θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος α [ακόμη κι ήταν λάθος] *  κεφάλαιο 1ο

 

 

 

 α.

 

 

[ακόμα κι αν ήταν λάθος]

 

 

 

 

******

 

 

 

 

1. 

 

Όλα ξεκινάνε όπως πρέπει,

καθώς οι μαθητές βρίσκουν αυτό που πρέπει

 

 

 

Η Δομένικα Φραντζή βρέθηκε νεκρή το πρωινό της πέμπτης Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα οχτώ· αφού πέρασαν πέντε μέρες δυστοκίας και εικασιών, οι ιατροδικαστές εντέλει συμφώνησαν πως πέθανε από κείνη την κακιά αρρώστια που της κατέφαγε τα σωθικά. Εμείς, ωστόσο, το ξέραμε καλά πως αυτό ήταν ψέμα· ό,τι συνέβη στην κυρία Δομένικα τη νύχτα της τετάρτης προς την πέμπτη του Φλεβάρη ήταν η κατάληξη μιας φριχτής κατάρας ξεστομισμένης πάνω στο ψυχορραγητό μάνας σφαγμένης από το γιο της, τρεις μήνες πριν εκείνη γεννηθεί, και μιας παράφορης συνάντησης κάτω απ' τη λεύκα της αλάνας του εκατοστού πέμπτου, κάποια μαγιάτικη βραδιά του εβδομήντα πέντε· και τη συνάντηση αυτή ήταν στο χέρι της δασκάλας μας να την αποφύγει, μα εκείνη επέλεξε το δρόμο του θανάτου. Το ξέραμε όλοι λοιπόν ότι θα συνέβαινε, και βέβαια πρώτη από όλους η ίδια, εξάλλου αυτή μας είχε πει ακριβώς ένα χρόνο νωρίτερα την αντεστραμμένη ημερομηνία και τον τόπο του θανάτου της. Kαι, φυσικά, δε μιλήσαμε σε κανέναν για το μυστικό της, αλλά, κι αν μιλούσαμε, ποιος θα μας πίστευε, να σκεφτείς πως, όταν δέκα μήνες αργότερα ο Βέλιας έκανε κουβέντα στην κυρία Ανεμούλα, έτσι, γενικά και αόριστα, για κάποιο σατανικό σχέδιο μιας μάγισσας που ζούσε στη Σύρο, εκείνη, που τόσο μας αγαπούσε, χαμογέλασε συγκαταβατικά κι έκλεισε τη συζήτηση λέγοντάς του «...ίσως και να 'ναι έτσι όπως τα σκέφτηκες...» — χωρίς αμφιβολία τον πέρασε για φαντασιόπληκτο αφελή. Ας είναι· η ουσία είναι πως η κυρία Δομένικα βιάστηκε να γυμνώσει το στήθος της για να δεχτεί χαμογελώντας το μαύρο βέλος του πεπρωμένου, κι αν έκανε διαφορετικά, δε θα ήταν η δασκάλα μας. Όμως εμάς μας άφησε να περιμένουμε μονάχοι τον ερχομό ενός έξαλλου Φλεβάρη, αναζητώντας το τρεμάμενο άγγιγμα των ακροδαχτύλων της στο μάγουλό μας, κάνοντας παγερές ολονυκτίες καθισμένοι ανακούρκουδα επάνω στην Κουπέλα, στον αγαπημένο της τόπο — εκεί όπου σχεδόν κάθε βράδυ ακούγεται το σφύριγμα του ανέμου να θροΐζει ανάμεσα απ' τα κλαδιά των δέντρων, να σχηματίζει ξεκάθαρα λέξεις ανθρώπινες, θαρρείς να σου μιλά η ίδια η νύχτα, λέξεις όπως «φύγε», «έρχου», «φίλησε».

 

