Θανάσης Τριαρίδης

 

 

Αυτοί που βούλιαξαν, εμείς που βουλιάζουμε

 

 

 

(Σχόλιο που στάλθηκε στις 16-7-2009 στην ηλεκτρονική λίστα της αλληλογραφίας μου. Ο τίτλος, φυσικά παραπέμπει στο βιβλίο του Πρίμο Λέβι Αυτοί που βούλιαξαν, αυτοί που σώθηκαν.)

 

 

[]

 

Κι ενώ εμείς μιλούμε για δικαιώματα γυρεύοντας μια διαφωτιστική παραφυάδα σε μια βαθύτατα αναχρονιστική κοινωνία, την ίδια ώρα και διόλου ερήμην μας, οι ανθρώπινες ζωές γύρω μας συμπιέζονται ασφυκτικά, πνίγονται, αφανίζονται Το καλοκαίρι αυτό όπου ολόκληρη η Ευρώπη αποτύπωσε και εκλογικά το φόβο της απέναντι στους μετανάστες (κι αλίμονο, τα καλοκαίρια που έρχονται), όλο και περισσότεροι απόκληροι θα αφανίζονται στο πουθενά, όλο και περισσότεροι απελπισμένοι θα εκβάλλονται από τις καμινάδες μας θα πετιούνται ως φύρα από το αερόστατο όπου λογαριάζουμε πως κάποια προαιώνια μοίρα εγκατέστησε εμάς και μόνον εμάς κάνοντας τους υπόλοιπους λαθραίους, επείσακτους, εντέλει σφετεριστές. Τούτη τη φορά σειρά είχαν οι Αφγανοί πρόσφυγες που ζούσαν στον πολυσυζητημένο καταυλισμό της οδού Ηρώων Πολυτεχνείου της Πάτρας: την Κυριακή 12 Ιουλίου 2009 με μια συντονισμένη επιχείρηση εκκαθάρισης αφανίστηκαν από προσώπου γης. Η επί χρόνια πολιτική αδιαφορία, η θεσμική ανυπαρξία και η έλλειψη οποιασδήποτε ουσιαστικής κοινωνικής συνοχής που οδήγησαν τον καταυλισμό να ρημάξει και να γίνει πραγματικά αβίωτος έδωσαν τη θέση τους στην πιο κτηνώδη μορφή καταστολής: ο οικισμός ισοπεδώθηκε, ο πληθυσμός φορτώθηκε σε πούλμαν με πολλαπλούς άγνωστους προορισμούς (στόχος: να διασπαρούν οι διωκόμενοι για να πάψουν να αποτελούν οποιασδήποτε μορφής κοινότητα έστω και κοινότητα απελπισμένων) και τα χαλάσματα έγιναν στάχτη με οργανωμένη ολοκληρωτική φωτιά, όπως πάντα (στόχος: να μη μπορέσει να επιστρέψει ο πληθυσμός στο χώρο καθώς είναι πρακτικά αδύνατη η επανεγκατάσταση ανθρώπων σε αποκαΐδια για αρκετές εβδομάδες).

 

Φυσικά η κυρίαρχη πλειοψηφία χαιρέτισε την επιχείρηση αφανισμού του καταυλισμού της Πάτρας ως μια συντελεσμένη νίκη-λύτρωση λύτρωση από τους ανθρώπους που επιμένουν να υπάρχουν παρά την αθλιότητά τους. Το γεγονός ότι τούτη η πλειοψηφία αποδέχτηκε (: αποδεχτήκαμε) μια ιατρική χειρουργική μέθοδο ως λύση σε ένα κοινωνικό πρόβλημα (θαρρείς οι άνθρωποι να είναι γάγγραινα ή καρκινικοί όγκοι) δείχνει πόσο παραδομένοι είμαστε ως κοινωνία (ως δυτικές κοινωνίες) στο φασισμό του διαστελλόμενου φόβου. Όπως πάντοτε, η κτηνωδία, στην εκ των υστέρων περιγραφή της ντύθηκε το μανδύα της ανθρωπιστικής ανάγκης: ο αφανισμός των Αφγανών έγινε και για το δικό τους καλό γιατί ζούσαν σαν τα ζώα. Έχοντας ζήσει από κοντά στα χρόνια 1996-2001 αφανισμούς τσιγγάνικων μαχαλάδων και αντίστοιχους διωγμούς τσιγγάνικων πληθυσμών, έχω να πω μονάχα τούτο: μου κάνει εντύπωση η επί χρόνια επαναληπτική ομοιότητα των μεθόδων, το στερεοτυπικό μοίρασμα των ρόλων, η εμπλοκή του υπόλοιπου πληθυσμού σε ένα εμπεδωμένο πια σχήμα αδρανούς θύματος - ενεργού θύτη.

