Θανάσης Τριαρίδης

 

 

Οι άνθρωποι εκπληρώνονται με ανθρώπους

 

 

για το βιβλίο της Αντιγόνης και του Κώστα

 

 

 

            Δεν είναι εύκολο για τον αναγνώστη να προσδιορίσει  τι διάβασε σ αυτό το βιβλίο. Μαρτυρία για μια σκληρότατη αρρώστια ή και οδοιπορικό μέσα σ αυτήν, δημόσιο ημερολόγιο, αφήγηση αυτοανάλυσης, σχέδιο αυτοβιογραφίας, θραύσματα καθημερινής ζωής ανακατωμένα με μνήμες παιδικής ηλικίας, χρονικό μικρών ανθρώπινων ιστοριών μέσα σε έναν μεγάλο καιρό. Προφανώς όλα τα παραπάνω μαζί μα και κάτι πολύ περισσότερο: ο αναγνώστης διάβασε ένα βιβλίο αγάπης.

 

Είναι στ αλήθεια δύσκολη λέξη η αγάπη, φενακισμένη: συχνά ψέλνεται ως επίσημη δοξολογία για να κουκουλώσει τον ανθρώπινο πόνο, γίνεται προπέτασμα καπνού για τα συλλογικά μας εγκλήματα, διδάσκεται ως ηθική επιταγή. Μα αυτό δεν είναι αγάπη είναι μια διδαχή, κάποτε και μια οδηγία, μια ορμήνια. Δεν μπορώ να φανταστώ την αγάπη ως συμμόρφωση ή λάμψη ή ως επιφοίτηση. Οι άνθρωποι αγαπούμε επειδή το διαλέγουμε. Οι άνθρωποι κάποτε νυχτώνουμε  μα μέσα στη νύχτα, στο πιο βαθύ της σκοτάδι, υπάρχει πάντοτε (ελπίζουμε να υπάρχει) η πιθανότητα μιας ανθρώπινης ανάσας που θα σμίξει με τη δική μας.

 

            Οι παλιοί σοφοί λέγαν πως οι άνθρωποι είναι ο Καιρός που ζούνε Μια πιο μοραλιστική οπτική επιμένει πως τούτος ο Καιρός είναι ουδέτερος: ένα σάρμα αντφάσεων και αντιθέσεων, και μέσα σε αυτόν εμείς παλεύουμε να κατανοήσουμε το προγραμματικά ακατανόητο, να σταθούμε κάπου, σε μιαν γωνιά της μεγάλης αντίφασης. Ο 15ος αιώνας ήταν ο καιρός του Λεονάρντο και της εκτυφλωτικής γυμνότητας της μποτιτσελικής Αφροδίτης  και συνάμα ο καιρός του Malleus Maleficarum, των καμένων μαγισσών, της Ιεράς Εξέτασης και της καθολικής Ισαβέλλας. Ο καιρός του Χίτλερ και του Άουσβιτς ήταν και ο καιρός του Αλμπέρτου Σβάιτσερ και του Μαχάτμα Γκάντι. Ο καθένας μας είτε επιλέγει τον καιρό του είτε αφήνεται στον Καιρό (μα και αυτό δεν είναι μια επιλογή;)

 

            Η Αντιγόνη και ο Κώστας Κ. επέλεξαν να ζήσουν στον καιρό της Μαρίας-Φωτεινής. Θα μπορούσαν, μέσα στον ανείπωτο πόνο τους, να αντμετωπίσουν την αρρώστια της κόρης τους ως κατάρα και να ανατρέξουν σε ιερείς που εξορκίζουν, που αίρουν αμαρτίες και ζυγίζουν υπάρξεις. Δεν το έκαναν. Θα μπορούσαν να δούνε τη Μαρία-Φωτεινή σαν ένα φυσικό λάθος, σαν κακοτυχία που πρέπει να ξεπεραστεί, να τη βάλουν στην άκρη και να συνεχίσουν τη ζωή τους  όπως πιθανότατα θα κάναμε οι περισσότεροι από εμάς. Αυτοί επέλεξαν να τη βάλουν στο κέντρο του κόσμου τους και να την αγαπήσουν να δοθούν στην αγάπη. Να συνεχίσουν τη ζωή τους μέσα από την ύπαρξη της κόρης τους μέσα από τη βαρύτατη μορφή επιληψίας που αυτή πάσχει.

