Θανάσης Τριαρίδης

 

 

Για τις Ασκήσεις ελευθερίας

 

(Πρόλογος για το βιβλίο του Νίκου Δήμου)

 

 

 

            Η πρώτη φορά που επιχείρησα να καταγράψω σε κείμενο την αναγνωστική σχέση μου με τα βιβλία του Νίκου Δήμου ήταν το φθινόπωρο του 2004, σε μια επιφυλλίδα που δημοσιεύτηκε στη Μακεδονία της Κυριακής, στις 10.10.2004 (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD020.htm - σήμερα περιλαμβάνεται στις Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα). Ο τίτλος της είχε μια επινοημένη λέξη: Ελευθερομανίας εγκώμιον. Την αντιγράφω ολόκληρη:

 

            Εάν κανείς ψάξει στα λεξικά, δεν θα βρει τη λέξη «ελευθερομανία» — ωστόσο οι περισσότεροι θα μπορούσαν να σκεφτούν τον ορισμό της: η μέχρι στερητικού συνδρόμου εξάρτηση με την ανθρώπινη ελευθερία, δηλαδή με την ανθρώπινη δυνατότητα να σκέφτεσαι, να επιλέγεις, να επιθυμείς, να αμφιβάλλεις, να αυτο-κινείσαι. Δηλαδή, να ζεις ως μονάδα που συμμετέχει στην κοινωνία (την όποια κοινωνία), μετά από σκέψη και απόφαση, κι όχι επειδή το πρόσταξαν τα έθιμα, ο αλάθητος «Θεός», το αλάθητο «Κόμμα», η «κυρίαρχη πλειονότητα», η μέτρηση της τηλεθέασης. Από τον καιρό των Σοφιστών και του Επίκουρου μέχρι τον Καρτέσιο και τον Σπινόζα, τον Ρουσό και τον Βολταίρο, δεν ήσαν λίγοι ετούτοι οι «ελευθερομανείς» που πάλεψαν να σταθούν (και στάθηκαν) απέναντι σε εξουσίες, θρησκείες και «κοινές γνώμες».

Ας έρθω στη σημερινή ελληνική μας πραγματικότητα. Δεν έχω καμία απολύτως άμεση ή έμμεση σχέση με τον συγγραφέα Νίκο Δήμου. Δεν έχουμε επικοινωνήσει ποτέ και με κανέναν τρόπο και είναι βέβαιο πως αγνοεί την ύπαρξή μου (και φυσικά τα όποια γραπτά μου). Ωστόσο εγώ τον διάβαζα από έφηβος — θυμάμαι πως κάπου στα δεκαπέντε μου είχα ακολουθήσει την προλογική του υπόδειξη και είχα συμπληρώσει με δικούς μου μεγαλόστομους αφορισμούς κάμποσες από τις Σκέψεις για την αναγκαιότητα της αγάπης στα μεγάλα λευκά υπόλοιπα της σελίδας. Κάποτε νόμισα πως τον ξεπέρασα, πως ήταν ένας στοχαστής κατάλληλος για να συντροφεύει εφηβικές αναζητήσεις (πιθανώς να με επηρέασαν στοιχεία του ύφους του που σήμερα πια λογαριάζω για πλεονεκτήματα: η επιγραμματικότητα του λόγου του, η επιδεικτική χρήση της μικρής παραγράφου ή ακόμη και η μικρή φόρμα των γραπτών του). Είχα ανάγκη από πράγματα περισσότερο σύνθετα και δυσνόητα — έτσι νόμιζα.

