θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος α [ακόμη κι ήταν λάθος] *  κεφάλαιο 2ο

 

 

 

 

 

2.

 

Ένας άσπρος φάκελος κάτω από μια μαύρη πέτρα

 

 

 

Η κυρία Δομένικα ήτανε ο τέταρτος δικός μας που 'φευγε για πάντα από τη γειτονιά με το κοκκινόχωμα. Πρώτη ήταν —αλίμονο— η κυρία Πανδώρα στις είκοσι εννιά Νοεμβρίου του εβδομήντα έξι, δεύτερος ο τρομερός Τζακ ο Ταρνανάς την πρωταπριλιά του εβδομήντα εφτά, τρίτος ο Πέτρος ο Σαρανταένας, που στις δεκαεννιά Σεπτεμβρίου όρμησε τρέχοντας σε κάποιο εγκαταλελειμμένο καμίνι που 'πιασε φωτιά για να δώσει αγιούτο σ' ένα αλλόκοτο ξύλινο γλυπτό, και τέταρτη η κυρία Δομένικα, ολόγυμνη από ρούχα, ξαπλωμένη μπρούμυτα στη Φωλίτσα της Κουπέλας, εκείνο το πρωινό της πέμπτης Φεβρουαρίου του εβδομήντα οχτώ. Μάλιστα, τούτη τη φορά είδαμε με τα μάτια μας για πρώτη φορά ανθρώπινο πτώμα (τις άλλες φορές δεν είχε τύχει· την κυρία Πανδώρα τη θάψανε στα μουλωχτά μια Κυριακή χωρίς εμείς τίποτε να χαμπαριάσουμε —άσε που εκείνη τη μέρα εγώ έλειπα από τη γειτονιά με το κοκκινόχωμα—, τον Ταρνανά πάλι τον ρούφηξε η κινούμενη άμμος και χάθηκε, κι ο Πέτρος ποτέ δε γύρισε απ' το καμίνι του Μαριαλουκά, δεν ξέρω αν έμεινε εκεί ή μπήκε στο Μεγάλο Λαβύρινθο που οδηγεί στην καρδιά της γης — ο παπα-Λεπ Ταιρ έλεγε πως το κορμί του ανθρώπου μένει πίσω όταν αυτός ξεκινάει για το μεγάλο ταξίδι και τότε τον διέκοπτε ο Γιώργος «λέγε μας την αλήθεια παπα-Λεπ Ταιρ» του 'λεγε, «μη μας μιλάς για ταξίδια και μπούρδες...», κι ο παπα-Λεπ Ταιρ έπινε μια γεμάτη γουλιά από το ούζο του κι έλεγε «ποιος την ξέρει την αλήθεια;»). Εκείνο το πρωινό λοιπόν της πέμπτης Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα οχτώ ο ένας μετά τον άλλον και τελευταίος εγώ αντικρίσαμε για πρώτη μας φορά αυτό που μένει, το σώμα που κάποτε αγγίξαμε ζωντανό ήταν πια άψυχο, ένα σακί με αίμα και ακαθαρσίες που θα γυρνούσε στο χώμα κι έπειτα θα γινόταν μια μικρή πέτρα, μια χουφτιά νερό, ένα φύσημα του ανέμου (και πού να πήγε άραγε αυτός που τα υποκινούσε όλα τούτα, πού να φώλιασε και πού να χαίρεται την ηδονή του, «ας ρουφήξει το χώμα τους χυμούς του κορμιού μου, σάμπως τους αγόρασα;» είχε πει ο Ταρνανάς λίγο πριν τον καταπιεί ο Βάλτος). Πλάι στο κορμί της κυρίας Δομένικας υπήρχε ένας άσπρος φάκελος αλληλογραφίας κάτω από μια μαύρη πλατιά πέτρα, δε γινότανε να μην τον πάρει το μάτι σου. Ο Γιώργος τότε έβγαλε μια τρελή κραυγή και πήγε να τρέξει επάνω της, μα ο Μεγάλος Πρόδρομος, αν και δυσκίνητος, έκανε μια βουτιά και τον αγκάλιασε· κυλίστηκαν κι οι δύο τους κάτω. Όλοι οι υπόλοιποι πέσαμε στα γόνατα· έγινε απόλυτη σιωπή. Μια ανεξήγητη αίσθηση με είχε κυριεύσει στη θέα του άψυχου κορμιού της, ένιωθα ήρεμος, γαλήνιος και απόλυτα διαυγής· νομίζω πως το ίδιο νιώθαν κι οι άλλοι. Πέρασε κάμποση ώρα, ώσπου κάποτε ο Σώτερ σηκώθηκε, προχώρησε κι έσκυψε πάνω από το γυμνό κουφάρι της· τα μάτια της ήταν κλειστά, τα σκασμένα χείλη της φιλούσαν το χώμα— ή μήπως η δασκάλα μας φιλιόταν με κάποιον απ' την άλλη πλευρά; Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια βροντερή φωνή, «αλτ, μην αγγίξεις τίποτε»· ήταν ο αστυνόμος που 'χε έρθει στο κατόπι μας. Πίσω του φάνηκε αγκομαχώντας ο Κερατένιος. Κι ο Σώτερ έμεινε ακίνητος, έπειτα σήκωσε το δεξί του χέρι ψηλά, μα πριν σηκώσει και το αριστερό, με μια κίνηση ταχυδακτυλουργού, τράβηξε τον άσπρο φάκελο κάτω απ' τη μαύρη πέτρα και τον έριξε μες στον κόρφο του.