 

Το βιβλίο Επιληψία αγάπη μου αφηγείται μια ιστορία διαρκώς διαστελλόμενης αγάπης και συνάμα την ιστορία μιας αρρώστιας και την αναζήτηση μιας θεραπείας. Μα οι δυο πρωταγωνιστές του δε γυρεύουν τούτη τη θεραπεία σε ουράνιες λάμψεις, ταξίδια στα Ιεροσόλυμα (όπως τους προτείνει κάποιος συνασθενής της κόρης τους), σ έναν μεγάλο Θεό που θα σώσει εντέλει όσους από τους μικρούς ανθρώπους τού το γυρέψουν... Η Αντιγόνη κι ο Κώστας αναζητούν τη θεραπεία στην πυκνότητα των ανθρώπινων αισθήσεων και τη βαθύτητα των ανθρώπινων συναισθημάτων. Στο βιβλίο τους (: στον κόσμο τους) οι άνθρωποι γυρεύουν να λυτρωθούν διά των ανθρώπων  εντέλει εκπληρώνονται με ανθρώπους... Αυτή η ορμή της αλληλοεκπλήρωσης νομίζω (;) πως είναι η αγάπη ό,τι μπορώ να καταλάβω ως αγάπη.

 

***

 

            Από την πρώτη μου εφηβεία ψάχνω, όπως όλοι μας, τις αναφορές μου μέσα στους ανθρώπους τις ανθρώπινες συν-κινήσεις μας. Κάποτε αυτή η αναζήτηση βγάζει σε δύσκολα νερά: εδώ και χρόνια δεν πιστεύω σε καμία θρησκεία (τις λογαριάζω για μηχανές σκλαβιάς), σε κανένα έθνος (στα μάτια χάσκουν ως κατασκευές τρόμου και φόνου), σε καμία συνοριοθετημένη πατρίδα, σε καμιά παράταξη, κόμμα, ομάδα, συλλογικότητα-αγέλη. Είσαι θλιβερός, μου γράφουν στα κατά το πλείστον ανώνυμα mail, δεν έχεις πατρίδα... Τσαλαβουτάς σε ένα κενό που θα σε καταπιεί Τους απαντώ με την παλιά φράση: Μόνη πατρίδα η παιδική μου ηλικία. Μα από καιρό νιώθω πως αυτό δε μου φτάνει: θα ήθελα να είναι πατρίδα μου όλη η ανθρώπινη συγκίνηση, τα τρέμουλα του πιγουνιού, τα υγρά βλέμματα, οι ανάσες, ο κάθε λογής σπαραγμός, οι σπασμοί, το τρεμάμενο ανθρώπινο σώμα.

 

Κι έξαφνα, τώρα που επιλογίζω το Επιληψία αγάπη μου, διαπιστώνω πως όλα όσα προσπαθώ να περιγράψω σε κολοβά γραψίματα τόσων χρόνων, συσπειρώνονται σε αυτό το βιβλίο. Η Αντιγόνη κι ο Κώστας πράγματι έκαναν πατρίδα τους το τρεμάμενο σώμα του παιδιού τους: αγάπησαν την ύπαρξή του δίχως κανέναν προαπαιτούμενο προσδιορισμό και μέσα από αυτήν αγάπησαν ακόμη πιο βαθιά τον κόσμο ολόκληρο. Και πέρα από θρησκείες, διδαχές, ορμήνιες και οδηγίες, πιθανώς συνειδητά πιθανώς ασυνείδητα, ψαύουν το κρισιμότερο πολιτικό (ή και: μεταπολιτικό) στοίχημα του σύγχρονου κόσμου: τη ζωτική αγωνία για την ύπαρξη και, κατ επέκταση, τη συνύπαρξη  αυτό δηλαδή που ονομάζουμε ανθρωπισμό.

 

Σκέφτομαι το κατά πόσο θα άντεχα να δοθώ σε μια τέτοια στάση. Πολύ φοβάμαι, για λίγο: ο ανθρωπισμός είναι μια λέξη για την οποία εύκολα μιλούμε μα, αλίμονο, τόσο δύσκολα μπορούμε (: τολμούμε) να βιώσουμε πέρα από την εύκαιρη επιφάνειά του. Ίσως για αυτό εξ αρχής λογάριασα πρώτα το σπαρακτικό blog των παιδιών κι έπειτα ετούτο το βιβλίο ως δώρο που αντιμάχεται την ανημποριά μου: είναι η απόδειξη πως οι άνθρωποι μπορούμε να επιμένουμε και πως η αγάπη εξακολουθεί να είναι εφικτή πως εν τέλει μέσα στον ακατανόητο κόσμο και τον ουδέτερο μεγάλο Καιρό μια επιλογή παραμένει στο χέρι μας.

 

            Αντιγόνη και Κώστα και Μαρία-Φωτεινή, είναι τιμή μου που σας συνάντησα, είναι τιμή μου να ζω στον καιρό σας.

 

 

            Θ. Τ., Οκτώβριος 2009

 

 

            (Επίλογος στο βιβλίο του Κωνσταντίνου Καλλίμαχου Επιληψία αγάπη μου! Το βιβλίο της Αντιγόνης και του Κώστα, που κυκλοφόρησε σε Κύπρο και Ελλάδα την Άνοιξη του 2011. Για περισσότερες πληροφορίες μπορεί κανείς να ανατρέξει στο blog του συγγραφέα: http://parakeimena.blogspot.com/)