Θανάσης Τριαρίδης

 

 

 

Το θαμπό ταξίδι

 

(ένα σχεδίασμα για τον φόβο και την λαχτάρα)

 

 

 

 

 

Στον Αλέκο Καρδασιάδη, βέβαια

 

 

 

 

 

Κοιμήσου στην καλή γαλήνη,

κλείσε τα ματάκια,

άκου πως πέφτει η βροχή,

άκου πως γαυγίζει το σκυλάκι του γείτονα.

 

Το σκυλάκι δάγκωσε τον άντρα

ξέσκισε τα ρούχα του ζητιάνου,

ο ζητιάνος τρέχει προς την εξώπορτα,

κοιμήσου στην καλή γαλήνη.

 

(Νανούρισμα του γερμανού συνθέτη Karl Gottgied Wilhelm Taubet, 1811-1891, περιλαμβάνεται στο Minima Moraliaι του Theodor Adorno, απόσπασμα 128, μετάφραση Λευτέρης Αναγνώστου)

 

 

 

 

 

 

α - ήρθαμε από τη θάλασσα

 

 

Κάποτε οι λέξεις είναι σφαίρες. Λαθρομετανάστες. Το λένε πια όλοι: σοσιαλιστές τεχνοκράτες, φιλελεύθεροι δημαγωγοί, πρωθυπουργοί, πρόεδροι, ελεύθεροι δημοσιογράφοι. Το λένε οι αυλικοί, οι μελλοντολόγοι, οι μεγάλοι διανοητές, αυτοί που γράφουν λόγους για την εποχή δίπλα στη χειμωνιάτικη κρεμάστρα. Το λένε οι φασίστες παπάδες, καθολικοί, ορθόδοξοι και προτεστάντες. Το λένε οι νεοναζί και όλοι οι νεοναζί αστοί. Το λένε όλα τα σπουδαία λεξικά. Λαθρομετανάστες κι όμως ο ορθογράφος του υπολογιστή το λογαριάζει για σωστό. Σκέψου: ποιοι σε βάλαν να προφέρεις τούτη τη λέξη;

 

2. Οι λέξεις είναι σφαίρες και σκοτώνουν. Λαθρομετανάστες. Το λέει ο Ρομάνο Πρόντι αυτός που βούλιαξε το πλοίο με τους ογδόντα εφτά. Το λένε όλοι οι φασίστες της Ευρώπης το λένε και οι κομμουνιστές. Το λένε οι αγανακτισμένοι δάσκαλοι, οι αγανακτισμένοι δημοσιογράφοι, οι αγανακτισμένοι πολίτες. Το λένε κι όλοι οι μικροβρυκόλακες που επισκέπτονται το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στο Παρίσι. Το λες εσύ και το λέω εγώ. Μέτρα, λοιπόν: πόσους φάγαμε σήμερα;

 

3. Το βράδυ θα δώσουμε αναφορά στον καλό Χριστούλη μας.

 

4. Δεν υπάρχουν λαθρομετανάστες. Δεν υπάρχουν λαθροπεινασμένοι, λαθράνθρωποι, λαθρομητέρες, λαθροϊδρώτας, λαθρολαχτάρα. Δεν υπάρχουν λαθροπτώματα, λαθροπληγές, λαθροδάκρυα. Δεν υπάρχει λαθραία Φαουστίνα Μερσέντες, μήτε Άννα του Λεονάρντο. Όχι, δεν υπάρχουν λαθρομετανάστες όπου ακούς τη λέξη να ξέρεις πως κάποιος άκουσε σύρσιμο μες στο σκοτάδι και πυροβόλησε. Όπου ακούς τη λέξη να ξέρεις πως κάποιος αγόρασε Ζικλόν Β από το σούπερ μάρκετ - ένας ακόμη. Μην κλείσεις τα μάτια. Τι είναι το Ζικλόν Β;

 

5. Κάποτε οι φράσεις γίνονται φλογοβόλα. Ευρώπη - φρούριο. Το λέγουν σοφοί ιστορικοί, σοφοί πολιτικοί, σοφοί κοινωνιολόγοι, σοφοί ψυχίατροι, σοφοί διαφημιστές. Είμαστε πολλοί, λένε, πρέπει να φτιάξουμε έναν Έμπολα, ένα AIDS, μια μεγάλη γρίπη, κάτι τέλος πάντων για να τελειώνουμε. Υπερπληθυσμός. Ευρώπη - Άουσβιτς. Ο Πρίμο Λέβι το έγραψε από νωρίς: Ζούμε μια εκεχειρία, μια ανακωχή: σε λίγο θα ξαναακουστεί το παράγγελμα. Wstawac. Τι θα πει Wstawac;

 

6. Ήρθαμε από την Ιωνία, από την θάλασσα. Ήρθαμε πέρα από τα βουνά. Ήρθαμε με το ποτάμι. Πτώματα στο Πισοδέρι, πτώματα στον Έβρο, πτώματα στην ακροθαλασσιά. Ιδού ο μεγάλος πόλεμος του νέου αιώνα - μα τι θα πει πόλεμος; Το Αιγαίο ανθίζει νεκρούς κάποιος το έγραψε πρώτος αυτό ποιος;

 

7. Οι μετανάστες είναι η ψυχή της ιστορίας. Αυτοί ξανασπέρνουν ό,τι θερίζουμε. Οι νεοναζί αστοί με τα ψυγεία. Στα μάτια μας φύτρωσαν δόντια. Θυμίσου τον Απρίλιο του 1943: Η Ευρώπη φτιάχτηκε από Εβραίους, Τσιγγάνους και Άραβες που καίγονταν στις φωτιές. Θυμίσου τα κορμιά που φορούσαν διπλές μπλούζες και διπλά παντελόνια.

 

8. Οι μετανάστες θα σώσουν τον κόσμο: Αλβανοί, Αλγερινοί, Μαροκινοί, Ιρακινοί, Τούρκοι, Κούρδοι, Ρώσοι, Καυκάσιοι, Ασιάτες, Αφρικανοί, Ισπανόφωνοι. Οι μαύροι, οι κίτρινοι, οι μελαψοί και όλοι οι ενδιάμεσοι. Απόκληροι, πεινασμένοι και προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε μαζί μας. Μην κλείσεις τα μάτια αξίζει να ζεις για να σμίγουμε. Για να ανακατέψουμε τις λέξεις μας και τα αίματα μας.

 

9. Κωνσταντίνα και Νικόδημε, αν υπάρχει Χριστός, σίγουρα δεν είναι Θεός στις συρματοπλεγμένες εκκλησίες μας είναι ένα τρεμάμενο σώμα μαζί τους, στα καράβια και στις βάρκες τους, πεθαίνει τον θάνατό τους, αρνείται να υπάρξει (: να πεθάνει και να αναστηθεί) δίχως αυτούς. Αν υπάρχει αλήθεια, είναι η ανάγκη τους. Αν υπάρχει κάτι πέρα από τον θάνατό μας, αρχίζει από εκείνα τα τουμπανιασμένα πτώματα στις λάσπες του Έβρου. Αν είναι να πούμε μια κουβέντα πριν να σαπίσουμε, ας είναι για αυτούς, για τα κορμιά τους που είναι το σώμα μας. Ήρθαμε από τη θάλασσα και θα συνεχίσουμε να ερχόμαστε.