Κάπου στα τριάντα μου ξανάπιασα τα βιβλία του Δήμου — βοήθησε σ’ αυτό και η ηλεκτρονική ιστοσελίδα του (www.ndimou.gr), όπου κανείς μπορεί να διαβάσει τρία ολόκληρα βιβλία και περισσότερα από 250 κείμενα, και όχι ένα ηλεκτρονικό διαφημιστικό φυλλάδιο όπως στις περισσότερες ιστοσελίδες συγγραφέων. Γρήγορα είδα πως είχε ακόμη να μου πει — κι ακόμη σημαντικότερο, είχε να μου ξαναπεί (νά μια θεμελιακή στόχευση ενός στοχαστικού γραπτού: όχι μόνο να λέει, αλλά, κυρίως, να ξαναλέει). Και πλέον, μετά από δύο δεκαετίες αναγνωστικής σχέσης, νομίζω πως το νιώθω καθαρά: ο Νίκος Δήμου, για μένα τουλάχιστον, αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση ενός ελευθερομανούς συγγραφέα (πιθανώς η χαρακτηριστικότερη από όσους γράφουν στις μέρες μας στην ελληνική γλώσσα). Αλλιώς: ένας συγγραφέας-στοχαστής, έξω από «σχολές», «κλίματα» και εμπεδωμένες σχέσεις, ολωσδιόλου αυτο-κινούμενος και μοιραία μοναχικός, σταθερός και επίμονος σε μια διαφωτιστική παράδοση που λέει πως υπάρχω (sum), όχι για να υπηρετήσω μια τελεολογία, αλλά επειδή αμφιβάλλω (dubito) και για να αμφισβητήσω αυτή την τελεολογία.

Η συγγραφική περίπτωση Δήμου παραμορφώνεται μέσα από διάφορα φίλτρα: η εξαιρετικά επιτυχημένη επαγγελματική διαδρομή του ως διαφημιστή στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, η μεταγενέστερη συχνότατη παρουσία του στον γραπτό και στον ηλεκτρονικό Τύπο, η μεγάλη εμπορική επιτυχία των βιβλίων του σε συνδυασμό με την επιδεικτική σιωπή που του επιφυλάσσει το επίσημο ιερατείο της κριτικής (ιδίως τις δύο τελευταίες δεκαετίες), η τοποθέτησή του εδώ και δεκαετίες στο στρατόπεδο των «ανθελλήνων» και των «φωταδιστών», τον έχουν καταστήσει στα μάτια των πολλών περισσότερο «σχολιαστή» παρά στοχαστή-συγγραφέα. Μα αν κανείς διαβάσει τα (περισσότερα από πενήντα) βιβλία του ή μελετήσει την ηλεκτρονική ιστοσελίδα του, πιθανώς να νιώσει πως έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ συνολικότερο έργο απ’ όσο φαίνεται στην αρχή, ένα έργο όπου η ελευθερία (επιμένω: η δυνατότητα) γίνεται ηθική στάση και ζωτική ανάγκη, δηλαδή εξάρτηση, δηλαδή μανία.

Ο Δήμου για τρεις δεκαετίες μίλησε και μιλάει καθαρά για τη μανία της ελευθερίας. Το κείμενό του Χριστός εναντίον Θεού; είναι ένα από τα πιο σημαντικά θεολογικά κείμενα που έχω διαβάσει, ακριβώς γιατί γυρεύει την αποθεολογικοποίηση της μανικής εμπειρίας. Στις Τολμηρές ιστορίες ύμνησε τον ερωτισμό και την πορνογραφία στην εκστατική της διάθεση. Στον Έλληνα Βούδα γύρεψε στον πυρήνα του λατρευτικού φαινομένου τη στάση της διαλεκτικής αναζήτησης — δηλαδή και πάλι τη στάση της ελευθερίας. Σε πείσμα της αστικής καταγωγής του και του νεοαστικού κοινού του που τον ήθελε να αναμασάει τη Δυστυχία τού να είσαι Έλληνας, θαρρείς και είναι ένας επιθεωρησιογράφος πολυτελείας, δεν δίστασε να εναντιωθεί σε όλους τους μηχανισμούς που τζογάρουν στον φόβο (εκκλησία, στρατός, έθνος, φονταμενταλισμός, εθνικισμός, ρατσισμός) και να υμνήσει καθετί που νιώθει πως ελευθερώνει τους ανθρώπους: το , το αυτοκίνητο, την επιστήμη, την τεχνολογία (που ονομάζει «προσθετική»), τη σχέση του ανθρώπου με τα ζώα, την ανθρώπινη λογική, την ανθρώπινη μανία, την ανθρώπινη έκσταση, τη θέληση του ανθρώπου να σταθεί στο φως του ήλιου, να μοιραστεί στο διάφανο και το πηχτό μαύρο.

