Θανάσης Τριαρίδης

 

Ποιος μιλάει πια για τους σκηνίτες τσιγγάνους;

 

 

Ήταν μια από τις λιγοστές καλές ειδήσεις του τελευταίου καιρού: σις 8 Ιουνίου του 2005 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Κοινωνικά Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης μετά από την αναφορά του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα Δικαιώματα των Ρομά (ERRC) κατά της Ελλάδας, αποφάνθηκε πως οι πολιτικές της Ελλάδας στα θέματα στέγασης των Ρομά παραβιάζουν το Άρθρο 16 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη για τρεις, τουλάχιστον, λόγους. Τους αντιγράφω από την απόφαση: α) εξαιτίας του ανεπαρκούς αριθμού κατοικιών αποδεκτής ποιότητας για την αντιμετώπιση των αναγκών των εγκαταστημένων Ρομά, β) εξαιτίας της έλλειψης οργανωμένων χώρων προσωρινής διαμονής για Ρομά που επιλέγουν ή είναι υποχρεωμένοι να είναι μετακινούμενοι, γ) εξαιτίας των συστηματικών εξώσεων Ρομά από καταυλισμούς ή κατοικίες όπου κατοικούν παράνομα. Ήταν η πρώτη απόφαση στην ιστορία της Ευρωπαίκής Επιτροπής σε Συλλογική Προσφυγή για θέματα δικαιωμάτων των Ρομά μια ακόμη πρωτιά της Ελλάδας η Ιταλία και η Βουλγαρία έχουν πάρει σειρά... Η ελληνική κυβέρνηση δεν μπόρεσε καν να ψελλίσει τις γελοίες δικαιολογίες των προηγούμενων χρόνων...

 

Μπορεί κάποιος να παρεξηγηθεί ή να θυμώσει που χαρακτηρίζω μια τέτοια καταδίκη ως πραγματικά καλή είδηση μπορεί να με πει εμπαθή ή και ορκισμένο ανθέλληνα (δεν θα είναι εξάλλου η πρώτη φορά). Μα προφανώς αυτός ο κάποιος θα αγνοεί (ή μήπως θα θέλει να αγνοεί;) πως περισσότεροι από 120.000 πολίτες της Ελλάδας (εξίσου σημαντικοί με τον ίδιο) βρίσκονται καταδικασμένοι από την ελληνική πολιτεία να ζουν πέρα από από κάθε έννοια αθλιότητας. Πως η Έκθεση των Γιατρών του Κόσμου του 1998 θεωρεί τις συνθήκες διαβίωσης στους καταυλισμούς των σκηνιτών τσιγγάνων της Ελλάδας χειρότερους από τα στρατόπεδα της Σάμπρα και της Σατίλα, χειρότερα από τους καταυλισμούς των Κούρδων στο εμπόλεμο Ιράκ. Πως 60.000 παιδιά (εξίσου σημαντικά με τα παιδιά ετούτου του κάποιου) μεγαλώνουν σε νάιλον παράγκες δίχως τουαλέτα, θέρμανση, τρεχούμενο νερό, σχολείο, γιατρό, εμβόλια και ταυτόχρονα ζούνε με τον διαρκή φόβο των δίωξεων από τοπικές αρχές, αστυνομία, αγανακτισμένους πολίτες και παρακρατικούς νεοναζί. Πως κυβέρνηση και πολιτεία, εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια, παίζουν το παιχνίδι σχεδιάζουμε το τίποτε και υλοποιούμε το μηδέν - εν τω μεταξύ γενιές ανθρώπων πετιούνται στο καζάνι της βίας και του φόβου...

Μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα, η τριπλή καταδίκη της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή φαντάζει ως η μοναδική πιθανότητα για να καλυτερεύσει κάπως (να μην κρυβόμαστε: κάπως) η ζωή των σκηνιτών τσιγγάνων. Εφόσον τα συνταγματικά άρθρα περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ας πούμε, το άρθρο 21 ή το άρθρο 25) αντιμετωπίζονται από τις ελληνικές κυβερνήσεις της τελευταίας δεκαετίας ως κενό γράμμα, μόνο μια τέτοια εξευτελιστική απόφαση για ένα κράτος (ιδίως στις περιπτώσεις που συνοδεύεται με κυρώσεις και περιστολή χρηματοδοτήσεων) μπορεί να σπάσει (κάπως) το πλέγμα της κτηνώδους κοινωνικής αδιαφορίας και της εγκληματικής κυβερνητικής φαυλότητας. Πιθανώς αυτά να ακούγονται ως μεγαλόστομες κουβέντες, ως βαριά λόγια που, έτσι κι αλλιώς, γράφονται εκ του ασφαλούς. Δεν αντιλέγω πως τα κείμενά μου γράφονται εκ του ασφαλούς και ίσως μερικοί να ζητούν τις λέξεις που οι ίδιοι χρησιμοποιούν: ας πούμε, λέξεις όπως παραλείψεις, αβελτηρία, ή πρόσκαιρη αδράνεια. Μα όσοι βρεθήκαμε στην κοίτη του Γαλλικου ποταμού το πρωινό κάποιου Σαββάτου ενός Φεβρουαρίου και, πιο συγκεκριμένα, το πρωϊνό εκείνου του Σαββάτου της 19ης Φεβρουρίου του 2000- και βρήκαμε ένα μωρό δύο μηνών να είναι νεκρό, παγωμένο από το κρύο, (στη γειτονιά που ονομάζαμε Δάσος), θαρρώ πως έχουμε τις δικές μας λέξεις: κτηνώδης κοινωνική αδιαφορία και εγκληματική κυβερνητική φαυλότητα. Κι όταν κανείς ξέρει πως 60.000 παιδιά μεγαλώνουν σε τέτοιους μαχαλάδες, δίχως νερό και τουαλέτα, και αυτό το ονομάζει παραλείψεις ή πρόσκαιρη αδράνεια είναι ένας συνειδητός ψεύτης άραγε θα μιλούσε παρόμοια, αν ετούτες οι παραλείψεις αφορούσαν τα δικά του παιδιά;

 

Η απόφαση της 8ης Ιουνίου δεν ήρθε από μόνη της. Η αναφορά του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα δικαιώματα των Ρομά συντάχτηκε και υποστηρίχτηκε από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι όπως και όλες οι αντίστοιχες αναφορές και εκθέσεις των τελευταίων οχτώ χρόνων. Και εύλογα προκύπτει μια απορία: Δεν είναι δα και λίγοι 120.000 άνθρωποι, μήτε και αυτά και όσα συμβαίνουν σε βάρος τους είναι ανεκτά, από όποια ηθική σκοπιά κι αν τα δει κανείς ποιοι άλλοι, πλην του Παρατηρητηρίου, κυβερνητικοί φορείς και μη κυβερνητικές οργανώσεις ασχολούνται σήμερα με τους σκηνίτες τσιγγάνους; Ποιοι αναφέρονται στην ύπαρξή τους; Ποιοι φωνάζουν για τα δικαιώματά τους και για τα δικαιώματά των παιδιών τους και ποιοι σιωπούν;

 

Μια μικρή ανδρομή: κάποτε, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, διαμορφώθηκε μια ισχυρή σύμπραξη Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που είχε πετύχει κάμποσα πράγματα σε σχέση με τους σκηνίτες τσιγγάνους. Με κύριο άξονα τους σκηνίτες τσιγγάνους του Γαλλικού ποτάμου, μια σειρά από οργανώσεις όπως οι Γιατροί του Κόσμου, ιδίως το τότε τμήμα της Θεσσαλονίκης, το Παρατηρητήριο των Συμφωνιών των Ελσίνκι, το Δίκτυο DROM για τα κοινωνικά δικαιώματα των τσιγγάνων και ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου, ακόμη και ορισμένοι κυβερνητικοί παράγοντες, για μια διετία συγκρότησαν έναν πόλο δράσης που έβγαλε στην επιφάνεια την ύπαρξη και την τραγωδία των σκηνιτών τσιγάνω της Ελλάδας. Σταθμοί όλης αυτής της κινητοποίησης ήταν η διεθνοποίηση του προβλήματος και η σύνδεση με το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τα δικαιώματα των Ρομά, οι συνεχείς μηνύσεις και αναφορές για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η εθελοντική δράση στους καταυλισμούς η πρόταση για τους Αυτοδιαχειριζόμενους Οικισμούς, πρόταση που συνδεόταν με τη δίγλωσση εκπαίδευση των τσιγγάνων (το Δίκτυο DROM είχε ετοιμάσει και δίγλωσσο αλφαβητάρι για τα τσιγγανούπουλα) και την επαγγελματική επιμόρφωσή τους ώστε να αποκτήσουν παραγωγικές διεξόδους προς την κοινωνία. Έτσι, υπό την κλιμακούμενη δράση και πίεση της Σύμπραξης, δημιουργήθηκε ο Οικισμός Αγία Σοφία όπου στεγάστηκαν οι 2.500 σκηνίτες τσιγγάνοι που το 1998 διώχτηκαν από τον Εύοσμο και επί δυο χρόνια έμεναν στην κοίτη του Γαλλικού ποταμού. Ο οικισμός Αγία Σοφία κατασκευάστηκε με όλες τις προυποθέσεις που έθεσαν οι ΜΚΟ (λυόμενες κατοικίες, αποχέτευση, δρόμοι, πολύκεντρο, χώροι σχολείου και ιατρείου, λεωφορειακή σύνδεση) και, παρά την μετεγενέστερη σταδιακή κυβερνητική και κρατική εγκατάληψη δράσεων και υποχέσεων, εξακουλουθεί και σήμερα να αποτελεί την σημαντικότερη κρατική δράση (και τη μοναδική ρεαλιστική πρόταση) σε ό,τι αφορά τους σκηνίτες τσιγγάνους.