 

 

 

*********

 

 

β - εκείνη που θέλησε να ζεσταθεί με τα σπίρτα

 

 

1. Κάποιο απόγευμα, σε ένα πολύβουο τοστάδικο, γερνούμε: Καθώς περνούν τα χρόνια, πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν. Τρώμε πίτσα κι ένα παιδί με παραμορφωμένο πρόσωπο μου ζητάει λεφτά. Συνεχίζω την κουβέντα μου: έχω επιχειρήματα. Μεγάλωσα: που σημαίνει αντέχω τον Ντίκενς, αντέχω τον Ουγκό. Βαφτίζω την ανάγκη ιστορική αναγκαιότητα. Έχουμε ιστορία και νόμους ιστορικούς - έτσι είναι η ζωή. Μεγάλωσα.

2. Όμως το παραμύθι του Άντερσεν δεν το αντέχω.

 

3. Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς ψάχνοντας επιχειρήματα. Να βρούμε τη γωνιά που θα ζεστάνει το παγωμένο κορίτσι. Έναν Ναζωραίο που θα μοιράσει την καρδιά του στους πεινασμένους. Έναν Ναζωραίο που θα κάνει συντρίμμια το σχέδιο του πατέρα του.

 

4. Κατόπιν μου είπαν πως οι παλιές ιστορίες είναι για να ξεπλένουν τις τύψεις των αστών. Πως ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη. Έγινα, καθώς φαίνεται, πουλί ιστορικό. Γράκχος Μπαμπέφ και κόκκινη Ρόζα. Άρα: Μαρά, Σεν Ζιστ άρα: Αντουάν Φουκιέ - Τινβίλ. Καθώς περνούν τα χρόνια και κουεντιάζεις με λιγότερες φωνές. Για χρόνια σκεφτόμουνα τον Ροβεσπιέρο. Για χρόνια σκεφτόμουνα την φράση όλη η εξουσία στα Σοβιέτ. Ωστόσο: ο Πολ Ποτ; Ο Μάο Τσε Τουνγκ; Χασάπηδες: όλοι όσο ξέραν την Αρετή και κόβαν κεφάλια.

 

5. Το κορίτσι με τα σπίρτα χαμογελά παγωμένο στην γωνιά του δρόμου. Στο όνομα της πείνας τους, στο όνομα της ερημιάς του ήρθαν οι χασάπηδες.

 

6. Σας αραδιάζω τα εμπόδια: τα πτώματα των Κοζάκων του 20. Τα πτώματα των Ουκρανών του 33. Τα πτώματα στα Γκουλάκ του 50. Η ουτοπία ήταν πιθάρια με ξεριζωμένες καρδιές μέσα στο μέλι. Βασίλι Γκρόσμαν και Σβετλάνα Αλεξίεβιτς. Ακονίστε τα μαχαίρια σας. Η ιστορία δεν κάνει διάκριση. Έχει κεφαλαίο Ιώτα σαν ανεβασμένο μαχαίρι λαιμητόμου. Η κάτωχρη μορφή του Ροβεσπιέρου προσφέρεται στο πλήθος. Ναι, ο Πολ Ποτ. Ναι, ο Μάο Τσε Τουνγκ. Άρα ανάβει η φωτεινή επιγραφή: τέλος.

 

7. Επομένως: Χιροσίμα, ναπάλμ, προαποφασιμένη πείνα, τεχνητή νοημοσύνη. Πνιγμένοι μετανάστες, παραγκουπόλεις, παιδιά με παραμορφωμένα πρόσωπα, προαγορές αστρικής σκόνης, έμπολα, φυματίωση, διάρροια. Ο Τζορτζ Μπους κάτω από τον Χριστό του Βελάσκεθ. Να τρώμε πίτσα δίχως να έρχονται κοντά μας οι πεινασμένοι. Είμαστε στην ζώνη του Ευρώ, στην ζώνη των ισχυρών, στη ζώνη της Δύσης κυρίως: είμαστε στην Ζώνη. Εδώ όπου ανάβει η φωτεινή επιγραφή.

 

8. Όμως: θυμάσαι πώς τελειώνει το παλιό παραμύθι;

 

9. Την άλλη μέρα οι διαβάτες τη βρήκανε κοκαλωμένη από το κρύο. Γύρω της καμμένο ολάκερο το κουτί με τα σπίρτα. Χαμογελούσε. Φαίνεται θέλησε να ζεσταθεί με τα σπίρτα, είπανε κάποιος να καλέσει το κάρο του Δήμου. Κάποιος να καλέσει τους ψυχιάτρους να μας φέρουνε τα χάπια της βραδυνής χαράς. Κάποιος να καλέσει τον γελαστό Άγιο Βασίλη μας - να μας κάνει δώρο μια στολή φλογοβολιστή.

 

10. Αυτά θα είπανε. Μα κανένας δεν υποψιάστηκε τα όνειρα εκείνου του κοριτσιού.

 

 

 

********

 

 

γ - στο Ποτοσί ουρλιάζουν τα λάμα

 

 

1. Στη Μητρόπολη της Σεβίλλης διαβάζω τον ταξιδιωτικό οδηγό, κοντοστέκομαι για να ακούσω τους ξεναγούς: το πελώριο εκκλησιαστικό όργανο είναι καμωμένο ολόκληρο από ξύλο της Κούβας, τα στέμματα των αγγέλων από χρυσάφι του Μεξικού, τα δάκρυα της Παναγίας είναι διαμάντια της Γουατεμάλα. Ολάκερη η εκκλησιά γεμάτη αίμα. Εκεί κι ο δήθεν τάφος του Κολόμβου, περιστοιχισμένος με τα κουπιά που σχίσαν την θάλασσα για να φέρουν την καθολική φλόγα για να μην ξεχνιόμαστε. Κοιταμε με τα δόντια. Εδώ είμαστε.

 

2. Στο Ποτοσί ουρλιαχτά σχίζουν τη νύχτα.

 

3. Πτώματα, πτώματα, πτώματα: ήταν ένας καιρός που οι βασιλιάδες της Ευρώπης ανακάλυψαν τον κόσμο, τον χώρισαν σε τέσσερα ή πέντε μεράκια κι άρχισαν να διαγουμίζουν. Ισπανοί, Πορτογάλοι, Άγγλοι και Ολλανδοί κι από κοντά κι οι Γάλλοι. Οι Ισπανοί ήσαν οι εμπειρότεροι: από χρόνια εξολόθρευαν τους Άραβες, καίγανε τους Εβραίους και τους Τσιγγάνους στις φωτιές του Τορκουεμάδα για αυτούς οι Ινδιάνοι του νέου κόσμου ήταν κάτι σαν άχαρη ρουτίνα. Ισαβέλλα, Κάρολος Κίντος και Φίλιππος ο Β. Ολάκερη η Ευρώπη μυρίζει την αποφορά.

 

4. Τι έγινε, λοιπόν στο Ποτοσί;

 

5. Ο Γκρέκο, ο Βελάσκεθ, ο Ρέμπραντ. Ο Κορτέζ, ο Πιζάρο, η Ολλανδική Εταιρία Ανατολικών Ινδιών. Έτσι φτιάχτηκε η Ευρώπη: με τα δάκρυα της Παναγίας να είναι διαμάντια της Γουατεμάλας.

 

6. Έτσι φτιαχτηκε η Ευρώπη: με τις Σταυροφορίες, την Ιερή Εξέταση, με την πείνα των άλλων. Φτιάχτηκε με τον Βενετσιάνικο στόλο, την Ισπανική Αρμάδα και τα αμερικάνικα αεροπλανοφόρα να διαγουμίζουν τον κόσμο. Φτιάχτηκε με τους ανθρώπους που τους έφαγε το βουνό. Ποτοσί.