 

Σε λίγη ώρα μάς κατέβασαν με το ζόρι από την Κουπέλα, είχανε έρθει κι άλλοι αστυνομικοί και χωροφύλακες κι είχαν αποκλείσει το λόφο και τις παρυφές του, είχε μαζευτεί πολύς κόσμος, οι περισσότεροι περίεργοι που διψούσαν για εγκλήματα, φόνους και βιασμούς κι άλλοι πάλι μονολογούσαν φοβισμένοι ξόρκια για το κακό που βρήκε τη γειτονιά. Λίγο πιο πέρα, κάπως απόμερα, στεκόταν η καλοντυμένη κυρία που είχαμε δει έξω απ' την τάξη μας· φαινότανε βουρκωμένη, μα έκανε μεγάλη προσπάθεια να κρατηθεί στα πόδια της. Ωστόσο, κάποια στιγμή που έφυγε από κοντά της η κυρία Δροσιά που την κρατούσε από το μπράτσο, παραπάτησε και σωριάστηκε κάτω λιπόθυμη. Δεν υπήρχε πια καμία αμφιβολία: εκείνη η γυναίκα ήταν η Αύρα Φραντζή, η μητέρα της κυρίας Δομένικας, για την οποία ξέραμε τόσα πολλά από τις διηγήσεις της. Έπεσε πάνω της ο κόσμος να τη συνεφέρει, στο τέλος την έβαλαν μέσα σε ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας που έφυγε με θόρυβο σηκώνοντας σκόνη. Κάποια στιγμή, ο αστυνόμος με το τσιγκελωτό μουστάκι ζήτησε τον Κερατένιο, κάτι συζητήσανε αναμεταξύ τους και έξαφνα ο Κερατένιος έβαλε μία φωνή «τάξις, επιστρέψατε εις την αίθουσαν». Και όπως γυρνούσαμε στοιχισμένοι ανά ζεύγη στην τάξη, έπεσε αναμεταξύ μας το σύρμα πως, ό,τι κι αν μας ρωτούσαν, εμείς δεν ξέραμε τίποτε, μόνο μια μέρα η κυρία Δομένικα μας πήγε περίπατο στην Κουπέλα, μόνο αυτό.

 