Στα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα η κύρια κατηγορία για όσους προσπαθούν να εκφέρουν έναν λόγο για την ελευθερία των ανθρώπων από τους μπαμπούλες και τους θεσμοθετημένους «προστάτες» είναι πως, αλλοτριωμένοι από τον «Δυτικό ορθολογισμό», αγνοούν το «βίωμα». Ωστόσο, στα ποιητικότερης προθετικότητας γραπτά του, στα Ποιήματά του, στις Λίστες και στο Φως των Ελλήνων, στο Βιβλίο των Γάτων και στο Ημερολόγιο του καύσωνα (ειδολογικά ακατάτακτο και για μένα ένα από τα πιο γόνιμα λογοτεχνικά κείμενα των τελευταίων δεκαετιών), ο Δήμου δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να ψαύει και να ανασύρει βιώματα εκστατικής ελευθερίας δοσμένα στη λατρεία της μικρής (δηλαδή: πεπερασμένης) ζωής και όχι αφιερωμένα στη δοξολογία μιας υπεσχημένης αιωνιότητας. Φυσικά μπορώ να μιλάω μόνο για τον εαυτό μου: μα από τις λογής θεολογικά συντονισμένες και συγχρονισμένες (και δυστυχώς όλο και περισσότερο εθιμοτυπικές) αναπαραγωγές του «βιώματος», ετούτη η ελευθερομανία (: η ανάγκη για εκστατική ελευθερία) του Νίκου Δήμου είναι στα μάτια μου πολύ πειστικότερη — πιθανώς γιατί από την ίδια της την αφετηρία αναφέρεται σε όλους και όχι μόνο σε όσους συμφωνούνε μαζί του ή σε όσους πηγαίνουν στις ίδιες εκκλησίες μ’ αυτόν ή περπατούνε μαζί του στο ίδιο πεζοδρόμιο.

 

Μετά τη δημοσίευση αυτού του κειμένου δέχτηκα πολλά e-mail αναγνωστών που το επιδοκίμαζαν με θέρμη κι πολύ λιγότερα μηνύματα που κατέγραφαν, με διάφορες κλιμακώσεις, την διαφωνία τους (γεγονός μοναδικό στη σύντομη διαδρομή μου ως επιφυλλιδογράφου στη Μακεδονία, καθώς οι αναλογίες συμφωνούντων-διαφωνούντων ήταν, φευ, συντριπτικά αντίστροφες). Ωστόσο, υπακούοντας στη δύναμη της συνήθειας, ασχολήθηκα ιδιαίτερα με τους διαφωνούντες. Κάποιοι μου έκαναν την τιμή να με βρίζουν μαζί με τον Νίκο Δήμου (εύνοια που μου επιφυλάχθηκε τους επόμενους μήνες και σε κάμποσα νεοφασιστικά forum του Ίντερνετ). Ευτυχώς υπήρχαν και μερικοί που δεν έβριζαν, αλλά διαφωνούσαν· ανάμεσα σ’ αυτούς, ένας —σαφώς ο επιγραμματικότερος— συνόψισε δίχως να το ξέρει αυτές τις διαφωνίες: «Εντάξει, φίλε, ωραία τα λέει ο Δήμου, αλλά όχι να μας τον βγάλεις και Βολταίρο... Κι αυτά τα περί ελευθερομανίας που επινοείς, μεγάλη απάτη μού ακούγονται».

