Θανάσης Τριαρίδης

 

 

Ανθρωποδιορθωτισμός:

η ντούμπα με τα πτώματα ως προϋπόθεση της επικείμενης αγάπης

 

 

 

 

Τώρα που ξαναβρήκαμε τα σπίτια μας,

τώρα που χορτάσαμε την κοιλιά μας

και οι αφηγήσεις μας στέρεψαν όλες,

σήμανε η ώρα.

Όπου να ναι θ ακούσουμε πάλι

το ξενικό πρόσταγμα:

Wstawać.

(Πρίμο Λέβι, Η Ανακωχή, 1962, μετάφραση Ζακ Σαμουήλ)

 

 

Στο Παρεκκλήσι Σκροβένι της Πάδοβας κάπου ανάμεσα στο 1300 και το 1310 ο Τζιότο ντι Μποντόνε (ένα πρώην βοσκόπουλο που μάζεψε ο Τσιμαμπούε από τους αγρούς της Τοσκάνης) δοκίμασε (στους μάλλον στενούς και μάλλον σκοτεινούς τοίχους) τη μεγαλύτερη (: την πιο απόκοτη) ριξιά της τέχνης τους τελευταίους δεκαοχτώ-δεκαεννιά αιώνες (ας πούμε πως μετράμε από τον καιρό των Φαγιούμ). Παραδόξως, η παλαβή ριξιά του (σχεδόν) Φλωρεντινού τού βγήκε (κάποιος κολλημένος ιστοριστής μπορεί να συμπληρώσει πως ήταν για να του βγει κι αυτό ενδεχόμενο). Σήμερα κοιτούμε τους τοίχους του Σκροβένι γυρεύοντας κάπου εκεί την απρόσμενη εκκίνηση (επισημότερα: την αφετηρία της Αναγέννησης) και επιμένω πως το χρονόμετρο ξεκίνησε όταν εκείνος ο Τζιότο αποφάσισε να ζωγραφίσει αντί για ιδεοφόρους ίσκιους (έτσι όπως το ακούς) ανθρώπους με μάταιη σάρκα, ανθρώπους που είναι για να πεθάνουν (: για να χαθούν). Τα υπόλοιπα ήρθαν από μόνα τους (θέλω να πω: διόλου μοιραία): στη νωπογραφία της Σφαγής των Νηπίων η ντούμπα με τα πτώματα των σφαγμένων βρεφών είναι η πρώτη πτωματοσυρροή στην ιστορία της ζωγραφικής που μυρίζει. Αυτό που βλέπουμε είναι κομματιασμένα κορμιά, μέλη σωμάτων, και όχι Θεϊκό Σχέδιο για τη Σωτηρία του Κόσμου (γράφεται έτσι, με τέσσερα κεφαλαία στη σειρά, Θ, Σ, Σ, Κ, ώσπου το εκκλησίασμα να αλαλάξει ουάου).

 

Από τότε που πιάστηκα με τον ιστό (: πιάστηκα στον ιστό;) του Σκροβένι συνάντησα (: θυμήθηκα) κάμποσες ζωγραφισμένες ντούμπες με κουφάρια. Από την Ελευθερία που οδηγεί τον Λαό (ναι, αυτήν τη γνωστή γυμνόστηθη του Ντελακρουά στο Λούβρο αλίμονο, κοιτούμε το γυμνό στήθος και το ωραίο λάβαρο και δεν βλέπουμε καταγής τους σκοτωμένους ποιους σκοτωμένους;) μέχρι τις αθώες εικόνες του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ στην Ανακασιά του Πηλίου (όπου διάφοροι φουστανελάδες, παπάδες και λοιποί υψώνουν ένα λάβαρο πλάι σ ένα βουνάκι με χαλασμένους Τούρκους και Εβραίους της Τριπολιτσάς). Κάποτε χρειάζεται προσπάθεια για να μην συνηθίσεις για να μην πεις έ τ σ ι ε ί ν α ι η ζ ω ή . Εξάλλου οι παλιοί αγαπημένοι σού το έχουν μηνύσει από καιρό: οι ντούμπες μάς είναι απαραίτητες διότι για να γυρίσει ο ήλιος, τάχα, θέλει νεκροί χιλιάδες να ναι στους τροχούς, θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.