 

Λίγες μέρες υστερότερα έμαθα πως μια αντίστοιχη επιχείρηση-σκούπα ετοιμάζεται σε βάρος λιγοστών εξαθλιωμένων τσιγγάνικων οικογενειών που εδώ και δεκαετίες ζουν στην άκρη του Δεντροποτάμου, σε παραπήγματα πλάι στο σχολείο: ένας εισαγγελέας παρουσία αστυνομικών τούς ενημέρωσε πως σε μια εβδομάδα πρέπει να εκκενώσουν τις παράγκες τους, καθώς (όπως εκ των υστέρων τούς έγινε σαφές γιατί είναι αναλφάβητοι) από τον Απρίλιο τους είχε τοιχοκολληθεί (ευφημισμός: δεν υπάρχουν τοίχοι, προφανώς θα είχε κολληθεί σε κάποιο καδρόνι) πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής Σε αυτούς τους τσιγγάνους βρεθήκαμε το 1996 οι εθελοντές του DROM κάνοντας μάθημα στα μικρά τότε παιδιά τους, οργανώνοντας εμβολιασμούς και ιατρικές εξετάσεις, και νομική υποστήριξη. Κάποτε φύγαμε από τις παράγκες τους πήγαμε σε μεγαλύτερους καταυλισμούς σκηνιτών (ιδίως σε αυτούς που τότε ζούσαν στην κοίτη του Γαλλικού), αφήνοντας τους λιγοστούς σκηνίτες του Δενδροποτάμου μόνους στην εξακολουθητική αθλιότητα (που δεν μπορούσε φυσικά σε καμιά περίπτωση να αντιστραφεί από την ανθρωπιστική μας γυμναστική). Ο μόνος από εμάς που έμεινε κοντά τους με σταθερότητα και συνέπεια επί μια 12ετία, ο δικηγόρος (και αγαπημένος φίλος μου) Αλέκος Καρδασιάδης, έκανε μια απελπισμένη αναφορά στον Συνήγορο του Πολίτη προσπαθώντας να αποτρέψει τη μεσοκαλόκαιρη έξωση

 

Είναι περισσότερο από βέβαιο πως την ερχόμενη Κυριακή και τις Κυριακές που έρχονται αντίστοιχες καλοκαιρινές επιχειρήσεις εκκαθάρισης θα λαμβάνουν χώρα σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας: Εξαθλιωμένοι απελπισμένοι άνθρωποι θα αφανιστούν, κυρίαρχες πλειοψηφίες θα χειροκροτήσουν, μια κατακερματισμένη κοινωνία θα αποδεχτεί πως άνθρωποι χάνονται επειδή εντέλει δεν χωρούν στην επικράτεια του νου μας. Τι συμβαίνει, λοιπόν τι μας συμβαίνει; Τα αλλοτινά στοιχήματα των συλλογικοτήτων μας (να ζήσουμε μαζί τους και όχι εναντίων τους) μοιάζουν (ολοένα και πιο καθαρά) να έχουν (προ)απαντηθεί. Στους μετανάστες που μας προτείνουν μια μουγγή λύση στο τυφλό αδιέξοδο της Ιστορίας (για μένα: είναι η επερχόμενη Ιστορία), απαντούμε με τα φλογοβόλα του πολέμου. Ας μην κοροϊδευόμαστε: τον καταυλισμό της Ηρώων Πολυτεχνείου δεν τον αφάνισε το κτηνώδες κράτος, μήτε η εκλογική άνοδος του ΛΑΟΣ τον αφανίσαμε εμείς Η έντρομη κεντρική εξουσία, οι αποκτηνωμένες δημοτικές Αρχές, οι οργισμένοι περίοικοι, ο έξαλλοι χρυσαυγίτες, οι περήφανοι ρατσιστές, οι φιλήσυχοι νοικοκυραίοι, οι υποκριτές αριστεροί που δημοκοπούν με την τυφλό τους ανορθολογισμό, οι αδρανείς σκεπτικιστές, είμαστε όλοι εμείς: εμείς αποδεχόμαστε την αθλιότητα ως προαποφασισμένη μοίρα των άλλων, και στη συνέχεια τους λιώνουμε τάχα για να τους λυτρώσουμε από την άθλια μοίρα τους