 

Αν ο αναγνώστης μου υπέγραφε το e-mail του (έχω για αρχή να μην απαντάω σε ανώνυμα e-mail), θα του απαντούσα περίπου ως εξής:

 

Πρώτον, δεν έβγαλα κανέναν ως νεο Βολταίρο ή Ρουσό, ή Καρτέσιο ή Σπινόζα (πόσο αφελείς, πόσο δημαγωγικά δημοσιογραφικές ακούγονται τέτοιες μεταφορές). Έγραψα πως όλοι ετούτοι οι φιλόσοφοι (που εν πολλοίς συγκρότησαν ό,τι ονομάζουμε Δυτικό πολιτισμό) εξάρτησαν την ύπαρξη με την ατομική ελευθερία, και κατ’ επέκταση το sum με το cogito και το dubito. Αντίθετα, στη νεότερη Ελλάδα των τελευταίων δύο αιώνων κυριάρχησαν είτε διαφόροι λαϊκοί θεολόγοι (ας πούμε: διάφοροι συνεχιστές του Πατροκοσμά), που συνδέουν την ύπαρξη με τη βούληση ενός αφέντη-θεού που φροντίζει για τα πρόβατά του (αγκαλιάζοντας παράλληλα, όπως άλλωστε και ο Πατροκοσμάς, κάθε ρατσιστική και αντισημιτική ρητορεία), είτε διάφοροι εθνεγέρτες δημαγωγοί που θεωρούν πως ελευθερία είναι να κερδίζεις ψήφους και τηλεθέαση δοξολογώντας τη σφαγή των 32.000 αμάχων στην Τριπολιτσά του 1821 και, για τους ίδους λόγους, να δηλώνεις αλληλέγγυος με τους ορθόδοξους «αδελφούς» σου που δολοφόνησαν τους αμάχους και τους αιχμαλώτους της Σρεμπρένιτσα. Προφανώς αυτός είναι ένας από τους κύριους λόγους που στη σύγχρονη Ελλάδα (στην οποία γράφτηκε σπουδαία ποίηση και λογοτεχνία) δεν υπήρξε μήτε Βολταίρος, μήτε Ρουσό, μήτε Καρτέσιος, μήτε Σπινόζα — και φιλόσοφοι όπως ο Καστοριάδης, ο Πουλαντζάς ή ο Αξελός έπρεπε να βρεθούν μακριά από την Ελλάδα για να διαμορφώσουν το έργο τους.

 

Δεύτερον: έγραψα ότι ο Δήμου είναι ο χαρακτηριστικότερος (και, συμπληρώνω τώρα, ο πρώτος) στοχαστής (πείτε το, αν θέλετε, φιλόσοφος ή διανοητής ή όπως αλλιώς) στην Ελλάδα που (πέρα από λογοτέχνες όπως ο Ροΐδης ή ο Εμπειρίκος) μίλησε δημόσια για την εκστατική ελευθερία ως δυνατότητα σκέψης και επιλογή επικοινωνίας, αντιπαραβάλλοντάς την σαφώς προς τις θεολογικές εθιμοτυπίες και τις εθνικιστικές δοξασίες. Εάν κάποιος διαφωνεί (γιατί όντως μπορεί να κάνω λάθος), θα ήθελα να μου υποδείξει τον εν Ελλάδι στοχαστή που προηγήθηκε. Δηλαδή κάποιον που, ξεκινώντας από τη φιλελεύθερη παράδοση εναντιώθηκε στην προπαγάνδα της κάθε Πίστης, που τοποθετεί τον αγωνιούντα Χριστό απέναντι στον παντεπόπτη Θεό, που ονομάζει τον Στρατό και την Εκκλησία θεσμούς θανάτου, που ορίζει τον αναρχισμό ως σκοπό της δημοκρατίας και τον σκεπτικισμό ως μέθοδο της ελευθερίας. Αυτό δεν είναι υπόθεση υποκειμενικής αξιολόγησης — είναι υπόθεση κειμένων (καθώς, βέβαια, και των ανθρώπων που διαβάζουν τα κείμενα).

