Θανάσης Τριαρίδης * Το κόψε-κόψε
 
 
 
6
 
Ο θάνατος του Διγενή
 
 
 
Σκέψου την ίδια οθόνη του 5, να ανάβει μες στο σκοτάδι. Η έναρξη από το Αποκάλυψη Τώρα του Κόπολα. Ακούμε τον Μόρισον να τραγουδάει το The end. Το δάσος καίγεται.
 
Κάποτε το φως πέφτει σε έναν από τους ενήλικες γκοτζίλες. Στέκεται όρθιος κι έχει το πρόσωπό του ακάλυπτο. Κρατάει τη μάσκα του γκοτζίλα από το χέρι – σαν πολεμιστής που κρατάει το κράνος του. Απαγγέλλει ξερά, σχεδόν μηχανικά.
 
Την ίδια ώρα το The end συνεχίζει χαμηλά, σαν μουσικό χαλί. Στην οθόνη βλέπουμε φωτογραφίες παιδιών που είναι ντυμένοι αρχαίοι πολεμιστές, Βίκινγκ με σπαθιά, καουμπόηδες, λοκατζήδες με αυτόματα, μαυροντυμένοι που κρατούν φωτοσπάθες κλπ.
 
 
Τρίτη εγεννήθη ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνει
ω τι σημαδιακό,
το δίχως άλλο θέλημα Θεού – ή, έστω, θέλημα Λαού:
τι να τα λέμε: μια σωστή αφήγηση ξεκινά με τα πρέποντα σημάδια.
 
Ο Διγενής, λοιπόν,
(που Τρίτη εγεννήθη κουλουπού)
πιάνει καλεί τους φίλους του κι όλους τους αντρειωμένους:
(αντρειωμένους ίσον κοψηκόψηδες – μη λέμε συνεχώς τα ίδια):
Να 'ρθει ο Μηνάς κι ο Μαυραϊλής, να 'ρθει κι ο γιος του Δράκου,
να 'ρθει κι ο Τρεμαντάχειλος, που τρέμει η γη κι ο κόσμος
(να 'ρθουνε όλοι: κι ο ισόθεος Αχιλλέας κι ο Διομήδης κι ο Ντρεντ,
να γίνει η μάζωξη των αιώνων – όχι παίζουμε…)
        
Κι επήγαν και τον ήβρανε στον κάμπο ξαπλωμένο.
Βογκάει, τρέμουν τα βουνά, βογκάει, τρέμουν οι κάμποι.
(Τα πρέποντα ψυχορραγητά, μπλα-μπλα, μπλα-μπλα.)
 
«Σαν τι να σ' ήβρε, Διγενή, και θέλεις να πεθάνεις;»
«Φίλοι, καλώς ορίσατε, φίλοι κι αγαπημένοι,
συχάσατε, καθίσατε, κι εγώ σας αφηγιέμαι.
(να τη κι η σωστή η λέξη:  α φ η γ ι έ μ α ι).
 
Της Αραβίνας τα βουνά, της Σύρας τα λαγκάδια,
(κι όπου αλλού γουστάρεις –
αν αρχίσουμε με τα τοπωνύμια δεν θα τελειώσουμε)
που εκεί συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν,
παρά πενήντα κι εκατό, και πάλε φόβον έχουν,
εγώ μονάχος πέρασα, πεζός κι αρματωμένος,
με τετραπίθαμο σπαθί, με τρεις οργιές κοντάρι.
 
(Τι κοψηκόψης θα 'μανε δίχως τα εργαλεία,
τα τετραπίθαμα σπαθιά, τα τρεις οργιές κοντάρια;
Τον μάστορα τον κάνουν τα εργαλεία, φίλε –
το ξέρουν ακόμη και τα μικρά παιδιά.)
 
Βουνά και κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια,
νυχτιές χωρίς αστροφεγγιά, νυχτιές χωρίς φεγγάρι.
Και ντουμπαλίτσες σήκωσα ίσαμε τα ουράνια
και γαίμα φρέσκο κύλησα μέσα στης γης τα σπλάχνα.
 
(Κάπως έτσι, με τα σεις και με τα σας,
σ τ ή ν ο ν τ α ι  τα δεκαπεντασύλλαβα, γλυκέ μου –
τάχα στο στόμα του Λαού, τάχα βότσαλα στο παμπάλαιο ρυάκι,
όπως προστάζει ο τρόμος.)
 
Και τόσα χρόνια που 'ζησα δω στον απάνω κόσμο,
κανέναν δε φοβήθηκα απ' τους αντρειωμένους.
Τώρα είδα έναν ξυπόλητο και λαμπροφορεμένο,
 
(ω τι λέξη και, προπαντώς, ω τι αντίθεση,
από αυτές που σου κόβουν το γόνα,
άκου  ξ υ π ό λ η τ ο  και  λ α μ π ρ ο φ ο ρ ε μ έ ν ο,
ποιος να μπορεί να αντισταθεί σε τόσην τέχνη;)
 
πο 'χει του ρήσου τα πλουμιά, της αστραπής τα μάτια,
με κράζει να παλέψουμε σε μαρμαρένια αλώνια,
κι όποιος νικήσει από τους δυο να παίρνει την ψυχή του».
(Το παιχνίδι είναι κιόλας τελειωμένο:
Πάμε για τα μαρμαρένια αλώνια
και ποιος θα σου πει κιχ σαν του κοτσάρεις κοντζάμ μαρμαρένια αλώνια;
Αρα: κάθε κατεργάρης στον τρόμο του –
κι η ντουμπαλίτσα σηκώνεται κατά το πρέπον· ιδού:)
                                                           
Κι επήγαν και παλέψανε στα μαρμαρένια αλώνια,
κι όθε χτυπάει ο Διγενής, το αίμα αυλάκι κάνει,
κι όθε χτυπάει ο Χάροντας, το αίμα τάφρο κάνει,
κ ι  ο ι  δ υ ο  μ α ζ ί  σ η κ ώ σ α ν ε  τ η  ν τ ο ύ μ π α  τ η  μ ε γ ά λ η.
 
(Έτσι προστάζει ο Λαός,
έτσι προστάζει ο τρόμος:
όλα πια όρθια, τα πλάγια είναι πλέον περιττά,
μια πρέπουσα αφήγηση θα τελειώσει με το πρέπον θανατικό,
μια πρέπουσα αφήγηση θα τελειώσει με την πρέπουσα ταύτιση αφηγητή και κειμένου
μ έ σ α  σ τ ο  σ τ ό μ α  τ ο υ  Λ α ο ύ .
Ω, πόσο σοφός που είναι ο Λαός·
ω, πόσο σοφός είναι ο τρόμος.)
 
 
Ο άντρας κατεβαίνει από τη σκηνή, μπαίνει μέσα στο κοινό, γίνεται  έ ν α  μ ε  α υ τ ό. Για ένα ή δυο λεπτά συνεχίζεται το The end. Κατόπιν εκκωφαντικός θόρυβος από τουρμπίνες – ή κάτι τέτοιο.