 

7. Διαβάζω στις εγκυκλοπαίδειες, σε ταξιδιωτικά περιοδικά: πόλη της Βολιβίας πάνω στο Σέρο Ρίκο των Άνδεων. Ιδρύθηκε στα 1546 από τους Ισπανούς όταν ανακάλυψαν το ασήμι μέσα στο βουνό. Χιλιάδες ινδιανοι Κέτσουα ξεριζόθηκαν από τα χωριά τους και οδηγήθηκαν στο Ποτοσί για να δουλέψουν στα μεταλεία. Ο Καρολος Κίντος την ονόμασε Βασιλική Πόλη στα 1533. Για τριακόσια χρόνια ήταν η κύρια αρτηρία του ασημιού του Ισπανικού Βασιλείου.

 

8. Σχεδόν ένα εκατομμύριο Ινδιάνοι δούλοι πέθαναν από την εξάντληση και τις κακουχίες. Το ξεκιλιάσμένο βουνό είναι ο τάφος τους.

 

9. Ποτοσί στην γλώσσα των Κέτσουα σημαίνει ορυμαγδός. Οι ινδιάνοι εργάτες ακόμη και σήμερα τρεις φορές τον χρόνο θυσιάζουν λάμα στον δαίμονα Τίο. Του δίνουν το μαύρο αίμα του ζώου για να λυπηθεί τα παιδιά τους. Κι ο Τίο έχει γένια όπως οι Ισπανοί αφέντες. This is the way the world ends;

 

10. Στο μεταξύ στην Ευρώπη είχαμε Σέξπηρ και Ρακίνα και Θερβάντες, Ρουσό, Βολταίρο και Ντιντερό. Στο μεταξύ στην Ευρώπη έχουμε δημοκρατία, ψυγεία, εντομοκτόνα, συναγερμό αυτοκινήτου, καραμέλες για το λαιμό, καραμέλες για τη λήθη. Για να κοιτάμε με τα δόντια.

 

11. Όμως μέσα στη νύχτα, μέσα στην πηχτή σιωπή της νύχτας τότε γίνεται. Είναι για εμάς για σένα και μένα.

 

12. Ακούτε τα λάμα που ουρλιάζουν.

 

 

*********

 

 

δ - χειμωνιάτικη ιστορία

 

 

(Γράφτηκε για να εικονογραφηθεί.

Η τελευταία εικόνα ολόκληρη μια σελίδα

όπου οι παράγκες καίγονται χωρίς λόγια.)

 

 

Η είδηση σάρωσε την πόλη. Ίδια με κείνον τον αρχαίο άνεμο που ξεκαρφώνει τις ξύλινες πόρτες. Στις παράγκες γεννήθηκε ένα παιδί που θα γυρίσει τον κόσμο ανάποδα. Κανείς δεν ξέρει ποιος το πε, κανείς δεν θυμάται από ποιον το άκουσε. Μα το βέβαιο είναι πως ε ι π ώ θ η κ ε πως τρύπωσε στα μυαλά των ανθρώπων. Και τίποτε πια δεν είναι όπως πριν.

 

******

 

Και το παιδί: Μπορεί να μη γεννήθηκε α κ ρ ι β ώ ς στις παράγκες. Μπορεί σε ένα μπλοκ μεταναστών, μπορεί στα νεκροταφεία. Στους υπονόμους, σε στάβλο αλόγων. Μεσοπέλαγα, σ ένα καράβι που κουβαλά ανθρώπους δίχως όνομα. Ή στο παλιό εργοστάσιο του γκαζιού. Εκεί που τρυπώνουν οι άστεγοι και τα πρεζόνια.

 

******

 

(Το ξέρει ο καθένας: Παντού γεννιούνται τα παιδιά των απελπισμένων.)

 

******

 

Κι η πολιτεία καίγεται. Σαν ξερός αχερώνας. Στις αγορές, τα καπηλειά, τα δημόσια αφοδευτήρια όλοι το ψιθυρίζουν οι τολμηρότεροι το λένε κιόλας ανοιχτά: Ήρθε αυτός που θα συντρίψει τους άρχοντες. Το πρωί η σειρήνα της έγερσης χτύπησε διακεκομμένα. Για πρώτη φορά εδώ και τόσα χρόνια. Θαρρείς να έτρεμε το χέρι του χειριστή της. Και τα χαμίνια βγήκαν στους δρόμους με τα πατίνια τους κι άρχισαν να φτύνουν στις βιτρίνες των εμπόρων. Σε λίγο οι δρόμοι γέμισαν με διμοιρίες αμήχανων στρατιωτών που δεν ήξεραν ποιον να πυροβολήσουν. Τα σκυλιά αλυχτούνε με άγρια χαρά. Ώσπου το απόγευμα βγήκε το ανακοινωθέν: Να μαζευτούν εκτάκτως στο Κυβερνείο όλοι οι άρχοντες. Να λάβουνε αποφάσεις.

 

******

 

Όλη τη νύχτα έφταναν στο Κυβερνείο. Οι λεπροί ζητιάνοι της πλατείας τούς έβλεπαν με τις σιδεροντυμένες ακολουθίες τους. Κατέβαιναν σκυφτοί και σκυθρωποί από τα στολισμένα άλογά τους. Και κάποιος από αυτούς τους άθλιους, κρυμμένος πίσω από το λευκό μαντίλι που σκέπαζε το φριχτό φαγωμένο πρόσωπό του, τους το φώναξε: Έρχεται η ώρα σας, φονιάδες.

 

******

 

(Πήγαν από πάνω του οι φρουροί και τον γάζωσαν. Μουγγοί. Και τον άφησαν εκεί. Σαν ματωμένο σακί. Γιατί κανείς δεν ήθελε να τον αγγίξει.)

 

******

 

Στη σύσκεψη φόβος και τρόμος. Υπασπιστές, κίτρινοι σαν το κερί φέρνουνε μαντάτα. Η χώρα ολόκληρη καίγεται από τη γέννηση ετούτου του μωρού. Στις νότιες επαρχίες δούλοι άφησαν τα σπίτια. Στον κάμπο κολίγοι αρνήθηκαν να παραδώσουν το στάρι. Οι εργάτες κατέλαβαν τα εργοστάσια. Κάτω από τις γέφυρες οι κλοσάρ ακονίζουν τα μαχαίρια τους.

 

******

 

Έρχεται το τέλος μας: Πρέπει να αναλάβει ο στρατός. Να μαζέψουμε όλα τα μωρά απ τις παράγκες, τις φαβέλες, τα νεκροταφεία, τους υπονόμους. Να τα βάλουμε σε ένα στάδιο. Να έρθουν οι αρχαίοι οιωνοσκόποι, οι χειρόμαντεις, οι ξεπεσμένοι προφήτες, τα φανταχτερά μπουλούκια των μάγων. Να κοιτάξουν τη γραμμή της καρδιάς, τα πετούμενα τ ουρανού, τα σιδεροδεμένα βιβλία, τ αστέρια της νύχτας και ν α τ ο ν β ρ ο ύ ν ε. Αυτόν που θα φέρει τούμπα τις ζωές μας. Κι έπειτα να τον χαλάσουμε για να γλυτώσουμε.

 

******

 

Να γλυτώσουμε ποιος μπορούσε να διαφωνήσει; Ακούστηκαν μονάχα ενστάσεις για τη μέθοδο. Για το πώς και για το κατά πόσο. Για τον τρόπο.