 

Τρίτον: η λέξη ελευθερομανία είναι πράγματι φτιαγμένη από μένα — και φυσικά μπορεί να είναι και «απάτη». Ωστόσο εξακολουθώ να πιστεύω πως η ελευθερία είναι ανθρώπινη λαχτάρα και όχι επινοημένη ιδέα. Και πως ως λαχτάρα βρίσκεται στον πυρήνα της ύπαρξής — άρα προκαλεί τη μανία. Κι ακόμα πιστεύω πως ετούτη η μανία είναι ένα ζητούμενο — εξάλλου, νομίζω πως κάτι τέτοιο υπαινίσσονται κι εκείνοι οι παλιοί ήρωες των τραγωδιών που αλυσοδένονται στους βράχους, βαδίζουν στα τρίστρατα και βγαίνουν στα βουνά για να σπαραχτούν από τις μαινάδες.

 

***

 

            Οι εμπειρότεροι λένε πως λίγες φόρες σού δίνεται η ευκαιρία να δοκιμάσεις στην πρακτική εφαρμογή κάποιαν από τις θεωρητικές απόψεις ή υποψίες σου. Σε ό,τι με αφορά, το ανά χείρας βιβλίο είναι μια απ’ αυτές.

 

Όταν το φθινόπωρο του 2005 το σχέδιο των Αντιρρήσεων (δηλαδή: μια σειρά βιβλίων με αντιρρήσεις απέναντι στις μεγάλες βεβαιότητες και τις Μεγάλες Αλήθειες) έγινε αποδεκτό από τις εκδόσεις «τυπωθήτω», βρέθηκα μπροστά στην όχι εύκολη δουλειά να συμαζέψω τις σκόρπιες ιδέες και να συγκροτήσω το εκδοτικό πρόγραμμα της πρώτης χρονιάς μέσα σε μία μέρα. Δεν μπορούσα να φανταστώ την εκκίνηση αυτης της σειράς δίχως τη συμμετοχή του Δήμου. Στην τηλεφωνική πρότασή μου (κι ήταν η πρώτη φορά που μιλούσαμε στο τηλέφωνο), ο Ν.Δ. αντιπρότεινε μια ανθολογία φτιαγμένη από μένα. Δέχηκα με την επιπόλαιη βιασύνη ενός παιδιού που του δίνουν να οδηγήσει αυτοκίνητο ενώ τα πόδια του δεν καλοφτάνουν στο γκάζι. Εάν ένα χρόνο νωρίτερα είχα γράψει το εγκώμιο της ελευθερομανίας, τώρα έπρεπε να την περικλείσω σε σχήμα βιβλίου μεγάλο.

 

Το έργο ενός περιστασιακού και εύκαιρου ανθολόγου, όπως εγώ, στην περίπτωση του Δήμου είναι πολλαπλά δύσκολο. Η πρώτη (αυτονόητη) δυσκολία αφορά τον όγκο των κειμένων: πέρα από τα 60 εκδομένα βιβλία του, υπάρχουν στην κυριολεξία εκατοντάδες κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά (τα τελευταία χρόνια και στο Ίντερνετ) που δεν έχουν συμπεριληφθεί σε καμία από τις συλλογές του. Η δεύτερη δυσκολία, επίσης αυτονόητη, αφορά την πολυειδία του έργου του — η οποία, εξάλλου, του έχει στοιχήσει τη σιωπή από τη μεριά τής τόσο εθισμένης σε εύκαιρες κατηγοριοποιήσεις κριτικής. Η τρίτη δυσκολία αφορά την επιλογή καθαυτήν: δύσκολα βρίσκει κανείς κείμενο του Νίκου Δήμου που να μην καλύπτει, έστω ενμέρει, τα κριτήρια μιας ανθολογίας με Ασκήσεις ελευθερίας (και αυτό το γράφω ως διαπίστωση και όχι ως αξιολογική κρίση)· επι της ουσίας, το πεδίο επιλογής μπορεί να είναι το σύνολο του έργου του.