Αυτό είπαμε ξανά και ξανά στον αστυνόμο με το τσιγκελωτό μουστάκι, που λίγη ώρα αργότερα μας ρωτούσε επίμονα μες στην τάξη πώς το ξέραμε εμείς με τόση σιγουριά πού ήταν το κουφάρι της κυρίας Πανδώρας, «μόνο ο ένοχος δύναται να γνωρίζει με τέτοιαν βεβαιότητα» έλεγε και μας αγριοκοιτούσε, αλλά εμείς μιλιά. Ο αστυνόμος στρεφότανε τότε στο Γιώργο «κι εσύ τι διάβασες στην κασετίνα σου και αναστατώθηκες;», «τη σημερινή ημερομηνία, κύριε....» απαντούσε ο Γιώργος, «και πού την ήξερες εσύ;» επέμενε, «την αντέγραψα από τον πίνακα, κύριε», «και γιατί τη φώναξες δυνατά;», «γιατί τα έχασα, κύριε» συνέχιζε ο Γιώργος, «κεριά και λιβάνια» ξεσπούσε τότε ο αστυνόμος, «κι εσύ γιατί φώναξες πως σήμερα είναι;» στρεφότανε στο Σώτερ, «ε, αφού ήταν σήμερα, τι άλλο να φωνάξω;» απαντούσε εκείνος, κι ύστερα πάλι φτου κι από την αρχή. Είδε και απόειδε ο αστυνόμος και κάποια στιγμή σηκώθηκε κι έφυγε άπρακτος. Μα πριν φύγει μας αγριοκοίταξε όλους έναν έναν, «έννοια σας» είπε, «κι αν σας πιάσω να λέτε ψέματα, να το ξέρετε, όλους θα σας κλείσω μέσα». Κι όταν έφυγε, ο Κερατένιος άρχισε να μας μιλά θυμωμένος, «αλίμονό σας αν λέτε ψέματα, φωτιά θα ρίξει ο Θεός και θα σας κάψει», τέτοια έλεγε, και ο Ζήσης κοίταζε φοβισμένος το ταβάνι της τάξης, κάποτε σταμάτησε να μιλά, ξεφύσηξε και μας είπε να πάμε σπίτια μας. Μα μόλις βγήκαμε έξω απ' την τάξη, σχεδόν όλοι μας αντικρίσαμε τις μανάδες μας, που είχαν μάθει τα καθέκαστα και ανήσυχες είχαν καταφτάσει στο εκατοστό πέμπτο· όπως ήταν φυσικό, μας πήραν από το χέρι και πήραμε το δρόμο για το σπίτι χωρίς να προφτάσουμε τίποτε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. Μόνον ο Μεγάλος Πρόδρομος πρόλαβε να σηκώσει το αριστερό του χέρι με την παλάμη του ανοιχτή και μόνο ο αντίχειράς του ήταν σπασμένος μισός, χειρονομία που σήμαινε πως η συνάντησή μας ήταν στα Βαρέλια για τις τέσσερις και μισή, την ώρα δηλαδή που οι γονιοί μας θα 'χαν κοιμηθεί για μεσημέρι.

 