 

******

 

Κάποιος το ρώτησε. Κι αν το μωρό ξεφύγει; Γιατί κανείς πια δεν πίστευε στους μάγους. Και κάποιος άλλος σχεδόν μονολόγησε. Κι αν το μωρό δεν υπάρχει; Κι έγινε σούσουρο με αυτές τις δύο ερωτήσεις. Ιδίως με τη δεύτερη.

 

******

 

Τότε μίλησε ο απέθαντος γέρος. Τον είχαν φέρει στο συμβούλιο οι βαστάζοι του σηκωτό πάνω στην πολυθρόνα του. Γιατί έτσι τον μετέφεραν εδώ και αιώνες. Κανείς από όσους ήταν στη ζωή δεν τον θυμόταν να είχε σηκωθεί από αυτήν τη μαύρη ξύλινη πολυθρόνα. Ήταν τυφλός, με λιωμένο δέρμα. Έβλεπες τα γυμνά του κόκαλα στις κλειδώσεις του σαγονιού του. Σαν να μιλούσε ένας σκελετός. Οι γραμματικοί που μετρούσαν τον χρόνο βεβαίωναν πως ζούσε για περισσότερα από χίλια χρόνια. Και λέγανε πως κάποτε, στους καιρούς των μεγάλων ταξιδιών, είχε βρει το νερό της αθανασίας. Σώπασαν όλοι για να τον ακούσουν. Η φωνή του ήταν βγαλμένη από τα έγκατα της γης. Σαν υποχθόνιος χρησμός. Πάντα τούς έλεγε το σωστό ήταν ο στύλος της ζωής τους.

 

******

 

Μην ξεχνιέστε με το μωρό τους ψιθύρισε. Πάντοτε γεννιόντουσαν μωρά στις παράγκες. Εχθρός δικός σας είναι οι πεινασμένοι. Τα χαμίνια και οι ζητιάνοι. Η λάμψη στα μάτια τους.

 

******

 

Τώρα είναι η ευκαιρία σας. Στείλτε τους φλογοβολιστές στους μαχαλάδες. Τώρα. Να καίνε τις παράγκες κι οι στρατιώτες να σφάζουνε όποιον πάει να βγει. Τάχα πως ψάχνουνε για το μωρό που θα γυρίσει ανάποδα τον κόσμο. Να κρεμάσουνε τους κολίγους που κρατούνε το στάρι. Να τουφεκίσουν τους εργάτες που κατέλαβαν τα εργοστάσια. Να μαζευτούνε όλοι στο λαγούμι τους. Τώρα. Γιατί το σημαντικό δεν είναι να χαλαστεί το μωρό είναι ν α χ α λ α σ τ ε ί η ε λ π ί δ α τ ο υ.

 

******

 

Κι αυτά τα τελευταία λόγια τα είπε συλλαβιστά για να τα προσέξουν όλοι.

 

******

 

Κι έπειτα, πήρε βαθιά ανάσα ο γέρος και συνέχισε. Για πρώτη φορά είχε μιλήσει τόσο πολύ. Τουλάχιστον στη γενιά που ήταν στη ζωή.

 

******

 

Κι ας πούμε πως το μωρό υπάρχει. Κι ας πούμε πως γλυτώνει απ τις φωτιές σας και το μαχαίρι σας. Μικρό το πρόβλημά σας: όταν θα μεγαλώσει, τον βρίσκετε και του μιλάτε. Θα του τάξετε ουράνια δόξα και θα γίνει δικό σας. Γιατί ποιος μπορεί ν αρνηθεί τον Ουρανό;

 

******

 

Μα κι αν σας βγει αλλόκοτος, λοξός, αγύρτης, πάλι εσείς κρατάτε το μαχαίρι. Τον χαλνάτε στα μουγγά. Κι ύστερα βάζετε τους δικούς μας να μιλήσουνε γι αυτόν. Πως δεν δαγκώνονταν. Πως οδηγιόταν από τον Ουράνιο Πατέρα του. Πως έταζε τη Βασιλεία των Ουρανών. Πως δεν ψάρευε ψάρια. Πως έλεγε: Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι έ ν α ν τ ί ο ν. Μου.

 

 

******

 

Κι έπειτα στο όνομά του σηκώνετε τον βούρδουλα. Και το σπαθί. Δίνετε φωτιά στα κανόνια. Κι άμα κανένας μαρτυρήσει τα αντίθετα, τον ρίχνετε στις φλόγες. Άμα. Γιατί τα λόγια καίγονται στις φλόγες. Γίνονται καπνός. Και πάνε.

 

******

 

Γι αυτό σας λέω: το πρόβλημά σας δεν είναι το μωρό. Η Iστορία θα είναι η ιστορία σας οι αμαξάδες πάντοτε μαστιγώνουν τ άλογα. Το πρόβλημά σας είναι οι πεινασμένοι, που πρέπει να ζουφώσουν. Να γυρίσουν μέσα. Στις τρύπες τους.

 

******

 

Έτσι μίλησε ο απέθαντος γέρος. Κι έβηξε ξερά, σημάδι πως δεν είχε άλλο τίποτε να πει.

 

******

Σε λίγο θα ξημέρωνε. Οι άρχοντες έγειραν στις καρέκλες τους ησυχασμένοι. Ο απέθαντος γέρος μιλούσε σωστά όπως πάντοτε. Κι ευθύς δώσανε τις διαταγές στις διμοιρίες των φλογοβόλων.

 

 

 

*********

 

 

ε - στο Μουσείο της Φυσικής Ιστορίας

 

 

1. Σχεδόν τυχαία στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Παρισιού - το καλοκαίρι του 2000. Έξω ασυνήθιστη ζέστη δέχτηκα με ανακούφιση τον κλιματισμό. Δεινόσαυροι, τροπικά ζώα και φυτά, μακέτες, προβολές ενημερωτικών ταινιών, κυλιόμενες σκάλες, ενυδρεία, λίμνες και ποταμοί. Γύρω μου παιδιά από σχολεία, δάσκαλοι και ειδικοί ξεναγοί. Κόλλησα σε ένα γκρουπ και γυρνούσα μαζί τους.

 

2. Η σφαίρα ήταν στον δεύτερο όροφο, σε μια επίτηδες σκοτεινή γωνιά: μια μεγάλη γυάλινη σφαίρα με διάμετρο κοντά δύο μέτρα, γεμάτη μέχρι τη μέση με διάφανο νερό. Από την οροφή της μια ελάχιστη σταγόνα έσταζε κάθε τόσο στο νερό. Δίπλα ένας ηλεκτρονικός πίνακας με τέσσερα νούμερα που αυξάνονταν διαρκώς: το πρώτο έδειχνε, φυσικά κατά προσέγγιση, τις γεννήσεις εκείνης της μέρας σε ολόκληρη τη γη κάθε λίγα δευτερόλεπτα αύξανε κατά δέκα ή δεκαπέντε. Το δεύτερο νούμερο ήταν για τους θανάτους μα αυτό αύξανε λιγότερο από το πρώτο.

 

3. Το κρίσιμο νούμερο ήταν το τρίτο: η διαφορά από γεννήσεις και θανάτους που όλο και μεγάλωνε: ήταν η σταγόνα που έπεφτε στο νερό, εκείνη που σιγά σιγά γέμιζε την γυάλινη σφαίρα. Το τέταρτο νούμερο έδειχνε τον συνολικό πληθυσμού του πλανήτη: εκείνο το καλοκαίρι του 2000 ήταν κάτι λιγότερο από τα έξι δισεκατομμύρια. Ο τρελός λαγός γύριζε στους δρόμους.