 

Τι έμεινε, εξ αρχής και προγραμματικά, έξω από το πεδίο επιλογής τού ανά χείρας βιβλίου:

 

(1) Τα λογοτεχνικά βιβλία του Ν.Δ. — δηλαδή βιβλία όπως το Ημερολόγιο του Καύσωνα, οι Τολμηρές Ιστορίες, το Βιβλίων των γάτων, οι Λίστες, οι Δρόμοι μου, που για πολλούς (και για μένα — πιθανώς και για τον ίδιο) συνιστούν το σημαντικότερο κομμάτι του έργου του. Ο λόγος προφανής και μάλλον ιδεαλιστικός: η λογοτεχνία (και η τέχνη ενγένει) είναι εκ προοιμίου μια άσκηση ελευθερίας· άρα κάθε απόπειρα ανθολογίας με αυτό το κριτήριο συνιστά μια (κραυγαλέα) αντίφαση.

 

(2) Τα αμιγώς φιλοσοφικά βιβλία του Ν.Δ. (σήμερα συγκεντρωμένα στους τόμους Τρίπτυχο, Το απόλυτο και το τάβλι, Ο Έλληνας Βούδας) — για τον αυτονόητο λόγο ότι ο φιλοσοφικός στοχασμός δεν μπορεί να κατατμηθεί (αν κάτι τέτοιο ήταν εφικτό, δεν θα ήταν στοχασμός μα χρηστολόγιο). Ωστόσο δεν μπορώ να μην επισημάνω πως (κατά τη γνώμη μου — και όχι μόνο) ο πυρήνας ολόκληρου του έργου του Δήμου βρίσκεται στο ακόλουθο ζεύγμα: η ελευθερία διά του σκεπτικισμού (και τούτο διατυπώνεται καθαρά στο Απόλυτο και το τάβλι μα και στο Εγχειρίδιο ελευθερίας) και η σχέση διά της επικοινωνίας (έτσι όπως διατυπώνεται στο πολλαπλά προδρομικό Σκέψεις για μια φιλοσοφία της επικοινωνίας). Ο αναγνώστης ας λογαριάσει τα προαναφερθέντα βιβλία περίπου ως προαπαιτούμενα —ή έστω ως συνέχεια— του ανά χείρας τόμου. Ίσως για τον λόγο αυτό ως Επίλογος των Ασκήσεων ελευθερίας προτάχτηκε ο προ τριών δεκαετιών Πρόλογος από το Εγχειρίδιο ελευθερίας· πιθανώς γιατί, πέραν όλων των άλλων, υποδηλώνει και τη βαθύτερη προσδοκία κάθε ανθολόγου: το βιβλίο τελειώνει, μα η αναγνώση συνεχίζεται...

 

(3) Τα βιβλία αφορισμών του Ν.Δ. (από τη Δυστυχία τού να είσαι Έλληνας ώς το Φως των Ελλήνων και από τη Χώρα του Εδώ και Τώρα ώς το Ειρωνικό Νεοελληνικό Λεξικό): παρά την ειδολογική τους διακήρυξη, προορίζονται (και εντέλει απαιτούν) μια συνολική ανάγνωση. Η αυτονόμηση αποσπασμάτων από αυτά, όσο ελκυστική κι αν δείχνει, συχνά οδηγεί είτε σε παραναγνώσεις είτε (και αυτό πιθανώς να είναι ακόμη χειρότερο) σε ερμηνευτικές απλουστεύσεις.

 

 Ό,τι απέμεινε ήταν το πεδίο επιλογής αυτής της ανθολογίας. Τα 141 κειμένα επιλέχτηκαν από ένα υλικό οχτώ ή δέκα φορές μεγαλύτερο, που ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο λέξεις. Ειδολογικά ανόμοια κείμενα συμπλέχτηκαν, δημοσιευμένα κομμάτια εναλλάχτηκαν με αδημοσίευτα, η χρονολογική σειρά ανακατώθηκε (και γι’ αυτό προσδιορίζεται κάτω από κάθε κείμενο), και όλα αυτά ζεύτηκαν σε εννιά μεγάλα Κεφάλαια. Για τον τυχόν βερμπαλισμό ετούτης της δομής ευθύνομαι εγώ — όπως επίσης και για όσες παραλείψεις δεν καθίστανται συγγνωστές από τον αυτονόητο περιορισμό που επιβάλλει η έκταση μιας ανθολογίας.