Όταν στις τέσσερις και μισή εκείνου του μεσημεριού πήγαμε στα Βαρέλια, τα μάτια όλων μας ήταν πρησμένα και κατακόκκινα, όπως όταν προσπαθείς να συγκρατήσεις τα δάκρυά σου πιέζοντας με όλη σου τη δύναμη το πρόσωπό σου στο μαξιλάρι. Ο καιρός ήταν μουντός μα σχετικά ξηρός, δε φυσούσε διόλου· κανείς δεν αποφάσιζε να μιλήσει. Κάποτε —θα 'χε περάσει κοντά μια ώρα— ο Γιώργος έσπασε τη σιωπή· «εγώ φταίω» είπε κι έκρυψε το πρόσωπό του μες στις παλάμες του. «Γιατί να φταις εσύ μονάχα;» του 'πε τότε ο Βέλιας. «Ίσα ίσα, εσύ έκανες ό,τι μπορούσες. Εμείς όλοι οι υπόλοιποι φταίμε που το χάψαμε το παραμύθι που μας ξεφούρνισε εκείνη το βράδυ του Νοεμβρίου με τη γαλάζια πανσέληνο, πως τάχα όλα τούτα που έλεγε και μας φούσκωνε το κεφάλι για δυο χρόνια ήταν γεννήματα του νου της, η κατάρα που τη βαραίνει, ο αναπόφευκτος θάνατός της, τα φαρμακωμένα χείλια της που παίρναν τη ζωή, όλα αυτά ήταν ονειροφαντασίες —έτσι δε μας είχε πει;— πως τάχαμου είχε κάτι μπιμπίκια στο πρόσωπο και για να τα γιάνει θα πήγαινε να βρει μια μαύρη πέτρα στον ποταμό Στρυμόνα...». Ο Βέλιας είχε λαχανιάσει, μα συνέχιζε «... και μην πει κανένας πως δεν το ξέραμε πως έλεγε ψέματα...» έμεινε σιωπηλός για λίγο κι ύστερα μίλησε χαμηλόφωνα, σαν να έκανε μια φοβερή ομολογία, «όλοι το καταλάβαμε πως σταύρωσε τα δάχτυλά της κάτω απ' το άσπρο τραπεζάκι...». Ο Γιώργος παρέμενε ακίνητος χωρίς ούτε στιγμή να σηκώσει το κεφάλι του, σαν να μην είχε ακούσει καν τα λόγια του Βέλια, μονάχα όταν ο άλλος σταμάτησε είπε μ' έναν ψιθυριστό λυγμό, «...φταίω γιατί την αγάπησα τόσο πολύ και τόσο λάθος...» εκείνη τη στιγμή ωστόσο ακούστηκε η φωνή του Σώτερ, «κανείς δεν αγάπησε λάθος...» είπε ορθά κοφτά, «...μήτε κανένας έφταιξε σε τίποτε». Γυρίσαμε όλοι και τον κοιτάξαμε, «...χρειάστηκαν αιώνες αίματος...» συνέχισε εκείνος με ξερή φωνή λέγοντας μια δικιά της κουβέντα, έπειτα πήρε βαθιά ανάσα και συνάμα μας κοίταξε. Φαίνεται όμως πως είδε την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μας, και τότε έβαλε τις φωνές, «μα δεν καταλαβαίνετε;» φώναξε, «όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν, έπρεπε να πιστέψουμε την ψεύτικη ιστορία της, έπρεπε να κάνουμε πως δεν είδαμε το σταύρωμα των δαχτύλων της κάτω από το τραπέζι και δεν έπρεπε να πάμε στις μαργαρίτες για να δούμε αν βγάλαν ξυράφια αντί για πέταλα. Σας το λέω, έπρεπε να μείνει μόνη απ' όλους η κυρία Δομένικα, να τακτοποιήσει τις τελευταίες της δουλειές κι έπειτα να φορέσει στο λαιμό της την κόκκινη κορδέλα και ν' ανέβει χθες το βράδυ στην Κουπέλα και ν' ακούσει το στερνό σφύριγμα του ανέμου...», «και να πεθάνει;» ρώτησε τότε το Ζήσης, ο Σώτερ αναστέναξε, κοίταξε για λίγο στον ορίζοντα το μούχρωμα που έσβηνε σιγά σιγά, κι ύστερα είπε με αργή φωνή «ναι, και να πεθάνει...». Τότε σωπάσαμε όλοι για αρκετή ώρα· είχε δίκιο ο Σώτερ, τα πάντα είχα γίνει όπως έπρεπε — αλίμονο. Αφού η δασκάλα μας θέλησε να μπλέξει στα δίχτυα του έρωτα, έπρεπε να το τραβήξει ως το τέλος και ν' αδράξει την αλήθεια μες στο στομάχι της κόλασης· «άρα ήταν θέλημα Θεού...» είπε κάποια στιγμή ο Ζήσης κάνοντας το σταυρό του. «Όχι» είπε ο Μεγάλος Πρόδρομος, που μέχρι τότε έμενε σιωπηλός, «ήτανε θέλημα δικό της».

 

Όταν, αρκετή ώρα αργότερα, ο Σώτερ έβγαλε απ' τον κόρφο του τον άσπρο φάκελο που 'χε αφήσει πλάι στη γούβα της Φωλίτσας η κυρία Δομένικα λίγο προτού το τελευταίο αγκάλιασμά της με τον άνεμο, το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά, τόσο που χρειάστηκε να καθίσω πλάι στο Σώτερ και να του ανάβω κάθε λίγο από ένα σπίρτο ώστε να βλέπει τι διαβάζει. Ο Σώτερ, με χέρι τρεμάμενο, έσκισε την άκρη του άσπρου φακέλου κι από μέσα έβγαλε μια κόλλα χαρτί διπλωμένη στα τέσσερα, την ξεδίπλωσε ευθύς αμέσως, κι εγώ, καθώς άναψα το πρώτο σπίρτο, αναγνώρισα στη στιγμή —ή έτσι νόμισα τουλάχιστον— τα πλάγια γράμματα της κυρίας Δομένικας, που τέλειωναν σε πονηρές και ύπουλες ουρίτσες. Ο Σώτερ άρχισε να διαβάζει με βραχνή φωνή και κομπιάζοντας:

 

«Όποιος διαβάζει τούτες τις γραμμές ας μάθει ότι είναι οι τελευταίες επιθυμίες μιας ετοιμοθάνατης. Για το λόγο αυτό ας παραδώσει το χαρτί που κρατά σε κάποιο αγόρι —όποιο να 'ναι— από την τρίτη τάξη του εκατοστού πέμπτου δημοτικού σχολείου της περιφέρειας Μαλακοπής κι ας σταματήσει την αδιάκριτη ανάγνωσή του εδώ.