 

4. Η πρώτη αντίδραση ήταν θαυμασμός: έβλεπα τα δεκάχρονα παιδιά γύρω μου να στέκονται και να χαζεύουν με ανοιχτό το στόμα. Στ αλήθεια έχουνε φαντασία αυτοί οι Γάλλοι ξέρουνε να πούνε αυτό που θέλουν. Ο ξεναγός εξηγούσε, τα παιδιά χαμογελούσαν, οι σταγόνες έπεφταν μέσα στη γυάλα. Κι έξαφνα από πάνω άναψε μια φωτεινή καλλιγραφική επιγραφή: Η Σφαίρα του Υπερπληθυσμού. Πρήσκονταν η γλώσσα πρήσκονταν μέχρι την άκρη του κόσμου.

 

5. Τα λόγια εκείνου του Βενιαμίν, του αμίλητου γάιδαρου της Φάρμας τον Ζώων όταν τα γουρούνια στέλνουν το πληγωμένο άλογο της Φάρμας σε ένα σφαγείο και λεν στα άλλα ζώα πως θα το πάνε στο νοσοκομείο, ο Βενιαμίν ξεσπάει για πρώτη φορά: μα δεν το καταλαβαίνετε; πάνε τον Μπόξερ για σφάξιμο.

 

6. Τι σήμαινε, λοιπόν, εκείνη η σοφή σφαίρα; Πως γεννιούνται περισσότεροι από όσους πεθαίνουν. Πως η σφαίρα γεμίζει, ο πληθυσμός αυξάνει, κι η γη είναι μια εύθραυστη γυάλα που δεν μας χωράει όλους, πως όπου να ναι θα ραγίσει από αυτές τις απαίσιες σταγόνες, θα γίνει θρύψαλα και θα καταστραφεί και τα νερά της να πλημμυρίσουν το πάτωμα. Ω ναι, φυσική ιστορία. Εντός της εκείνος ο θάνατος στο στόμα.

 

7. Δεν χωράμε όλοι στο λεωφορείο τι να κάνουμε.

 

8. Για αυτό: πείνα για τους φτωχούς και AIDS και έμπολα και φυματίωση και βόμβες απεμπλουτισμένου ουρανίου. Για αυτό: εσείς κλείστε καλά τα παράθυρα κι εμείς θα ρίξουμε τα αέρια η ιστορία γράφεται από αυτούς που επιζούν.

 

9. Πάμε τον Μπόξερ για σφάξιμο, σου λέω.Ο τρελός λαγός βόγγαε μαύρο έντομο.

 

10. Έχουνε φαντασία έχουνε δόντια στις άκρες των ματιών. Μα τότε ο Γαβριάς, ο γέροΜαμπέφ, ο Ενζολοράς, οι εκτελεσμένοι του 1871, ο Αντουάν Σεν Εξιπερί - γιατί; Για να στήσουν τα δισέγγονά τους μπροστά στη γυάλα, για να τα κάνουν μικρούς βρικόλακες που θα ζήσουν με το αίμα των άλλων;

 

11. Επίμονος ψίθυρος μέσα από τα δόντια κάτι σαν ξόρκι του ίδιου σου του εαυτού: να μην πιστέψεις όσους σου μιλούνε για την ανθρώπινη ζωή ως σταγόνα κινδύνου. Να μην πιστέψεις όσους σου κατεβάζουν στατιστικές για την τροφή που εξαντλείται, για το νερό που τελειώνει, για τους ανθρώπους που γεννιούνται. Να μην πιστέψεις τις σοφές γυάλινες σφαίρες.

 

12. Κι όταν ακούς ιστορική ανάγκη, να ξέρεις πως ήδη παραγγείλανε το αέριο.

 

13. Το ίδιο μεσημέρι πήγα στο Περ Λεσέζ. Ανέβηκα κατευθείαν στον τάφο του Ουάιλντ. Κάθησα στην γωνία του πεζόδρομου περιμένοντας. Κάποτε, λίγο πριν κλείσει το μουσείο, ήρθε μια κοκκινομάλα κοπελιά, φορούσε τζιν παντελόνι και κοντομάνικο μπλουζάκι ιδρωμένο στις μασχάλες. Από την τσέπη της έβγαλε ένα κραγιόν, έβαψε τα χείλη της και φίλησε το μάρμαρο του τάφου. Έφυγε αφήνοντας πίσω της το κόκκινο σημάδι.

 

14. Γυρίζοντας με το μετρό, ήρθε στο νου μου εκείνο το παραμύθι με το αηδόνι και το τριαντάφυλλο. Και πρήσκονταν, πρήσκονταν η γλώσσα μου καθώς και το κοκκινάδι στον τάφο.

 

 

 

*********

 

 

στ - στα νεκροταφεία του Καϊρου βραδιάζει

 

( έ τ σ ι ε ί ν α ι η ζ ω ή ;)

 

 

Στα νεκροταφεία του Καΐρου τα αγόρια φοράνε φανέλες του Ρονάλντο, κυνηγάνε να λιώσουν τα ποντίκια με πέτρες και τα απογεύματα ρουφάνε βενζίνες. Τα κορίτσια κεντούνε κόκκινα τριαντάφυλλα σε λευκές μαντίλες και ονειρεύονται. Κάποιον που θα τις ανεβάσει στα καράβια του Νείλου.

 

*****

 

Στα νεκροταφεία του Καΐρου οι άνθρωποι ζούνε μέσα στους τάφους που κυκλώνουν την πόλη σαν θηλειά. Ας πούμε, στη Χάλιφα και στη Γάμρα ή γ ύ ρ ω ε κ ε ί. Είναι αμέτρητοι, λένε: πολλές χιλιάδες ή πάνω από εκατομμύριο. Μπορεί και δυο. Δίχως χαρτιά, δίχως ταυτότητες, δίχως ονόματα σιγά το δύσκολο. Εξάλλου δεν αφορούν κανέναν ποτέ τους δεν θα φύγουν απ τα νεκροταφεία. Αν βγούνε στη μεγάλη πόλη, είναι, θαρρείς, διάφανοι. Δηλαδή: κανένας δεν τους βλέπει.

 

******

 

(Λόγια, θα πεις, μελοδραματικά, ρητορικά, τζάμπα κλάψες εκ του ασφαλούς. Σωστά τα λες, τζάμπα κλάψες. Μα θέλω να μου πεις τ ο π ώ ς α λ λ ι ώ ς. Το πώς γίνεται μια σωστή περιγραφή και μια σωστή διήγηση κάθε προσφορά δεκτή. Αρκεί να μιλούμε για τα νεκροταφεία.)

 

******

Κάνουνε τους τάφους σπίτια, χέζουνε στα χαντάκια (σε κ ά π ο ι α χαντάκια), φτιάχνουνε γούρνες και κουβαλάνε λασπόνερο με μπιτόνια. Ζούνε μαζεύοντας παλιοσίδερα από τις χωματερές. Δάσκαλοι και γιατροί δεν έρχονται στις γειτονιές τους. Όταν κανείς πεθαίνει διόλου ξεχωριστό, απλώς πεθαίνει, οι δικοί του τον βγάζουνε στα σημεία της αποκομιδής. Από εκεί περνάνε τα κρατικά φορτηγά. Μαζεύουν τα πτώματα και τα πετάνε στους ασβεστόλακκους. Κάπου. Για να μην απλώσει χολέρα.

