα για να ησυχάσει τους πεινασμένους). Στην αποθήκη έφεγγε ασθενικά μια γκαζόλαμπα κι από ένα μικρό ραδιόφωνο ακούγονταν παλιά ρομαντικά ξένα τραγούδια. Ο παπα-Λεπ Ταιρ ήτανε καθισμένος στο τραπέζι τύφλα μεθυσμένος και δε μας άκουσε που μπήκαμε. Όλος ο χώρος μύριζε από το παράξενο λιβάνι που συχνά κάπνιζε ο παπα-Λεπ Ταιρ και για τούτο οι μανάδες μας τον λέγανε μαστούρη και χασίκλα και του σούρναν τα χίλια δυο. Και μόνο σαν παραταχτήκαμε απέναντί του δεκατέσσερα αγόρια στη σειρά, σήκωσε το κεφάλι του και μας είδε. Έσκασε τότε ένα αλλόκοτο χαμόγελο ανθρώπου αγαθεμένου, έπειτα ξαφνικά σοβάρεψε το πρόσωπό του, «α, ήρθατε...» είπε, λες και μας περίμενε, και χαμήλωσε και πάλι το βλέμμα του βυθισμένος στις αλλόκοτες σκέψεις του. Στο ραδιόφωνο έκλαιγε ένα τσιγγάνικο βιολί. Απέναντι από εκείνον στο τραπέζι υπήρχε μια άδεια καρέκλα. Ο Σώτερ μάς έριξε μια στιγμιαία ματιά κι ύστερα προχώρησε εμπρός και κάθισε σε κείνη την καρέκλα, προκειμένου να μιλήσει εξ ονόματος όλων μας. Και αμέσως μόλις κάθισε απέναντί του, και πριν του πει οτιδήποτε, έβγαλε από τον κόρφο του το γράμμα της κυρίας Δομένικας και το άφησε στο κέντρο του τραπεζιού. Ο παπα-Λεπ Ταιρ έδειξε σαν να μην καταλάβαινε τι γινόταν, μήτε και ξεκόλλησε το βλέμμα του από το δάπεδο ώστε να δει πάνω στο τραπέζι τον άσπρο φάκελο. «Παπα-Λεπ Ταιρ...» έκανε δειλά δειλά ο Σώτερ, «σσσσσ» τον έκοψε εκείνος φέρνοντας με μια απότομη κίνηση το δάχτυλο μπροστά στα χείλη του και σηκώνοντας ψηλά το πρόσωπό του με τα μάτια σχεδόν κλειστά. Ο Σώτερ, όπως κι όλοι μας, νόμισε πως ο παπα-Λεπ Ταιρ ήθελε ν' ακούσει το τσιγγάνικο βιολί και σώπασε μέχρι που τέλειωσε η θλιμμένη μελωδία. Τότε πάλι προσπάθησε να του μιλήσει, «παπα-Λεπ Ταιρ» του είπε σπρώχνοντας με το χέρι του τον άσπρο φάκελο, «διάβασε αυτό το γράμμα, σε παρακαλούμε, διάβασ' το». Ο παπα-Λεπ Ταιρ δε μίλησε, μονάχα έσκυψε κι έπιασε το μπουκάλι με το ούζο και ήπιε στα κλεφτά μια γεμάτη γουλιά. Ύστερα, ολωσδιόλου φυσικά, με μιαν απλή κίνηση του αριστερού του χεριού, έσπρωξε προς τα πίσω τον άσπρο φάκελο, προς το Σώτερ, κι όταν ο φίλος μας έκανε να διαμαρτυρηθεί, λέγοντας «μα, παπα-Λεπ Ταιρ... είναι από την ...», «σσσσσ» τον έκοψε και πάλι εκείνος κι έσκυψε προς τα αριστερά του, σήκωσε φανερά το μπουκάλι με το ούζο, ήπιε μια γουλιά και κατόπιν το έδωσε για μια γουλιά και στο Σώτερ. Ο φίλος μας ήπιε διστακτικά μια γουλιά, κι όπως ήταν φυσικό, άρχισε να ξεροβήχει... Μόλις ησύχασε κάπως, σήκωσε το χέρι του ψηλά και έδωσε το μπουκάλι σε εμάς που στεκόμασταν πίσω του. Ήπιαμε με τη σειρά όλοι από μια γουλιά και θαρρείς μια λεπίδα χαράκωσε το λαρύγγι μας, το στήθος μας πήρε φωτιά κι αρχίσαμε κι εμείς να βήχουμε. Μόλις συνήλθαμε κοιτάξαμε τον παπα-Λεπ Ταιρ. Εκείνος μας γύρισε με το βλέμμα του όλους έναν προς έναν^ τα μάτια του έκαιγαν πάνω στα μάγουλά μας. Στο ραδιόφωνο ένα ακορντεόν έπαιζε εκείνον το γνωστό γοργό δαιμονικό ρυθμό, κι όλους μάς βασάνιζε η απορία γιατί ο παπα-Λεπ Ταιρ δε διάβαζε το γράμμα εκείνης. Αυτός —λες και κατάλαβε τη σκέψη μας— έφερε για τρίτη φορά το δάχτυλο στα χείλη του και είπε «σσσσσ, σας λέω, σσσσσ». Και κάτι σαν να πονηρευτήκαμε εκείνη τη στιγμή, μα δεν μπορούσαμε να ξεδιαλύνουμε μες στο μυαλό μας το τι γινότανε, μείναμε απέναντί του σαν βλαμμένοι, ίσως να 'φταιγε το ούζο, ίσως να 'φταιγαν και τα ντουμάνια του λιβανιού που μας ζαβλάκωναν. Κάποτε εκείνος είπε ασθενικά, «μπρος, φευγάτε τώρα». Και, τι παράξενο, παρ' όλο που ούτε να τον πάρουμε με το μέρος μας είχαμε καταφέρει, ούτε καν του είχαμε πει τι τον θέλαμε, παρ' όλα αυτά λοιπόν, δεν επιμείναμε διόλου και πήγαμε να φύγουμε. Ο μοιραίος Νίκος μάλιστα είχε ανοίξει και την εξώπορτα της αποθήκης, όταν ακούσαμε τον παπα-Λεπ Ταιρ να λέει: «αύριο, μισή ώρα πριν απ' την ακολουθία, στις δέκα και μισή, να είστε εδώ, θα σας έχω ανοιχτή την πίσω πόρτα να μπείτε στο ιερό...».