Θανάσης Τριαρίδης

 

Μικρή εισαγωγή στις Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα

 

 

 

Μάζεψα σε τούτο το βιβλίο 65 κείμενα: εννιά από αυτά συγκροτούν ένα σχεδίασμα βιωματικού (;) δοκιμίου (το Θαμπό ταξίδι), άλλο ένα (το Πτωματόστρωτο) μοιάζει με ποίημα, ενώ, αντί για επίλογο, επιλέχτηκε μια αληθινή ιστορία. Και αυτά τα κείμενα και τα υπόλοιπα (άρθρα, δοκίμια και επιφυλλίδες) γράφτηκαν την τελευταία πενταετία (ιδίως τα χρόνια 2003-2005) και δημοσιεύτηκαν, τις περισσότερες φορές σε μια πρώτη μορφή, σε εφημερίδες και περιοδικά (το μεγαλύτερο μέρος από αυτά στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, αλλά και στην Εποχή, τη Φιλολογική Βραδυνή, το Αντί, το Μauve). Ωστόσο όλα κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα μου και αλλού εξάλλου τον τελευταίο καιρό μόνο στο Ίντερνετ μπορώ να δημοσιεύω ό,τι θέλω.

Τα κείμενα αυτά προκάλεσαν πολλές εντάσεις, διαμαρτυρίες, ύβρεις, απειλές προς το πρόσωπό μου και προς τα μέσα που τα φιλοξένησαν. Μια αρχική σκέψη να συμπεριλάβω στο βιβλίο ως επίμετρο μια εκτενή επιλογή ετούτων των ύβρεων απορρίφθηκε ως αυτάρεσκη και εντυπωσιοθηρική. Εξάλλου ό,τι δημιουργεί έντονες αντιδράσεις δεν σημαίνει απαραίτητα πως αξίζει και τον κόπο παρόλο που θα ήθελα, στην προκειμένη τουλάχιστον περίπτωση, να ισχύει το αντίθετο...

Πιθανώς κανείς να βρει αντιφάσεις ανάμεσα στα κείμενα. Κάτι τέτοιο θα με χαροποιήσει: σημαίνει πως είμαι ζωντανός και μεταβάλλω τις απόψεις μου. Πως δεν είμαι ιιερέας, αλλά παραμένω ανασφαλής, αβέβαιος και άπιστος.

Γιατί, λοιπόν, να συλλέξω 65 κείμενα σε έναν τόμο; Γιατί πιστεύω (ακόμη) πως τα σκόρπια νεύματα μπορούν να διαγράψουν μια κίνηση, μια χεριά έτσι το λέγαμε μικροί μέσα στην τάξη και εννοούσαμε την προσπάθεια ενός ακρινού να αγγίξει τον ακρινό της άλλης σειράς. Μια τέτοια χεριά, λοιπόν, θα ήθελα να ήταν και αυτό το βιβλίο, μια χεριά προς ό,τι ονομάζω τρεμάμενο σώμα. Με αυτήν την επιθυμία διαλέχτηκαν τα κείμενα και μπήκαν στη σειρά τους...

 

Μιλάω για το τρεμάμενο σώμα. Εννοώ (ή θέλω να εννοώ) κάτι που είναι λαχτάρα, πόθος, αγωνία, πεθυμιά, ελπίδα και απελπισία, επιλογή, ερώτημα. Δηλαδή: κάτι που δεν είναι απάντηση, Πατέρας-Παντοκράτορας, ορθο-δοξία, Αλήθεια, Κόμμα, Λαός, Δρόμος ή Μονοπάτι. Σε αυτό το τρεμάμενο σώμα θα ήθελα να πιστεύω, για αυτό το σώμα προσπαθώ να καταγράψω πιθανότητες και εκδοχές.

Υποτιτλίζω το βιβλίο: κείμενα πολιτικής ανάγκης. Μιλάω για την ανάγκη που διάβασα κάποτε στον πρόλογο της Παναγίας των Παρισίων. Μιλάω για την πολιτική που σημαίνει: να ζούμε μαζί. Μιλάω για κείμενα: επί της ουσίας σημειώσεις ερωτημάτων ενός διαλόγου, προφορικού και γραπτού (συνήθως: ηλεκτρονικού), θραύσματα επιχειρημάτων ανάμεσα σε αμφιβολίες, σπαραγματικές καταφάσεις εν μέσω αντιρρήσεων, εν τέλει μια δουλειά πολύ ομαδικότερη από ένα εύκαιρο εγώ που πηγαινοέρχεται ανοικονόμητα ανάμεσα στις λέξεις. Ανάμεσα στους πολλούς συμπράττοντες, δυο φίλοι, ο ένας μετά τον άλλον: ο Δημήτρης Σκουρέλλος (όταν γράφονταν τα κείμενα) και ο Κυριάκος Αθανασιάδης (όταν συγκροτούνταν σε βιβλίο) υποστήριξαν καίρια αυτές τις σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα. Τους ευχαριστώ κι αυτούς και όλους τους άλλους.