»Στα αγόρια της τάξης αυτής, τους μοναδικούς φίλους της ζωής μου, αφήνω τα εφτά κόκκινα τετράδια που βρίσκονται κλειδωμένα στο δεύτερο συρτάρι του γραφείου μου και τους ορίζω εκτελεστές των τελευταίων μου επιθυμιών.

»Γεννήθηκα σημαδεμένη, έζησα ανάμεσα σε μαύρες σκιές και πεθαίνω δίχως να τις αποχωριστώ. Τίποτε δεν έχω να μοιράσω σε αυτούς που μένουν πίσω μου, παρά τα λιγοστά μου υπάρχοντα —ρούχα και έπιπλα—, αυτά ας τα δώσει ο παπα-Λεπ Ταιρ όπου νομίζει. Μόνο το μαύρο μεταξωτό μαντίλι που άφησα πριν από δυόμισι χρόνια στην έδρα της τάξης σκεπάζοντας το ασημένιο ρολόι του πατριού μου, αυτός που το φύλαξε τώρα πια ας το δώσει στη μάνα μου· είναι δικό της. Και όσο εκείνη ζει, μια φορά κάθε χρόνο, τη μέρα του Ευαγγελισμού, στις είκοσι πέντε του Μαρτίου, ο ίδιος φίλος μου (που 'χει τα γαλανά μάτια του πατέρα) ας πηγαίνει νωρίς το απόγευμα στο σπίτι της, να της χτυπά την πόρτα και να της δίνει στο μάγουλο ένα απαλό φιλί. Ύστερα να φεύγει.

»Όσο για το σώμα μου, ας μην το λυπηθεί κανένας, έτσι ρημαγμένο που θα βρεθεί. Δεν είναι δικό μου, μήτε με τυραννά πια. Κι αν η γρια-Αλεξάνδρα το θέλει, ας το κόψει με το μαχαίρι της κι ας του ξεριζώσει τα σπλάχνα για να ταΐσει τα πουλιά της — δε θα πονέσω. Μονάχα το κουφάρι που θ' απομείνει —ό,τι απομείνει— θα 'θελα να ταφεί, όχι στα κοιμητήρια, αλλά στη Φωλίτσα της Κουπέλας, να σαπίσει εκεί, στον τόπο όπου άλλοτε το σώμα μου συστρεφόταν από την ηδονή· αυτή θα είναι η δικαιοσύνη της φύσης. Ας είναι ρηχός ο λάκκος του, εύκολα να μπορούν να το ξεθάψουν τα πεινασμένα τσακάλια. Και μήτε σταυρός να μπει μήτε μνήμα. Κι ούτε μια φτέρη που να σκιάζει τον ύπνο του.

»Και κάθε φθινόπωρο να έρχεται κάποιος και να ρίχνει μια χεριά σπόρο στο χώμα όπου τάφηκε τούτο το κορμί. Και κάθε Ιούλιο να θερίζει το ωριμασμένο στάχυ πάνωθέ του. Και το στάρι —δυο χούφτες στάρι θα 'ναι— να το σκορπάει στον άνεμο το ίδιο βράδυ, να το τσιμπολογούν τ' αηδόνια της νύχτας που θα ταράζουν τη γαλήνη του.

»Έτσι θέλω».

 

Όταν ο Σώτερ τέλειωσε την ανάγνωση, το μόνο που ακουγόταν ήταν το βουητό του ανέμου. Είχε φτάσει πια το βράδυ και το κρύο έσφιγγε. Και κανένας μας δε μιλούσε. Νιώθαμε το κορμί μας ναρκωμένο, το στόμα πικρό, τα δόντια μάτωναν τα χείλη, οι μύτες και τ' αυτιά μας είχαν μπουζιάσει και πονούσαν. Έξαφνα έπαψε το βουητό του ανέμου και ακούστηκε μια υπέροχη μουσική. Ευθύς στήσαμε αυτί σαν μαγεμένοι· ήταν το κελάηδημα ενός αηδονιού — μα πού βρέθηκε τ' αηδόνι να τραγουδά μες στο καταχείμωνο; Κι ήτανε τόσο γλυκό το τραγούδι εκείνο, που δεν προφτάσαμε να συλλογιστούμε τίποτα, ο ήχος έσταζε σαν βάλσαμο στις καρδιές μας. Όταν έπαψε κι η τελευταία νότα, ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος —τα μάτια του ήταν κόκκινα— και είπε «έτσι θέλησε...».