 

******

 

Στα νεκροταφεία του Καΐρου γεννιούνται παιδιά και μεγαλώνουν. Διόλου ξεχωριστό κι αυτό.

 

******

 

Να πάρουμε δύο από αυτά τα παιδιά: Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι όπως ξέρεις, για ένα αισθηματικό διήγημα χρειάζονται πάντοτε δύο. Να τους δώσουμε από ένα όνομα ας τα πούμε, Αλί και Γιασμίνα θα μπορούσανε να ήτανε Χασάν και Λεϊλά, Ισμαήλ και Φατιμά, δεν έχει μεγάλη σημασία.

 

******

 

Ετούτοι οι δυο, λοιπόν, είναι δώδεκα χρόνων και αγαπιούνται δεν το ξέρουν τι θα πει αγάπη, αλλά, ναι, αγαπιούνται.

 

******

 

(Φριχτές κοινοτοπίες, θα μου πεις. Κι αυτό σωστό. Και, για να μην χάνεις χρόνο, ας εξηγιόμαστε: και παρακάτω φριχτές κοινοτοπίες θα διαβάσεις).

 

******

 

Μια μέρα στη χωματερή ο Αλί βρήκε ένα κασετόφωνο. Δούλευε. Έπιασε ράδιο, πήγε έξω από τον τάφο της Γιασμίνας και το έβαλε στο φουλ.

 

******

 

Ένα τραγούδι που μιλούσε για το ηλιοβασίλεμα στην Ταγγέρη. Για κάποιο η λ ι ο β α σ ί λ ε μ α.

 

******

 

Αυτό τράβηξε για μέρες. Ένα μεσημέρι στα κλεφτά, ο Αλί ορκίστηκε στη Γιασμίνα πως θα την πάει στην Ταγγέρη.

 

******

 

Καποτε ο Αλί ρώτησε έναν γέρο που είχε κάνει ναυτικός η Ταγγέρη ήτανε, λέει, στο Μαρόκο. Εκεί που γέρνει ο ήλιος και χάνεται, στην άκρη του κόσμου.

 

******

 

Έγινε απόγευμα πια. Γύρω απ τους τάφους.

 

******

 

Ο Αλί ρουφάει τη τζίνα του και περιμένει τη νύχτα. Σκέφτεται πως θα πάρει τη Γιασμίνα αγκαλιά, κι έπειτα πηδώντας από αστέρι σε αστέρι θα φτάσουνε μέχρι το Μαρόκο.

 

******

 

Η Γιασμίνα κεντά αγκαθερά κόκκινα τριαντάφυλλα όμως τρέμει ολάκερη από την αδημονία. Όταν νυχτώσει ένα κόκκινο πουλί θα φανεί στην πόρτα του τάφου της, θα την πάρει μαζί με τον Αλί και θα τους πετάξει ώς την Ταγγέρη.

 

******

 

Αρκετά με τις ονειροπολήσεις. Στα νεκροταφεία του Καΐρου γέρνει το δειλινό. Σ β ή ν ε ι. Η Γιασμίνα και ο Αλί δεν θα ξεκινήσουν ποτέ τους για την Ταγγέρη. Θα μείνουν στη νεκρόπολη να κεντάνε αγκαθερά τριαντάφυλλα στις μαντίλες, να ρουφάνε τζίνες, να μαζεύουν παλιοσίδερα από τις χωματερές. Τα μισά από τα παιδιά τους δεν θα φτάσουν τα πέντε τους χρόνια αυτά που θα επιζήσουν, θα μεγαλώσουν δίχως νερό, δίχως εμβόλια, δίχως σχολείο, θα κεντούνε τριαντάφυλλα, θα ρουφάνε τζίνες.

 

******

 

Κάποτε θα πεθάνουν διόλου ξεχωριστό. Στα σίγουρα πριν τα πενήντα τους, από φυματίωση ή κίρρωση του ήπατος ή μιαν ακόμη γρίπη των φτωχών. Τα σώματά τους θα πάνε στους ασβεστόλακκους. Ω ναι, βραδιάζει.

 

******

 

Την ίδια ώρα πάνω από μια μεγάλη θάλασσα: Ο Πάμπλο και η Χουανίτα, ο Μάριος και η Τιτίκα, ο Άρθουρ και η Μαίρη, ο Νίκος και η Μαρία το δίχως άλλο, μια ευκαιρία να το ξανασκεφτείς: Τι υπάρχει μέσα σε ένα όνομα; Ε μ ε ί ς. Κλειδώνουμε την πόρτα. Ανοίγουμε την ένταση στην τηλεόραση. Βάζουμε στον βραστήρα τα μπιμπερό του μωρού. Στα νεκροταφεία του Καΐρου βραδιάζει. Καληνύχτα.

 

******

 

Όμως μέσα στη νύχτα πάντοτε μέσα στη νύχτα συμβαίνει κάτι περισσότερο από τον ύπνο μας. Ας πούμε: κάποιος Αλί, ξαπλωμένος καταγής, μετράει τα αστέρια. Κάποια Γιασμίνα τρυπάει το δάχτυλό της με τη βελόνη. Μια σταγόνα αίμα πέφτει στη λευκή μαντίλα της, γίνεται τρελό πουλί, φτεροκοπά σαν δαίμονας, λωλαίνει τους ανέμους, χάνεται.

 

******

 

Μα τα παιδιά κοιμούνται πια. Οι υπόλοιποι (μπαφιασμένες νοικοκυρές, φοβισμένοι υπάλληλοι, δάσκαλοι, παπάδες, συνταξιούχοι που τα μάτια τους έχουν δει πολλά και όλοι οι άλλοι βέβαια) μονολογούν: Έ τ σ ι ε ί ν α ι η ζ ω ή. Τ α κ ο ρ ί τ σ ι α , ό τ α ν κ ε ν τ ο ύ ν α π ρ ό σ ε χ τ α , τ ρ υ π ι ο ύ ν τ α ι.

******

 

Έτσι τελειώνει κι η ιστορία μας (αλίμονο, τόσο σχηματική, τόσο επίπεδη). Τα κορίτσια κεντούν απρόσεχτα πόσα ξέρουν οι συνταξιούχοι. Για το ηλιοβασίλεμα της Ταγγέρης γράφουν οι σπουδαίοι ποιητές, τόσοι και τόσοι. Εξάλλου, όσα δεν λύνονται, ξεχνιούνται. Στα νεκροταφεία του Καΐρου θα βραδιάζει ερήμην μας.

 

******

 

Στον ύπνο του κανενός φτεροκοπήματα.

 

 

 

*********

 

 

ζ - ο Νερωνας πλήττει

 

 

Δεν ανησύχησε ο Νέρων

σαν διάβασε την είδηση στην πρωινή εφημερίδα:

 

Γράμματα μαύρα: Τραγικό δυστύχημα

θύμα ένα παιδί των φαναριών.

Γράμματα μαύρα μικρότερα:

έγινε στις 9:30 το πρωί του Σαββάτου

στη διασταύρωση των οδών Χι και Ψι, στη συνοικία Δέλτα.

Γράμματα ψιλά ψείρες που λέμε:

Δημοσίας χρήσεως φορτηγό παρέσυρε και σκότωσε

ένα 5χρονο κορίτσι, καταγωγή αλβανική ή τσιγγάνικη

(κάτι τέτοιο τέλος πάντων)

τα στοιχεία του οποίου δεν έχουν ακόμη εξακριβωθεί.

Το παιδί μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο

στο νοσοκομείο Αγία Σοφία,

όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.