 

Ωστόσο, πριν κλείσω, θέλω να σας μιλήσω και για μια ακόμη εκδοχή της ανάγκης.

Το καλοκαίρι του 1997 μια μικρή ομάδα εθελοντών (καμιά 40αριά άνθρωποι ήμασταν) κάναμε μια πορεία στον δήμο του Ευόσμου Θεσσαλονίκης για να μην διωχτούν από εκεί οι 2000 σκηνίτες τσιγγάνοι (αυτοί που μετά από εναν χρόνο διώχτηκαν και κατέληξαν στην κοίτη του Γαλλικού ποταμού). Στον δρόμο βγήκαν αγανακτισμένοι πολίτες με διαθέσεις απειλητικές. Ουστ από εδώ, τσογλάνια, που ήρθατε να μας δώσετε μαθήματα δημοκρατίας Οι τσιγγάνοι μας βρωμίζουν, Η γης μας χάνει την αξία της, Άμα τους αγαπάτε, να τους παρετε σπίτια σας...

Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε με αυτούς που μας έβριζαν μα μονάχα τους ερεθίζαμε περισσότερο. Κάποτε ένας θηριώδης άνθρωπος βγήκε μπροστά και άρχισε να μας χαστουκίζει στα τυφλά ουρλιάζοντας: Φευγάτε, πουστόφλωροι, που ήρθατε να μας πείτε για δικαιώματα... Εγώ δουλεύω στη λαχαναγορά και μεγαλώνω άντρες της ανάγκης όχι λούλες σαν κι εσάς. Τρόμαξα άλλοι πιο θαρραλέοι, μπροστά από μένα, φάγανε τα χαστούκια του αδιαμαρτύρητα.

Το ίδιο βράδυ, ακόμη σκιαγμένος, σκέφτηκα τι με χωρίζει με εκείνον τον υβριστή. Μα το είχε πει ο ίδιος: η ανάγκη πιθανώς η ίδια ανάγκη για την οποία μιλάει ο Ουγκώ. Τον δικαιολόγησα με την ασφαλή συγκατάβαση της θεωρίας: ήταν ένας άνθρωπος που μεγάλωσε μέσα σε λογής στρεβλώσεις. Έβγαζε τη βία που του έσπειραν άλλοι. Κι έπειτα κοιμήθηκα ήσυχος: εγώ δεν ήμουν σαν κι εκείνον.

 

Πέρασαν χρόνια από τότε, παντρεύτηκα, έκανα παιδιά. Όταν είμαι μαζί τους στο δρόμο ή στο λεωφορείο, όταν κάθομαι μαζί τους σε ένα φαστφουντάδικο ή σε μια καφετερία κι έρχονται κοντά μας διάφοροι κακοντυμένοι μετανάστες, ή άστεγοι και ημιάστεγοι ή μεθυσμένοι ή μαστουρωμένοι, παριστάνω τον άνετο, τον αδιάφορο ίσως γιατί ντρέπομαι εκείνο το αγόρι που έγραφε πριν από χρόνια στους τοίχους Μετανάστες αδέλφια μας. Μα πιάνω τον εαυτό μου να στέκομαι συσπειρωμένος, έτοιμος να χυμήξω, να προστατεύσω κάτι δικό μου μου από την δυστυχία των άλλων, από τη φτώχεια τους, από την ερημία τους. Κι όταν έρχεται η ώρα να κατεβούμε στη στάση, όταν τελειώνει το σάντουιτς ή ο καφές, απομακρύνομαι και χαλαρώνω.

Τότε, κι ενώ σκέφτομαι διάφορες δικαιολογίες (του τύπου: ο φόβος είναι αρχέγονο ένστικτο), στο νου μου έρχεται η εικόνα εκείνου του άντρα από τον Εύοσμο που μας χαστούκιζε και μας έβριζε. Γρήγορα την απωθώ ωστόσο για μια τρομερή στιγμή το νιώθω καθαρά (σαν μια αστραπή που φωτίζει τη νύχτα): παρά τα ποιήματα για την ελευθερία και τα μανιφέστα για την αδελφοσύνη, αγριεύω, μετασχηματίζομαι, διακινώ τη βία μου, προσχωρώ στον τρόμο, γίνομαι ένα κομμάτι του εφιάλτη. Γίνομαι κάποιος που θα χαστουκίζω ανθρώπους και θα μεγαλώνω άντρες της ανάγκης - άντρες που θα κλειδώνουν τις βρύσες στο νεκρτοταφείο Ευόσμου για να μην πιουν νερό οι σκηνίτες τσιγγάνοι....

Το βιβλίο αυτό ίσως να είναι μια απόπειρα να κατανοήσω και μην αποδεχτώ ετούτο τον τρόμο.

 

Θ.Τ. Δεκέμβριος 2005

 

 

(Εισαγωγικό κείμενο του βιβλίου Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα που εκδόθηκε τον Μάιο του 2006 στη σειρά Αντιρρήσεις των εκδόσεων Τυπωθήτω.)