Θανάσης Τριαρίδης

 

Μια αφιέρωση και ένα υστερόγραφο

 

1

 

Σήμερα θα σας μιλήσω για μια αφιέρωση: βρίσκεται στην αρχή ενός από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά βιβλία της τελευταίας δεκαετίας. Την αντιγράφω, ελπίζοντας να μεταφέρω τη συγκίνηση που ένιωσα διαβάζοντάς την: Στην Ζερμαίν Τιγιόν που κατάφερε να διασχίσει το κακό χωρίς να θεωρεί τον εαυτό της ενσάρκωση του καλού.

 

Φυσικά οι έλληνες αναγνωστες δεν γνωρίζουν ποια είναι η Ζερμαίν Τιγιόν (και το χειρότερο: δεν ανησυχούν διόλου που δεν την γνωρίζουν): πρόκειται για την κορυφαία γαλλίδα ανθρωπολόγο (τα βιβλία της Τα χαρέμια και τα ξαδέλφια, 1966, και Ήταν κάποτε η εθνογραφία, 1999, θεωρούνται ήδη κλασικά) και ακτιβίστρια. Η Τιγιόν, γεννημένη το 1907, συμμετείχε ενεργά στην γαλλική αντίσταση ενάντια στους Ναζί και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ράβενσμπρουκ (1943-1945) εμπειρία την οποία μετά την επιστροφή της κατέγραψε στο συγκλονιστικό βιβλίο-μαρτυρία Έγκλειστη στο Ράβενσμπρουκ. Έχοντας μελετήσει από την δεκαετία του 1930 ως εθνολόγος τους πληθυσμούς της Αλγερίας και έχοντας εργαστεί για την καταπολέμιση του αναλφαβατισμού στη χώρα αυτή, προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 κατήγγειλε τις σφαγές και τα βασανιστήρια που διέπρατε ο Γαλλικός στρατός στην Αλγερία, συγκρίνοντάς τον ευθέως με τον στρατό των Ναζί (ενώ μια πρόταση της για αλγερινή αυτονομία με εκπαιδευτική υποστήριξη από την πλευρά της Γαλλίας, η οποία αφενός θα απέτρεπε τον πόλεμο και αφετέρου θα επέτρεπε την οικονομική ανάπτυξη της Αλγερίας και την άρση του αναλφαβητισμού, απορρίφθηκε διαρρήδην από τους εξτρεμιστές των δύο πλευρών). Παράλληλα, η Τιγιόν ήταν αυτή που εισηγήθηκε και πέτυχε ήδη από το 1959 την εισαγωγή προγραμμάτων εκπαίδευσης στις φυλακές της Γαλλίας, ενώ επί πέντε δεκαετίες ως ενεργή ακτιβίστρια ασκεί δριμύτατη κριτική σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού, ρατσισμού, αποκλεισμού και εθνοτικής ή ρατσιστικής βίας κατά πληθυσμιακών ομάδων.

 

Το βιβλίο το οποίο αφιερώνεται στην Ζερμαίν Τιγιόν (κι από το οποίο αντλώ τα παραπάνω στοιχεία, καθώς, δυστυχώς, κανένα από τα δικά της βιβλία δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά) είναι το δοκίμιο (;) του γαλλοβούλγαρου εκπατρισμένου Τσβετάν Τοντόροφ Μνήμη του κακού. Πειρασμός του καλού (πρωτοδημοσιευμένο στα γαλλικά το 2000 στα ελληνικά εκδόθηκε το 2003 από τις Εκδόσεις Νεφέλη σε μετάφραση του Κώστα Κατσουλάρη). Είναι μια (πυρακτωμένα νηφάλια) προσπάθεια του Τοντόροφ να αναμετρήσει τα ηθικά όρια του 20ου αιώνα του (και να αναμετρηθεί με αυτά) με άξονα τις ομόκεντρες ιστορίες έξι ανθρώπων που στάθηκαν όρθιοι, ο καθένας με τον τρόπο του, απέναντι στην πρακτική της ανθρωποκτονίας ως μέθοδο εφαρμογής του δικαίου και ηθικής: είναι οι ιστορίες του Βασίλι Γκρόσσμαν, της Μαργκαρέτε Μπούμαν-Νόυμαν, του Νταβίντ Ρουσσέ. του Πρίμο Λέβι, του Ρομαίν Γκαρύ και της Ζερμαίν Τιγιόν. Το βιβλίο του Τοντόροφ είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ειδολογικά και σίγουρα προσωπικότερο από όσο δείχνει: ξεκινάει ως συνέχεια της προηγούμενης δοκιμής του Απέναντι στο Ακραίο (1994, ελληνική έκδοση Νησίδες, μετάφραση Βασίλης Τομανάς) και καταλήγει ως ένα ιδιότυπο αντιμανιφέστο ουμανισμού (ίσως γιατί ο συγγραφέας του δείχνει να πιστεύει πως η ίδια η φύση του ουμανισμού είναι αντίθετη με κάθε μανιφέστο).