 

Όχι, δεν ταράχτηκε ο Νέρων από την είδηση

ένα ειδησάριο ήτανε της όγδοης σελίδας

δεν αφορούσε κανέναν.

 

Έκλεισε την εφημερίδα και φόρεσε το σακάκι του.

Μια ακόμη ίδια μέρα τον περίμενε.

Έπρεπε να γυρίσει ξανά μανά σε σχολεία και εργοστάσια,

έπρεπε να ξαναεξηγήσει την αλληλουχία των γεγονότων.

Ας πούμε:

τι θα πει Ιστορία, γιατί ο Πόλεμος είναι Ειρήνη,

γιατί τα ζώα δεν είναι ίσα

και οι βομβαρδισμένοι έχουν πάντοτε άδικο,

γιατί καπνίζουν οι καμινάδες

των στρατοπέδων.

 

Κάποτε

(στα πρώτα χρόνια τούτων των εξηγήσεων)

η δουλειά ήσανε δύσκολη πολύ:

Οι μαθητές όλο ρωτούσαν και οι εργάτες

ήσαν εριστικοί και αχάριστοι

βρίζαν και φτύναν τον ομιλητή.

Μα συνηθίζουν, μάτια μου, όλοι συνηθίζουν,

(η επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως)

πλέον κοιτούνε το ρολόι στα κλεφτά,

βιάζονται να τελειώσουν, να προλάβουν

θέση καθημένου στο μετρό.

 

Και μ αυτά και με κείνα

γίνηκε ρουτίνα η δουλειά του Νέρωνα.

 

Ήπιε μια τελευταία γουλιά από τον καφέ του

και πήγε προς την πόρτα μονολογώντας:

Τι να τα κάνεις και τούτα τα παιδιά των δρόμων

που πετιούνται στου αυτοκινήτου σου τις ρόδες;

Να τα προσέχουν οι γονιοί τους

κι άμα δεν είχαν να τα θρέψουν, να μην τα γεννούσαν

 

Αυτά σκεφτόταν και έπληττε αφόρητα.

Και σήμερα θα μιλούσε για νούμερα και στατιστικές,

για τους μεγαλειώδεις στόχους του μέλλοντος

για τα ίδια και τα ίδια.

Θα ξεκινούσε με ένα προγραμματισμένο αστείο,

έτσι για να σπάσει ο πάγος.

Κανείς δεν θα τον ρωτούσε

τι απέγινε ένα σκοτωμένο κορίτσι πέντε χρονών

στα αζήτητα του Νοσοκομείου.

 

Τι κρίμα, συλλογιέται

μια τέτοια ερώτηση θα έσπαγε την πλήξη

μια τέτοια απάντηση θα είχε ένα κάποιο ενδιαφέρον.

 

(Αυτά ο Νέρων.

Και στην Ισπανία ο Γάλβας,

ο γέροντας, ο εβδομήντα τριώ χρονώ,

παίζει πρέφα στο καφενείο

και συζητά για την αγωνιστική ανάκαμψη της Μπαρτσελόνα.)

 

 

 

*********

 

 

η - η αναδυομένη Αφροδίτη

 

 

1. Τίτλος: Malleus Maleficarum δηλαδή το Σφυρί των Μαγισσών. Συγγραφείς: δυο γερμανοί δομινικανοί ιερείς, ο Σπένσερ και ο Κρέμερ. Εγχειρίδιο ανάκρισης των μαγισσών. Λυσσασμένο μίσος κατά της γυναικείας σάρκας που φιλοξενεί τον διάβολο και σπέρνει τις δαιμονικές επιθυμίες στο νου των αντρών. Το 1484.

 

2. Την ίδια χρονιά η παπική βούλα να μην χάνουμε χρόνο το πάρτι έχει αρχίσει, ποιος θα μας σταματήσει.

 

3. Για διακόσια χρόνια η Ιερή Εξέταση άναβε φωτιές διαβάζοντας μεγαλόφωνα αυτό το βιβλίο. Κοντά ένα εκατομμύριο γυναίκες κάηκαν. Ολάκερος ο κόσμος πεταλώθηκε με τούτο το Σφυρί. Το βιβλίο του Σπένσερ και του Κρέμερ έγινε τρόπος σκέψης και μέθοδος επιβίωσης έγινε φόβος.

 

4. Είναι πολύ δικός μας αυτός ο φόβος. Είναι πολύ δικό μας αυτό το βιβλίο.

 

5. Γράφτηκαν πολλά Σφυριά των Μαγισσών μέσα στους αιώνες. Ας πούμε: το Mein Kampf του Χίτλερ. Ένα ασύντακτο άθυρμα που ταχταρίζει τον ίδιο φόβο. Ή θα τους αφανίσουμε ή θα μας αφανίσουν. Τι διαφορετικό λέμε εμείς;

 

6. Πρέπει να σκεφτούμε τι λέμε εμείς. Πρέπει να σκεφτούμε ποιος είναι αυτός που προφέρει το παράγγελμα Wstavac.

 

7. Πρέπει να σκεφτούμε γιατί φτιάξαμε τη Βόμβα γιατί τη ρίξαμε

 

8. Η Αποκάλυψη του Ιωάννη. Ένα κείμενο με εξημμένες ελληνικές λέξεις όποιος τη διαβάζει, όποτε και να τη διαβάζει, λαχανιάζει. Κι όμως: ετούτη η Αποκάλυψη είναι η μήτρα των βιβλίων του φόβου.

 

9. Δηλαδή: έρχεται το Θηρίον φυλαχτείτε. Έρχεται ο Αντίχριστος βάλτε κερί στα αυτιά σας και λάσπη στα μάτια σας. Η λίμνη της φωτιάς σας περιμένει μετανοήστε. Έξω οι πόρνοι, οι μοιχοί, οι φαρμακοί. Έξω όλοι εκτός από του δικούς μας. Θα έχει εφτά κεφάλια και δέκα μάτια. Αρμαγεδδών.

 

10. Δηλαδή: φοβηθείτε και κολλήστε το κεφάλι στο χώμα.

 

11. Δηλαδή: χύνουμε αίμα στον φόβο και φτιάχνουμε την ιστορία. Σερβίρεται αιωνίως στα σκοτεινά.

 

12. Πρέπει να σκεφτούμε ποιος είναι αυτός που προφέρει τα παραγγέλματα.

 

13. Πρέπει να σκεφτούμε τις πρόσκαιρες απαντήσεις μας. Ας πούμε: ο Μποτιτσέλι ζωγραφίζει την Αναδυομένη Αφροδίτη. Μια ανασταση ενός Χριστού χωρίς τελικές κρίσεις και λίμνες της φωτιάς. Στα 1484 - την ίδια χρονιά.

 

14. Αυτό είναι μια απάντηση. Στα μαχαίρια, στις στραγγάλες, στις φλόγες, στις λαμητόμους, στα εκτελεστικά αποσπάσματα.

 

15. Ας πούμε: ο Μέγας Ανατολικός του Εμπειρίκου. Μέρος τέταρτο, κεφάλαιο 90: Η Τζέην μπροστά στον καθρέφτη της: Η έκφρασις του προσώπου της έγινε φωτεινή, τρομακτικά φωτεινή και ανείπωτα ωραία. Μέσα εις τα πλαίσια του καθρέπτου της δεν ήτο πλέον μόνη

 

16. Είναι κι αυτό μια απάντηση. Στον Σκάμανδρο που ξεχειλίζει κουφάρια, στη μάχη του Ανγκιάρι, στα παρθένα δάση των σκοτωμένων φίλων.