Κι είναι η αλήθεια πως την αγαπήσαμε πολύ την κυρία Δομένικα, τη λατρέψαμε με απερίγραπτη ένταση και προσήλωση, κι αφότου πέθανε στη θύμησή της τα χείλια μας ματώναν (και τώρα δα που σου μιλώ γι' αυτήν ματώνουν και πάλι), καθώς εκείνη ήταν για όλους εμάς η Μητέρα που μας οδήγησε στον υπέροχο εφιάλτη, η καταραμένη γυναίκα που μας ανέβασε στο σκοτεινό λόφο του πάθους, η ιεροφάντις της σκληρής μας άνοιξης, και κάτι ακόμη πιο πολύ: ήταν η δασκάλα μας, αυτή που μας έμαθε να δένουμε τα μάτια μας πριν από το παιχνίδι, μην τυχόν μισανοίξουν τα βλέφαρά μας και ξεφύγουν τ' αφηνιασμένα όνειρά μας, αυτή που μας έπεισε να προσδοκούμε την επιστροφή της λαγνείας, του φόβου και του θανατερού ανέμου, αυτή που συλλάβισε μαζί μας το ακατανόητο σφύριγμά του και μας έδειξε πως αξίζει ο έρωτας να σου φάει το κορμί. Κι όταν τα χρόνια που ακολούθησαν ανεβαίναμε το Θάνατο (μην τρομάξεις, αγάπη μου, ο Θάνατος ήταν το μονοπάτι που 'βγαζε στην κορυφή της Κουπέλας· την πρώτη φορά λοιπόν μας φάνηκε σκοτεινό κι απροσπέλαστο, σάμπως να μας οδηγούσε στο πουθενά, και τότε, την ώρα που ανεβαίναμε, ο Μανόλης είπε «αυτό δεν είναι μονοπάτι, αυτό είναι σκέτος θάνατος», ήταν Φεβρουάριος του εβδομήντα εφτά), όταν ανεβαίναμε, λοιπόν, εκείνο το μονοπάτι, κάθε φορά συλλαβίζαμε και την τελευταία λέξη της κυρίας Δομένικας σκαλισμένη στον κορμό της τελευταίας αμυγδαλιάς της σειράς: «απόψε». Και μας διαπερνούσε ένα αλλόκοτο ρίγος κάθε που αντικρίζαμε τη χαραγμένη πάνω στο ζωντανό ξύλο λέξη, σαν να 'ταν ολοζώντανη η κυρία Δομένικα που μας μιλούσε, που κάθε φορά μας έλεγε ότι απόψε μπορεί να ήταν για τον καθένα από εμάς η μεγάλη νύχτα, η νύχτα που θα τον οδηγούσε πέρα απ' την αμφιβολία, τον πόνο και την αγάπη...

 

Η κυρία Δομένικα πέθανε λοιπόν λίγο πριν απ' το ξημέρωμα της πέμπτης Φεβρουαρίου του εβδομήντα οχτώ. Το άλλο πρωί ήταν η τρίτη ώρα του μαθήματος, όταν μπήκε μέσα στην τάξη μας ο διευθυντής κύριος Κερατένιος και διέκοψε την κυρία Δροσιά που έγραφε στον πίνακα τη φράση «ποταμός Αμαζόν...». Μόλις μπήκε μέσα στην τάξη ο Κερατένιος ξερόβηξε δυνατά, πίσω του απ' το άνοιγμα της πόρτας είδαμε μία άγνωστή μας κυρία μέσης ηλικίας, αναμφίβολα πολύ όμορφη για τα χρόνια της και καλοντυμένη, και στο πλάι της έναν αστυνόμο με βλοσυρό ύφος και τσιγκελωτό μουστάκι, «συγνώμη που διακόπτω» είπε ο διευθυντής μας βιαστικά, κι από το ύφος του αλλά και απ' το γεγονός ότι δε μας μιλούσε στη μιξοκαθαρεύουσα, όπως συνήθως, καταλάβαμε πως κάτι σοβαρό συνέβαινε, «θα 'θελα να ρωτήσω μονάχα κάτι», συνέχισε ο Κερατένιος, «μήπως κανένα από τα παιδιά, λέω μήπως, ξέρει πού μπορεί να βρίσκεται η κυρία Δομένικα;», μείναμε όλοι σιωπηλοί, «σας το ξαναλέω» επανέλαβε μια ιδέα πιο αυστηρά, «πρέπει να μάθουμε πού βρίσκεται η κυρία Δομένικα, λείπει από χθες από το σπίτι της, την ψάχνει η αστυνομία», «λείπει ταξίδι...» ψέλλισε δισταχτικά ο μοιραίος Νίκος που καθότανε στο πρώτο θρανίο κι έξαφνα ένας πόνος οξύς μας λόγχισε όλους μας, σαν τσίμπημα φιδιού στην καρδιά, και νιώσαμε να παίρνουνε φωτιά τα μάγουλά μας· σαν τρελός ο Γιώργος άνοιξε την κασετίνα του όπου είχε σημειώσει ένα χρόνο πρωτύτερα το εξαψήφιο νούμερο που η ίδια η κυρία Δομένικα μας είχε πει ότι έκρυβε την ημερομηνία του θανάτου της, κι εγώ έσκυψα να δω, κι από πίσω έσκυψαν ο Σώτερ κι ο Μανόλης κι από μπροστά ο Όττος κι ο Βέλιας κι ο κατά τα άλλα πολλά βαρύς κι ασήκωτος Μεγάλος Πρόδρομος σηκώθηκε από το τελευταίο θρανίο της άλλης σειράς και μες στη βιασύνη του να 'ρθει από πάνω μας έριξε κάτω την καρέκλα του, έγινε αναστάτωση μεγάλη κι ο Κερατένιος κι η Δροσιά τα χάσανε. Τότε μου 'ρθαν ξαφνικά στο μυαλό τα λόγια που η ίδια η δασκάλα μας είχε πει κάποτε στον Αγιούτο, «...στους λαβυρίνθους να πηγαίνεις ανάποδα, από τις εξόδους προς το κέντρο... κι αν θες την αλήθεια να περπατάς τον κόσμο ανάποδα...», αυτά τα λόγια της θυμήθηκα κι άρχισα να φωνάζω «είναι ανάποδα.... είναι ανάποδα... πάρε τα νούμερα από το τέλος προς την αρχή...». Μεμιάς τότε ο Γιώργος διάβασε με φωνή που έτρεμε τον αντεστραμμένο αριθμό «πέντε, δύο, ένα, εννιά, εφτά, οχτώ» κι αμέσως μετά ο Σώτερ ψιθύρισε την ημερομηνία που 'κρυβαν τα νούμερα εκείνα, «πέντε δευτέρου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα οχτώ» κι έπιασε με τις παλάμες του τα μάγουλά του κι είπε με ξερή, ανέκφραστη φωνή «σήμερα ήταν, λοιπόν...».