 

***

 

            Κάπως έτσι συγκροτήθηκαν οι Ασκήσεις ελευθερίας. Στις σελίδες τους ο αναγνώστης θα βρει φιλοσοφικά και πολιτικά δοκίμια, αναλύσεις, επιφυλλίδες, ημερολογιακού χαρακτήρα επίκαιρα, σχόλια, συνεντεύξεις και επιστολές που γράφτηκαν τα τελευταία τριάντα χρόνια — κάποια από αυτά τα κείμενα ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων, λογοκρίθηκαν, επικηρύχτηκαν ή αναθεματίστηκαν από λογιών διαχειριστές της Μεγάλης Αλήθειας. Από τη σιωπή του Θεού και την προπαγάνδα της πίστης ώς τον υπαρξιακό εφιάλτη τον Όργουελ, από το σύστημα ελευθερίας ώς τη φενάκη του έθνους, από την πορνογραφία ως τον ρατσισμό και τη βία, η σκέψη του Δήμου μετεωρίζεται ανάμεσα σε ανυπάκουες καταφάσεις και εξίσου αναπάκουες αρνήσεις, ανάμεσα στον ένθερμο σκεπτικισμό και τη θλιμμένη αισοδοξία, επιμένοντας πως κάθε απόφαση (ή απόφανση) της ζωής μας είναι (ή: μπορεί να είναι) ατομικό διακύβευμα κι όχι συλλογική εθιμοτυπία ή επιβολή. Πιθανώς κάποιοι να διαβάσουν αυτό το βιβλίο ως μια ιδιότυπη ιστορία των ιδεών των τελευταίων 30 χρόνων — στην ουσία, μια ιστορία των ιδεών της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Κάποιοι άλλοι, περισσότερο κι από την κυριολεξία των ιδεών, θα γυρέψουν στις Ασκήσεις ελευθερίας τη στάση ενός στοχαστή απέναντι στα δημόσια γεγονότα των χρόνων του — κι ο Καβάφης, σοφότερος όλων μας, επιμένει πως κάθε στάση νιώθεται.

 

            Εντέλει, στον Επίλογο του βιβλίου διαβάζω τον ένατο στοχασμό από το Εγχειρίδιο ελευθερίας: «Κι όταν λοιπόν οι σκέψεις μου δεν τελειώνουν σε ερωτηματικό, υπάρχει πάντα ένα αόρατο ερωτηματικό στο τέλος τους». Και, υπό τον όρο αυτό, σκέφτομαι, όχι χωρίς συγκίνηση, πως αυτή η ανθολογία είναι περισσότερο ένα στοίχημα για μένα παρά για τον ίδιο τον Δήμου. Μακάρι να αποδειχτεί και ένα στοίχημα για τους αναγνώστες: να μη βρουν στις σελίδες του τις μεγάλες τελεσίδικες απαντήσεις (που έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν) αλλά τα μικρά ερωτηματικά που ο Δήμου επιμένει πως βρίσκονται στο τέλος τής κάθε του πρότασης. Και να τα φυλάξουν τα ερωτηματικά αυτά μέσα στη σκέψη τους, ως ακριβό δώρο — και να τα κάνουν σημείο εκκίνησης για τις δικές τους ασκήσεις ελευθερίας.

 

            Θ. Τ. – Δεκέμβριος 2005

 

 

                Πρόλογος για το βιβλίο του Νίκου Δήμου Ασκήσεις Ελευθερίας (ανθολόγηση: Θανάσης Τριαρίδης), το οποίο κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2006 στη σειρά Αντιρρήσεις των Εκδόσεων «Τυπωθήτω».