 

17. Πρέπει να σκεφτούμε απαντήσεις στον φόβο. Στον δικό μας φόβο στο δικό μας Σφυρί. Στα χαλασμένα σώματα, στα πτώματα του κάμπου. Στα χαλασμένα μας φιλιά. Στις ματιές μας που ματαιώθηκαν. Στον αδειανό χαιρετισμό μας. Στον επικήδειο, στα σακουλάκια με τα κόλλυβα. Στο Μέγας είσαι Κύριε στο πτωματόστρωτο.

 

 

 

*********

 

 

θ - οι μελανιασμένες Νύμφες του ποταμού

 

 

(για το μικρό αγόρι που κάποτε θα γίνει:

ο Συνοριακός Φύλακας Θ.Τ.

ο Ειδικός Φρουρός Τ.Αθ.

ο Στρατιώτης Πεζικού Α.Τ. του Ν.

ο Meister Th.Tr.)

 

 

Τα περίπολα βγήκανε στο ποτάμι με την αυγή. Αποβραδύς είχε έρθει η διαταγή: Αφού βρέθηκε ένα πτώμα, πρέπει να βρεθούν άλλα είκοσι με τριάντα. Οι στρατιώτες βρίζουνε για την αβαρία μονάχα ένας-δυο μιλούνε για τιμητική. Αν βρούνε πολλά πτώματα. Παγωνιά που βαράει βαθιά τον νου σου. Πλάι στο ποτάμι το δάσος. Εκεί: μελανιασμένες Νύμφες γυρνούνε ακόμη, κρατούνε στην αγκαλιά τους πυρωμένα κάρβουνα για να ζεστάνουν ποιον;

 

******

 

Λένε πως είναι Ιρακινοί είναι απελπισμένοι οι Ιρακινοί και πάνε ντουγρού. Οι Κούρδοι έρχονται πιο προσεκτικοί δύσκολο να ξεκινήσουν με φουσκωμένο ποτάμι. Άσε που τους Κούρδους δεν τους πουλάνε τζούφια περάσματα. Τους φοβούνται.

 

******

 

Σε κάθε περίπτωση, είναι κάποιοι που τους πήρε το ποτάμι. Σε κάθε περίπτωση.

 

******

 

Κάποτε φωνές από την Λέμβο Τέσσερα. Βρήκανε στα καλάμια μια γυναίκα κοντά στα τριάντα. Πεθαμένη. Το πρόσωπό της ένα μπλαβί όχι τόσο τουμπανιασμένο όσο μπλαβί. Φοράει σπορτέξ παπούτσια. Στη μέση δεμένο κατι σαν μικρό ντορβαδάκι. Κάποιος υπολοχαγός ψάχνει να βρει χαρτιά τι σημασία έχουν τα χαρτιά. Το χειρότερο: στο ντορβαδάκι της μπισκότα, μια σοκολάτα κι ένα μπιμπερό. Μισογεμάτο. Κάτι άσπρο, κάτι σαν γάλα.

 

******

 

Για ποιον είναι αυτό το μπιμπερό;

 

******

 

Παγωνιά. Το ποτάμι βγάζει στη θάλασσα. Η ιστορία ανήκει στον όλεθρο. Η πείνα είναι πόλεμος. Η καμπάνα χτυπάει για σένα.

 

 

******

 

Για ποιον είναι αυτό το μπιμπερό;

 

******

 

Να μην το συζητάμε, να μην το καταλάβουμε, να μην το βιώσουμε. Να φωνάξουμε αστυφύλακες και ψυχιάτρους για κάθε ενδεχόμενη παρεκτροπή, φιλοσόφους και ποιητές να μας μιλήσουν για το χαρούμενο μέλλον, για τη χαρούμενη εξέλιξη, για τη μεγάλη Εποχή. Ένα μπιμπερό στο ντορβαδάκι μιας πεθαμένης γυναίκας στον ποταμό Έβρο δεν σημαίνει τίποτε.

 

******

 

Αχ, να σκεφτούμε ένα παραμύθι. Ας πούμε, μια κόκκινη κλωστή δεμένη όπου:

 

******

 

Οι μελανιασμένες Νύμφες βγαίνουν στην ακροποταμιά φωνάζουν τα συνθηματικά του ανάποδου ανέμου, φωνάζουν τα συνθηματικά της νοσταλγίας, της παράταιρης θλίψης, της λανθασμένης θάλασσας. Στις μελανιές τους, στο πυρωμένο κάρβουνό τους, στην απελπισία των ρυτίδων τους, στην αντίστροφη κόψη της αγάπης τους θα βρει το στερνό του καταφύγιο ένα χαμένο μωρό Ιρακινών ή Κούρδων, που το πήρε ο ποταμός Έβρος.

 

******

Φωνάζουν τα συνθηματικά μόνες στον κόσμο.

 

******

 

Μέχρι το απόγευμα τα περίπολα είχανε βρει οκτώ πεθαμένους. Κι ένας την προηγούμενη, εννιά. Δυο γυναίκες, εφτά άντρες. Διόλου χαρτιά που σημαίνει μάλλον Ιρακινοί. Ένας είχε απάνω του ραμμένα πεντακόσια ευρώ. Ένας άλλος έναν βαφτιστικό σταυρό. Δεν τον φορούσε, τον είχε στην τσέπη του σακακιού του. Τα περίπολα να επιστρέψουν. Ο Λοχαγός θα κάνει αναφορά. Για το ντορβαδάκι με το μπιμπερό ούτε κουβέντα. Κάποιος από το Τέταρτο Γραφείο να κοιτάξει τι θα γίνει με τα πτώματα. Τέλος.

 

******

 

Στα βιβλία το γράφουν κάπως έτσι: Τ έ λ ο ς.

 

******

 

Πρωτύτερα το επιμύθιο πάντοτε χρειάζεται ένα επιμύθιο: Το βράδυ ήρθε ο ανάποδος αγέρας στον ποταμό Έβρο. Ή θα έρθει. Ή κάτι τέτοιο.

 

******

 

Μα όχι: το βράδυ δεν θα έρθει ο ανάποδος αγέρας στο ποτάμι. Οι μελανιασμένες Νύμφες δεν υπάρχουν είναι μονάχα το επιμύθιό μας για τον χαμό των άλλων. Το μισογεμάτο μπιμπερό χάθηκε. Γ ι α π ά ν τ α. Κανένας δεν θα ξαναρωτήσει γι αυτό.

 

 

 

 

(Περιλαμβάνεται, με αυτήν την μορφή, στο βιβλίο Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα, εκδόσεις τυπωθήτω, άνοιξη 2006. Πρώτες μορφές των κειμένων που το συναποτελούυν είχαν δημοσιευτεί αποσπασματικά στο περιοδικό Mauve, τεύχος 1, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2003, στην εφημερίδα Εποχή, 30-11-2003, 7-12-2003, 14-12-2003, 21-12-2003, 04-1-2004, 11-1-2004, 01-2-2004, και στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, 29-2-2004, 14-3-2004. Τα υπ αρίθμ. δ΄, στ΄, η΄ και θ΄ αποσπάσματα περιλαμβάνονται αυτονομημένα ως κεφάλαια 22, 45, 33 και 52 αντίστοιχα στο βιβλίο μου το Ich bebe * όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ άλογα, ηλεκτρονική έκδοση στην ιστοσελίδα http://www.triaridis.gr/ichbebe/, 2007).