 

Είκοσι λεπτά αργότερα ανεβαίναμε σαν παλαβοί το Θάνατο για να βγούμε στην Κουπέλα, καθώς μετά την κουβέντα του Σώτερ όλα τα αγόρια ξεχυθήκαμε σαν τρελοί έξω από την τάξη, παραμερίζοντας τον Κερατένιο, τη Δροσιά, την καλοντυμένη κυρία, μα και τον αστυνόμο που περίμενε λίγο πιο έξω, κι αρχίσαμε ένα ξέφρενο τρεχαλητό. Φτάσαμε στο Θάνατο στο μισό χρόνο απ' ό,τι συνήθως και χωρίς να πάρουμε ανάσα μπήκαμε στο σκοτεινό μονοπάτι χωρίς να πιαστούμε ο ένας από τον ώμο του άλλου. Πρώτος μπήκε στο μονοπάτι ο Όττος, τρέχοντας σαν το πούμα των μαγικών εικόνων του Τζακ, και πίσω του ακολουθήσαμε κι εμείς αλαφιασμένοι, έχοντας βαθιά μέσα μας την ελπίδα ότι ο Γιώργος δεν είχε γράψει το σωστό νούμερο στην κασετίνα του ή ότι κάποιο λάθος είχε κάνει ο Σώτερ στην ερμηνεία του εξαψήφιου αριθμού ή ότι τέλος πάντων κάτι άλλο θα είχε συμβεί και δε θα βρίσκαμε το άψυχο κορμί της κυρίας Δομένικας στη γούβα όπου έσμιγε παράφορα με την Τζίλντα, εκεί όπου ένα χρόνο νωρίτερα, την πρώτη Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά, εκείνη γονάτισε μπροστά σε όλους μας και με ένα καλάμι έγραψε πάνω στο χώμα τη φράση

 

ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΥ

 