 

Κι εσύ; Ανάμεσα σε όλα αυτά εσύ πού είσαι; Ατέλειωτοι αιώνες φιλοσοφίας σου γνέφουν πως ό,τι γίνεται γίνεται για την επικείμενη αγάπη.

 

Ας πούμε πως πιστεύω στον ανθρωπισμό λογικά σημαίνει πως πιστεύω σε τούτη την επικείμενη αγάπη; Σκέφτομαι ποιο είναι το αντίθετο ετούτου του ανθρωπισμού: νομίζω οι θρησκείες, τα έθνη, ο Πλάτωνας, οι μεταθανάτιες ευτοπίες και δυστοπίες, οι κοσμοθεωρίες, οι μεγάλες Αλήθειες, αυτές που γράφονται πάντοτε με κεφαλαίο Άλφα. Άρα (και πάλι: διόλου μοιραία): νομίζω πως απέναντι από τον ανθρωπισμό (μου;) βρίσκεται ο ανθρωποδιορθωτισμός (μου;). Δηλαδή: η λαχτάρα μας (συχνά γιομάτη με οραματική πνοή) να ισιάξουμε τους άλλους, να τους διορθώσουμε, να τους φτιάξουμε, να τους σύρουμε στον παράδεισό μας (ουράνιο ή επίγειο). Να τους πείσουμε πως μια ντούμπα με πτώματα (απίστων, αλλοφύλων, εχθρών, κακών, χοντρών, άσχημων και τα λοιπά) είναι (έστω: μπορεί να είναι) η προϋπόθεση της επικείμενης αγάπης μας.

 

Άρα (και ξανά: διόλου μοιραία): ανθρωπισμός δεν είναι η απανταχού δηλωμένη ανθρωπιά μας, η αναγγελία μιας ακόμη επικείμενης αγάπης του είδους μας (ποιου είδους μας;). Σας αραδιάζω τα εμπόδια: Στις 17 Φεβρουαρίου του 1600 ένα γιομάτο ανθρωπιά πλήθος αποθέωσε τις φλόγες που τύλιξαν το σώμα του Τζορντάνο Μπρούνο, γυρεύοντας στο θέριεμα της φωτιάς την επικείμενη αγάπη της ψυχής τους. Απλοί Αμερικάνοι πολίτες το χάραμα της 6ης Αυγούστου του 1945 βγήκαν στην Τάιμς Σκουέρ για να πανηγυρίσουν τη βόμβα της Χιροσίμα ως Νίκη της επικείμενης αγάπης τους. Δάσκαλοι γιομάτοι ανθρωπιά για 180 χρόνια διδάσκουν ως Ελληνική Νίκη τη σφαγή των 32.000 αμάχων Τούρκων και Εβραίων της Τριπολιτσάς εκείνου του Σεπτεμβρίου του 1821 κι απ την άλλη πλευρά της ίδιας θάλασσας οι ίδιοι δάσκαλοι (ναι, οι ίδιοι, γιομάτοι με την ίδια ανθρωπιά) διδάσκουν ως Τουρκική Νίκη τον αφανισμό των Αρμενίων. Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας στις 22 Σεπτεμβρίου 2005: το παράδειγμα των μαχητών (των σφαγέων) της Τριπολιτσάς είναι διαρκώς επίκαιρο διότι, βέβαια, η αγάπη αιωνίως επικείται. Αυτή η εκδρομή δεν έχει τέλος.

 

Άρα (τι παράξενο, διόλου μοιραία): πολύ πιο πέρα από την ανθρωπιά μας ο ανθρωπισμός ίσως (: άμποτε;) να φωλιάζει στην απιστία μας. Την απιστία απέναντι σε κάθε Θεό, σε κάθε Προφήτη, κάθε Αλάθητο Ιεράρχη, κάθε Οδηγό (Fhrer, τόσο απλά) σε κάθε Νίκη, κάθε Χιλιετή Βασιλεία, σε κάθε Ευαγγέλιο όπου ο μη ων μετ εμού, κατ εμού εστί, κάθε Αποκάλυψη με λίμνες της φωτιάς. Ναι, ίσως να φωλιάζει στην απιστία: απέναντι σε κάθε Μεγάλο Σκοπό που σέρνει πίσω του το μικρό ερώτημα του Ιβάν Καραμαζόφ: Θα σκότωνες ποτέ σου ένα παιδί με φρικτά βασανιστήρια προκειμένου να σώσεις τον κόσμο;.

