Θανάσης Τριαρίδης * Το κόψε-κόψε
11
Εμπρός της γης οι κολασμένοι
Αν θέλεις σκέψου πως ό,τι βλέπεις πια μπορεί να είναι όνειρο – ή κάτι τέτοιο.
Κατόπιν φαντάσου έναν μακρινό βόμβο μες στο σκοτάδι. Κάτι σαν τραγούδι. Σιγά-σιγά έρχεται κοντύτερα. Το ξεχωρίζεις. Είναι η Διεθνής. Την τραγουδούν πολλοί μαζί, χαμηλόφωνα, σαν μουρμούρισμα… Σιγά σιγά ανάβουν τα φώτα.
Στο κέντρο της σκηνής μια ντούμπα με κεφάλια από γκοτζίλες. Προφανώς κάποιος μαζεύει εκεί μετά τους αποκεφαλισμούς. Και γύρω γύρω από την ντούμπα γυρίζουν άλλοι γκοτζίλες, μικροί και μεγάλοι. Φορούν τη μάσκα, μα είναι γυμνοί από τη μέση και πάνω. Στα χέρια τους κρατούνε δρεπάνι – θαρρείς μ' αυτό να θερίζουν τα κεφάλια και να τα πετούν στην ντούμπα.
Σε μιαν άκρη ένας αρχιγκοτζίλας πάνω σε ένα βάθρο. Κρατάει καμουτσίκι και ελέγχει τον ρυθμό του κύκλου. Αυτός είναι που μιλάει – και στο τέλος κάθε στροφής χτυπάει και μια καμουτσικιά. Σε μιαν γυμνή πλάτη.
Εμπρός της γης οι κολασμένοι
της πείνας σκλάβοι, εμπρός, εμπρός.
το δίκιο από τον κρατήρα βγαίνει
σα βροντή, σαν κεραυνός –
σ α ν κ ε ρ α υ ν ό ς, σας λέω,
(ή έστω: σαν πυροβολισμός στον κρόταφο –
δεν θα τα χαλάσουμε στις λέξεις).
Εμπρός της γης οι κολασμένοι
να γίνουμε επιτέλους αφεντικά κι εμείς
(διότι η Ιστορία είναι μια επιστήμη
με νόμους και διαλεκτική και τέτοια…)
Εμπρός, λοιπόν: το δίκιο μας να γίνει καμουτσίκι
στην πλάτη των φτωχών –
φτωχοί, φιλάρα, πάντα θα υπάρχουν,
ώσπου να βαρέσουν το καμουτσίκι σ' άλλους φτωχούς.
Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια –
τώρα εμείς οι ταπεινοί της γης
που ζούσαμε στην καταφρόνια
θ α γ ί ν ο υ μ ε τ ο π α ν, ε μ ε ί ς…
Εν τω μεταξύ, ας πάρουμε τα φλογοβόλα·
εν τω μεταξύ, ας κρεμάσουμε τους ναύτες (κάτι τσογλάνια είναι)·
εν τω μεταξύ, ας κόψουμε τις γλώσσες των χαζών (μη ξεστομίσουν κανέναν αντιλαϊκό στίχο):
Απέναντι από το π α ν υπάρχουν οι ε χ θ ρ ο ί, καταλαβαίνεις…
Στον αγώνα ενωμένοι – δεν θέλω μαλακίες:
Ο μη ων μετ' εμού κατ' εμού εστί, τελεία και παύλα.
Ω, να τη, μας προσμένει
(ας μιλούμε ειλικρινά, επιτέλους)
η δ ι ε θ ν ή ς ν τ ο υ μ π α λ ί τ σ α.
Θεοί, αρχόντοι, βασιλιάδες
στο σφαγείο σας μπαίνει λουκέτο:
Ήρθε η ώρα να σφάξουμε στο όνομα του Λαού –
τα έχει όλα και συμφέρει.
Στης γης τους δούλους και ραγιάδες
θα τάξουμε σωτηρία όπως οι προηγούμενοι,
θα την πούμε Παλλαϊκή Σωτηρία
(προχώρα, όλοι τσιμπούν σε μια σωτηρία).
Αλλά μέχρι να σωθούν, εμπρός
ας ψηλώσουμε την ντουμπαλίτσα των πτωμάτων·
ένα προστάδιο για τη Λευτεριά είναι κι αυτό –
πάντοτε ένα π ρ ο σ τ ά δ ι ο.
Για να σπάσουμε τα δεσμά μας,
για να πάψει η σκλαβιά,
πρέπει να μυρίσουμε τον τρόμο των εχθρών –
αχ να 'ξερες πόσην αλήθεια καρπίζει ο τρόμος…
Για να νιώσουμε τη γροθιά μας, μπρος,
ας φουχτιάσουμε το διαλεκτικό μαχαιράκι μας
το κόψε-κόψε ν' αρχίσουμε δίχως αναπαμό –
το μέλλον, φιλάρα, έρχεται με φρέσκο αίμα,
σαν το μικρό το γκοτζιλάκι που διψά
φορ φρες μπλοντ, γιου αντερστάντ;
Έξαφνα οι γκοτζίλες σταματούνε τον κύκλο τους και στρέφονται στους θεατές. Το ίδιο και ο αρχιγκοτζίλας. Σηκώνουν τα χέρια με τα δρεπάνια και τα κομμένα κεφάλια. Τα δόντια τους α σ τ ρ ά φ τ ο υ ν τ ρ ο μ ε ρ ά, ενώ τραγουδάνε έξω φωνή – μια στιγμή πριν σβήσουν τα φώτα:
Στον αγώνα ενωμένοι
κι ας μη λείψει κανείς·
ω, να τη, μας προσμένει
στον κόσμο η δ ι ε θ ν ή ς
ν τ ο υ μ π α λ ί τ σ α.