 

Δεν θα μιλήσω σε τούτο το σημείωμα για το βιβλίο του Τοντόροφ (ωστόσο δεν αποφεύγω τον πειρασμό να σημειώσω πως η ανάγνωσή του ίσως να κάνει κάπως καθαρότερες τις αιτίες της εμμονής μου στη σφαγή των 32.000 αμάχων Τούρκων και Εβραίων της Τριπολιτσάς από τους Έλληνες εκείνον τον Σεπτέμβριο του 1821), μήτε για τους λόγους που ετούτη η προβληματική των ηθικών ορίων στην ελληνική πραγματικότητα πέφτει στο βαθύ πηγάδι μιας χώρας όπου οι σφαγείς της Σρεμπρένιτσα επί μια δεκαετία λογαριάζονταν για ήρωες (δική μου ερμηνεία: όποιοι επί δύο αιώνες διδάσκονται στα σχολεία τους την σφαγή της Τριπολιτσάς ως θρίαμβο του έθνους, ολωσδιόλου φυσιολογικά θα χειροκροτήσουν τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα ως ηρωική νίκη). Προτιμώ να μείνω στην αφιέρωση του Τοντόροφ προς την Ζερμαίν Τιγιόν που διέσχισε το κακό δίχως να θεωρεί τον εαυτό της ενσάρκωση του καλού: Μεσα σε δώδεκα λέξεις ο γαλλοβούλγαρος (εντέλει: ευρωπαίος) στοχαστής ψαύει μια νέα ηθική πρόταση η οποία είναι απαλλαγμένη από κάθε βεβαιότητα (ή έστω υποψία) ηθικής υπεροχής. Και δεν ξέρω αν ετούτη η αφιέρωση είναι το παράπονό του Τοντόροφ για τον αιώνα που πέρασε ή το αίτημά του για τον αιώνα που έρχεται όμως για μένα είναι μια πρόταση του ουμανισμού στον οποίο θα ήθελα να πιστεύω. Ας πούμε: έναν ουμανισμό που δεν θα ντελαλίζει την ανθρωπιά του ως υπερόπλο, μήτε και ως κανόνα συμμόρφωσης.

 

Να το πω αλλιώς: η αφιέρωση του Τοντόροφ είναι μια πρόταση για μια ηθική που θα έχει στο κέντρο της όχι τις ιδέες μα τις ευκαιρίες του σώματος τις λαχτάρες του και τις ορμές του. Και τούτες οι ευκαιρίες δεν ανήκουν μήτε στο Κακό μήτε στο Καλό - πολύ περισσότερο, δεν ανήκουν στις λογιών εναρκώσεις τους.

 

Με ένα ομόκεντρο υστερόγραφο για τα όρια της ηθικής μας σκοπιάς θα συνεχίσω την επόμενη Κυριακή.