 

Κι εσύ; Βρέθηκες άραγε στη γωνιά σου; Ή μήπως όχι;

 

Ο Πρίμο Λέβι στο Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν γράφει μια ιστορία αλίμονο, μια ακόμη αληθινή ιστορία. Την άνοιξη του 1944, οι γερμανικές Αρχές κατοχής μοίρασαν στον γερμανόφωνο πληθυσμό των περιοχών γύρω από το Άουσβιτς 40.000 ζευγάρια παιδικά παπούτσια (τα παιδικά παπούτσια ήσαν ιδιαίτερα δυσεύρετα τα χρόνια εκείνα). Προσήλθαν χιλιάδες γονείς, γιομάτοι ανθρωπιά, για το μέλλον των παιδιών τους μα (σημειώνει ο Λέβι) κανένας δεν αναρωτήθηκε από πού είχαν βρεθεί όλα αυτά τα ζευγάρια παπούτσια. Η Άρεντ, ο Τοντόροφ (κι άλλοι αρκετοί) μιλούν για το φριχτά απλό επιχείρημα του Άιχμαν στη δίκη του στην Ιερουσαλήμ: Εγώ ήμουν υπεύθυνος να φτάνουνε τα τρένα στον προορισμό τους να φεύγει ένα τρένο από το Ντρανσί στις 15 και να φτάνει στο Άουσβιτς στις 22. Πού τον είδατε το φόνο; Εγώ δεν σκότωσα κανέναν. Να, λοιπόν, ένας καλός στρατιώτης της επικείμενης αγάπης, ένας που ήθελε να επιταχύνει τον ερχομό της. Αν λογαριάσουμε πως ενόψει ετούτου του ερχομού μπορούμε να φορτώνουμε ανθρώπους σε τρένα, το επιχείρημα του είναι νόμιμο. Οπότε χαρούμενοι Μeister μπορούν να προφέρουν στο όνομα της ίδιας αγάπης το πρωινό παράγγελμα της έγερσης στο Άουσβιτς: εκείνο το κοφτό, σιγανό Wstawac.

 

Κι εσύ εσύ κυρίως να μη με παρεξηγείς. Τα εσύ που γράφω, οι ερωτήσεις στο δεύτερο πρόσωπο, τα νεύματα στον αδειανό δρόμο είναι ρητορικά σχήματα προσποιήσεις που λέμε. Μιλάω μονάχα στον εαυτό μου.

 

Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη: Μαγεύομαι όσο δεν ξέρω με τον Εμπειρίκο μα διαφωνώ όσο περισσότερο μπορώ με εκείνα τα σεσημασμένα δέρατα και τις Οκτάνες. Δεν υπάρχει (νομίζω) κανένας καθολικός σκοπός, της ζωής μας υπάρχει (μάλλον) η ανάγκη του καθενός μας για μια μικρή αγάπη στη μικρή ζωή του κάτω από τον ήλιο. Και τούτος ο ήλιος γυρίζει από μόνος του οι νεκροί χιλιάδες που θέλει να ναι στους τροχούς, κι οι ζωντανοί που θέλει να δίνουν το αίμα τους είναι μπούρδες, κάποτε κούφια ταρατατζούμ εθνικών ποιητών, κάποτε λάβαρα εν δυνάμει φονιάδων.

 

Άρα (διόλου μοιραία, κατά δαίμονα εαυτού, που λένε): για μένα η κρισιμότερη αντίρρησή μας είναι να μη γίνουμε ιερείς στη θέση των ιερέων που (λέμε πως) αρνούμαστε. Όταν τα βιβλία μας (τα αδειανά ρήματά μας) καταντήσουν ευ-αγγέλια (ή απλά αγγελτήρια), θα μυρίζει πολύ κοντά μας (πολύ κοντύτερα απ όσο φανταζόμαστε) ανθρώπινο κρέας (παλιέ αγαπημένε, σε θυμάμαι καλά). Στ αλήθεια φοβάμαι: όλοι θέλουμε να είμαστε άγγελοι καλών επών. Μα όταν οι άνθρωποι δίνουν παραγγέλματα, θαρρείς να δίνουν διαρκώς το ίδιο παράγγελμα: Wstawać.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πανοπτικόν, τεύχος 10, καλοκαίρι 2007)