Κι ενώ αυτή η κρυφή ελπίδα φούντωνε μέσα μου και μου έδινε δύναμη για να συνεχίσω να ανεβαίνω το Θάνατο, έξαφνα έπεσα πάνω σε ένα σώμα· ήταν ο Τζίμης που έβγαλε μια κραυγή πόνου — προφανώς είχε στραμπουλήξει κάπου το πόδι του και είχε σωριαστεί κάτω. Για να τον αποφύγω, ανοίχτηκα λίγο προς τα αριστερά, βγήκα απ' το σκοτεινό μονοπάτι, παραπάτησα, σκόνταψα σε κάποια ρίζα, έχασα τον έλεγχο του σώματός μου, χτύπησα το κεφάλι μου στον κορμό μιας αμυγδαλιάς και με πήρε η κατηφόρα. Κατρακύλησα για είκοσι μέτρα, χτυπούσα σε κορμούς και γδερνόμουν σε κλαδιά, ώσπου κάποτε έπεσα κάτω και σκάλωσα σε δύο κορμούς· το χώμα ήτανε ξερό, καθώς είχε να βρέξει για καμιά βδομάδα. Γύρισα ανάσκελα και βαριανασαίνοντας κοίταξα ψηλά: Μέσα απ' τα πυκνά κλαδιά των δέντρων έβλεπα ένα κομμάτι ουρανό — είχε ένα αφύσικο μοβ χρώμα, σαν να 'ταν ψεύτικος. Και τότε θυμήθηκα πως εδώ και πέντε μέρες είχαμε μπει σε κείνον το ζεβζέκη κι αδιάντροπο μήνα, το μήνα το λειψό, όπου λογαριάζονται για αλήθεια τα ψέματα, κι ευθύς στο στόμα μου ανέβηκε κείνο το τραγούδι που μας είχε μάθει η κυρία Δομένικα πριν από δυο χρόνια, την τελευταία μέρα του δίσεχτου Φλεβάρη, τη μέρα που ο Σώτερ φανερώθηκε πως αγαπούσε κι εκείνος την κυρία Πανδώρα: «Φλεβάρη κουτσοφλέβαρε, πόσο σε καρτερούσα, για να φιλήσω έξαλλα τα χείλη που ποθούσα, κι ήρθες φορώντας στο λαιμό την κόκκινη κορδέλα, κι άνθισες τις αμυγδαλιές επάνω στην Κουπέλα...». Και στη στιγμή πέρασαν από τη θύμησή μου ανάκατα, σαν να στροβιλίζονταν σε χοάνη, όλα όσα είχαμε ζήσει μαζί με την κυρία Δομένικα για δυόμισι χρόνια, θυμήθηκα το παλιό ασημένιο ρολόι που χάθηκε κάτω απ' το μαύρο μαντίλι, το κυνηγητό των χελιδονιών, την κυρτή ατσαλένια σπάθα που έλαμψε κατακόκκινη απ' τον ήλιο του απογεύματος, τους αετούς με τα κομμένα κεφάλια στα νύχια τους, το μαυροντυμένο ταξιδιώτη με το καλυμμένο πρόσωπο και την απαίσια φωνή, αυτόν που 'κρυβε το δεξί του χέρι μες στην κάπα, τη μαρμάρινη Παναγία που 'κλαιγε με κόκκινα δάκρυα, θυμήθηκα τις πασχαλίτσες που βγαίναν απ' την τσάντα της και περπατούσαν, τις ξύλινες καρδούλες που μας μοίραζε, το χωνί που ακουμπούσε στο στήθος μας για να καταλάβει ποιος από μας ήταν περισσότερο ερωτευμένος, τη φλαμουριά που θα την έκαιγε όποιος έμενε τελευταίος, το μελαγχολικό τραγούδι της, το τρομερό φιλί της, που δεν το άντεξα ούτε καν πίσω από το μαυρισμένο τζάμι, το σούρωμα των σκασμένων χειλιών της, το σπάσιμο των δαχτύλων της, τα γυμνωμένα στήθη της δίχως ρώγες, την ελιά στο αριστερό της μάγουλο, τη μαύρη κορδέλα που φυλάκιζε τα αφηνιασμένα όνειρα, την ανεμώνη του λαιμού και τη βιολέτα της κοιλιάς της, το θαμπό ορίζοντα των ματιών της, τη μαγευτική φωνή της, το υπέροχο γλυκύτατο χαμόγελό της, που νόμιζες πως το 'χε κλέψει απ' το διάβολο, τις έξαλλες αγκαλιές της με τον άνεμο — όλα αυτά και τόσα ακόμη... Κι όπως θυμόμουν τον τρομερό γυμνό χορό του ανέμου, που ένα χρόνο νωρίτερα σφύριζε στα βήματά της μπροστά στα μάτια μας σαν δαιμονικό κάλεσμα, άκουσα από την κορυφή της Κουπέλας τον Όττο να φωνάζει με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του μια λέξη που ανήκε στον άνεμο: «φίλησεεεε...». Αμέσως κατάλαβα πως ο πόλεμος της δασκάλας μας με τον άνεμο της Κουπέλας είχε τελειώσει οριστικά.