 

 

 

2

 

Την προηγούμενη εβδομάδα σας μίλησα για την αφιέρωση του βιβλίου του Τσβετάν Τοντόροφ προς την Ζερμαίν Τιγιόν που διέσχισε το κακό, δίχως να θεωρεί τον εαυτό της ενσάρκωση του καλού. Συνεχίζοντας στο ίδιο νήμα ανακαλώ ένα μονόστιχο ποίημα: είναι το 98ο από τα ΥΓ. του Μανόλη Αναγνωστάκη (και πάλι ο Αναγνωστάκης, ίσως γιατί πράγματι είναι αναγκαίο να ξαναγυρίζουμε κάθε φορά, έστω και χωρίς σκοπό, στον ίδιο τόπο). Το αντιγράφω από εκείνο το λιανό γκρίζο βιβλίο με τα αρτιμελή σπαράγματα βιβλίο που διαβάζεται ολάκερο σαν καρκινική επιγραφή: Το ενοχλητικότερο ήταν πως επέμενε να γράφει την αλήθεια με άλφα κεφαλαίο.

 

Μια φιλολογικής τάξης έρευνα μπορεί να μας επιβεβαιώσει βάσιμα την αίσθηση πως (και αυτό) το σπάραγμα-ποίημα είναι αυτοσχόλιο. Πράγματι στο ποίημα Χάρης 1944 των πρώτων Εποχών ο Αναγνωστάκης μιλά για τον σκοτωμένο σύντροφό του καταλήγοντας σε δυο έντονα ρητορικούς στίχους (για μένα τους πιο ρητορικούς και, κατ επέκταση, τους πιο αδύναμους μέσα στο ποιητικό σώμα του Αναγνωστάκη): [...] μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες / Που ξανοίγονται εμπρός μας λουσμένες στην Αλήθεια και το αίθριο το φως. Μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες το σπαρακτικό ΥΓ. υπαριθμ. 98 έρχεται να σταθεί κόντρα στις χρυσές πολιτείες που είναι λουσμένες στην Αλήθεια - κόντρα στις Civitas Dei, στις Πολιτείες του Λαού και στις Πολιτείες του Υπέρτατου Όντος, στις κάθε είδους κοσμοδιορθωτικές κατασκευές του Πλάτωνα ή του Αυγουστίνου ή του Ροβεσπιέρου που ακούγονται όμορφες ως φιλολογική υπόθεση, ωστόσο καταλήγουν σε μιαν αράδα γκιλοτίνες σε κάποιαν Πλατεία Δημοκρατίας. Μπορεί να είμαι υπερβολικός μα το πιστεύω: ακόμη κι αν έμενε μονάχα αυτό το ένα ΥΓ. από τον Αναγνωστάκη, θα ήταν ένα από τα σήματα του αιώνα του ένα απρόσμενα καθαρό νεύμα για όσους προχωρούνε μέσα στη νύχτα...

 

Υπάρχουν ποιητές που νιώθεις πως ολόκληρο το έργο τους είναι ένα σύνθεμα από τελευταίους στίχους όπως άλλωστε υπάρχουν και ποιητές που γράφουν μονάχα πρώτους στίχους (κι αυτό δεν είναι λογοπαίγνιο). Είναι μεγάλη υπόθεση (: μεγάλη παρηγοριά) για όλους μας που ο Αναγνωστάκης δεν μας άφησε έναν μονάχα στίχο, μα έντεκα (αν τα μετρώ σωστά) ποιητικά βιβλία. Συχνά πυκνά τον ακούω να απαγγέλλει ο ίδιος τα ποιήματά του (στον δίσκο της Λύρας): κυρίως ακούω όχι τα ίδια τα ποιήματα μα το πώς σταματάει ανάμεσα στους στίχους για να πάρει ανάσα, υπονομεύοντας κάθε υποψία υψηλής ποίησης και μεγάλης αλήθειας κάθε υποψία τελεσίδικου λόγου που θα σφραγίσει την ιστορία. Και σκέφτομαι πως ο Αναγνωστάκης εκτός από τους στίχους του μας άφησε κι αυτές τις ενδιάμεσες ανάσες του κι ίσως αυτές οι ζωντανές ανθρώπινες ανάσες να κάνουν τα ποιήματά του τόσο πολύτιμα. Το σκέφτηκα κάμποσες φορές: αν κάποιος, γυρεύοντας τα ηθικά όρια του 20ου αιώνα, ζητούσε μια (αντίστοιχη του βιβλίου του Τοντόροφ) ελληνική εξάδα εκείνων που διέσχισαν το κακό δίχως να θεωρούν τον εαυτό τους ενσάρκωση του καλού, δεν ξέρω αν θα την συμπλήρωνε, ωστόσο θαρρώ πως θα έβαζε στο κέντρο της εκείνον που έμεινε στο κελί των μελοθανάτων προσπαθώντας να κατανοήσει το Αύριο Πρωί κι όταν βγήκε από ετούτο το κελί πιο πολύ μιλούσε για τους ψαράδες, τους όρθιους και μόνους μέσα στην ερημία του πλήθους.