 

Υπάρχει ένα ακόμη πολιτικό υποκείμενο που, ενώ στα λόγια τάσσεται υπέρ των μεταναστών, στην πράξη δρα συντεταγμένα εναντίων τους. Γιατί όσοι τάχα βρίσκονται στο πλευρό των μεταναστών, όχι φροντίζοντας για την υγεία τους, για τα εμβόλιά τους, για την παιδεία και τη ρημαγμένοι παιδικότητα των παιδιών τους, για την αξιοπρέπειά τους και την παραγωγική τους ένταξη, αλλά τζογάροντας στη βαθύτατα εξουσιαστική κουλτούρα της βίας και της εκδίκησης και φορώντας την αποκρουστική κουκούλα του τιμωρού-αντιεξουσιαστή, είναι φανερό πως ενισχύουν μονάχα την (έτσι κι αλλιώς) παράνομη κρατική και παρακρατική καταστολή σε βάρος των απόκληρων ομάδων. Έχοντας υποστηρίξει από παλιά το ότι η βία είναι πάντοτε φασιστική από όπου κι αν προέρχεται και έχοντας καταδικάσει καθαρά (σε τουλάχιστον δύο βιβλία μου) την αντιεξουσιαστική βία ως βαθύτατα εξουσιαστικό φαινόμενο, δεν έχω άλλο δρόμο από το να μιλάω απερίφραστα: τα ναζιστικής υποδομής τάγματα εφόδου των δήθεν αναρχικών που βγαίνουν στο δρόμο με βαριοπούλες σπέρνοντας βία και τρόμο και, ακόμα περισσότερο, οι φασιστικές σέχτες των δολοφόνων, είναι εδώ και καιρό οι καλύτεροι σύμμαχοι των μαχαιροβγαλτών της Χρυσής Αυγής Όλοι αυτοί, δίχως καν να ξεχωρίζουν ποιος είναι ποιος, ακυρώνουν κάθε έννοια κοινωνικής συνοχής, και δημιουργούν τη λεγόμενη κοινωνία εν τρόμω, τον κόσμο των διαρκώς εγγύτερων εσωτερικών συνόρων στην ουσία εγκαθιδρύουν ακόμη περισσότερο, γύρω μας και μέσα μας, τη βαρβαρότητα που τάχα πολεμούν καθώς οι ίδιοι είναι ένα ακόμη αποκλειστικά δικό της γέννημα.

 

Ποιοι υπερασπίστηκαν στην πράξη τους Αφγανούς του Πάτρας (ή τους Τσιγγάνους του Δενδροποτάμου και όπου αλλού); Μονάχα όσοι είδανε τους μετανάστες (και τους απόκληρους γενικότερα) ως κομμάτι της ζωής τους και του μέλλοντός τους και θέλησαν να το εφαρμόσουν αυτό στην πράξη, μακριά από συνθήματα, ρητορείες και φενάκες συλλογικής αυτοκατάφασης. Ήταν όσοι (εθελοντές στη συντριπτική τους πλειονότητα) αγωνίστηκαν για τα ατομικά και τα κοινωνικά τους δικαιώματα, για το άσυλό τους, τους εμβολιασμούς τους, την υγιεινή τους, την προστασία των παιδιών τους, τη μονόδρομη αναγκαιότητα να ενταχτούν πάση θυσία στην παραγωγική διαδικασία επί της ουσίας, όσοι αγωνίστηκαν για να αντιστρέψουν την αθλιότητα της ζωής τους. Όλοι αυτοί σήμερα προφανώς νιώθουν βαθύτατα ηττημένοι από τις δυνάμεις της ποικιλώνυμης βίας ωστόσο, την ίδια ώρα αποτελούν την καιριότερη (ίσως και τη μοναδική) πνευματική αντίσταση στο μεγάλο κενό ενός κόσμου όπου ο πεινασμένος δεν είναι ο αυριανός μας σύντροφος αλλά ο παντοτινός μας εχθρός.

 

Ίσως δεν είναι μάταιο να σκεφτούμε, ο καθένας για τον εαυτό του, το πού στεκόμαστε μέσα σ αυτή την τελευταία πρόταση.

 

 

Θανάσης Τριαρίδης Ιούλιος 2009