 

Μα όπως καταλάβατε, φίλοι αναγνώστες, εδώ και δύο εβδομάδες δεν σας μιλώ μήτε για την Τιγιόν, μήτε για τον Αναγνωστάκη: σας μιλάω μονάχα για μια αφιέρωση και για ένα υστερόγραφο. Ίσως, και επί της ουσίας, σας ξαναμιλάω για τα σκόρπια σήματα μιας αντιπρότασης στον ολοκληρωτισμό της αυτοκατάφασής μας, στις μεγάλες θρησκείες μας, στους ακλόνητους στύλους της σοφίας μας, στους αλάθητους ιερείς μας, στους Πατέρες Παντοκράτορες Θεούς μας που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δίκαιους και άδικους, σε πιστούς και απολωλότα πρόβατα, στους μεγάλους ηθικολόγους της Ιστορίας που ανάβουν φωτιές, στήνουν γκιλοτίνες και ρίχνουν κεραυνούς και δίκαιες βόμβες για να εξοντώσουν ό,τι σε αυτούς φαίνεται ως Κακό. Και τι σας λέω: πως στον κόσμο όπου η ηθική ταυτίζεται με τις δοξολογίες του τελετουργικού θανάτου η αφιέρωση του Τοντόροφ για την Ζερμαίν Τιγιόν και το υστερόγραφο του Μανόλη Αναγνωστάκη είναι, για τη δική μου οπτική, προαπαιτούμενα της κάθε αντιπρότασής μας σε ετούτο τον ολοκληρωτισμό της αυτοκατάφασης. Ο Ροβεσπιέρος και ο Σεν Ζιστ, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι, ο Λένιν και ο Στάλιν, ο Μάο και ο Πολ Ποτ και λογιών άλλοι μεγαλοφονιάδες απέδειξαν (σε διαφορες κλίμακες) τι μπορεί να γίνει αν στην ανθρωποκτόνα υφιστάμενη ηθικολογία αντιπαρατάξουμε μια καινούργια ηθική τάξη όπου ο εαυτός μας γίνεται ενσάρκωση του Καλού έτοιμος να αφανίσει ό,τι παρεκκλίνει από τον ηθικό ορίζοντα της καλοσύνης μας. Για αυτό όταν προσπαθούμε να αρθρώσουμε τις λέξεις της στάσης μας, ας έχουμε στο νου μας πως δεν κατέχουμε καμία Αλήθεια με κεφαλαίο Α δεν κατέχουμε παρά μόνο το σώμα μας, τα όνειρα μας και τις νοσταλγίες μας. Και σε ετούτο το σώμα του καθενός μας δεν ενσαρκώνεται το Καλό, το οποιοδήποτε Καλό που ετοιμάζεται να επιβληθεί ηθικά πάνω σε ένα Κακό και να το μηδενίσει ενσαρκώνεται μια ανθρώπινη ύπαρξη όπου εμπεριέχονται, πλεγμένες αξεχώριστα αναμεταξύ τους, όλες οι ανθρώπινες πιθανότητες, ό,τι μάθαμε να λογαριάζουμε για καλό και για κακό, ό,τι μάθαμε να ονομάζουμε μίσος και αγάπη.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής στις 31-7-2005 και στις 07-8-2005.)