 

 ΗΗξφξηθΗ έναρξη της λειτουργίας Οικισμού Αγία Σοφία τον Νοέμβριο του 2000 (το όνομα το αποφάσισε το ίδιο το Συμβούλιο Διαχείρισης των τσιγγάνων) αποτέλεσε και το ουσιαστικό τέλος της Σύμπραξης. Το Δίκτυο των εθελοντών του DROM, έχοντας ολοκληρώσει έναν πενταετή κύκλο δράσης που έτσι κι αλλιώς στοχοθετούνταν από την δημιουργία του συγκεκριμένου οικισμού, αυτοδιαλύθηκε την άνοιξη του 2001. Οι Γιατροί του Κόσμου έστρεψαν αλλού τον προσανατολισμό τους (δοκιμάζοντας ταυτόχρονα και την κρίση προσανατολισμού που περίμενε όλες τις αντίστοιχες ΜΚΟ στις αρχές της δεκαετίας που διανύουμε), ενώ τα περισσότερα από τα στελέχη του Συνασπισμού της Αριστεράς που συμμετείχαν ενεργά στη Σύμπραξη αποχώρησαν σταδιακά από το κομματικό προσκήνιο (πολλοί από αυτούς κατέληξαν στην κίνηση της Α.Ε.Κ.Α). Έτσι, η μοναδική Μ.Κ.Ο. που εξακολουθεί να ασχολείται μεθοδικά και επισταμένως με τους σκηνίτες τσιγγάνους απέμεινε το Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι αυτό συντονίζει και μια ομάδα Συνεργαζόμενων Οργανώσεων και Κοινοτήτων για τα Ανθρώπινα Δικαιώματατων Ρομά στην Ελλάδα (με κέντρο βάρους του σκηνίτες), την ΣΟΚΑΡΔΕ. Κι είναι το Παρατηρητήριο που (με τις συνεχής καταγγελίες του σε Ελλάδα και εξωτερικό για τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των σκηνιτών Ρομά), μόνο του πλέον και κόντρα στη γενικευμένη σιωπή, βγάζει προς το έξω την τραγική μοίρα μιας παντοειδώς διωκόμενης και κατετρεγμένης μειονότητας.

 

Τελειώνοντας την μικρή αναδρομή μου, μια παρένθεση για μένα απαραίτητη για να μιλούμε καθάρα: δράση τουΗ Θηξξθοφωηλόσοι παρακολουθούν στενότερα τον χώρο των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων γνωρίζουν πως η δράση του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι είναι συνυφασμένη με τον Παναγιώτη Δημητρά, ο οποίος υπήρξε ο ιδρυτής του και εξακολουθεί να είναι η ψυχή του. Ο Δημητράς έχει δεχτεί πολύπλευρη κριτική: φυσικά και έχει κατηγορηθεί (και αυτός) από τους λογής εθνοφασίστες ως πράκτορας των Αμερικάνων, πράκτορας του διεθνούς σιωνισμού και τα παρόμοια μα αυτά είναι το λιγότερο (εξάλλου κάθε χαρακτηρισμός που προέρχεται από εθνοφασίστες αποτελεί τίτλο τιμής). Βλακώδη θεωρώ και την άλλη συνηθισμένη κατηγορία εναντίον του Δημητρά: το ότι, δηλαδή, η ενασχόλησή του με τα ανθρώπινα δικαιώματα γίνεται σε επαγγελματική βάση θαρρείς και αυτό είναι κακό ή αμαρτία (και η παρατήρηση αυτή γίνεται από έναν άνθρωπο που όλη η εμπλοκή του με τις ΜΚΟ έγινε σε απόλυτα εθελοντική βάση αν αυτό έχει κάποια σημασία). Θεωρούμε απολύτως φυσιολογικό ένας γιατρός ή ένας δάσκαλος ή ένας δικηγόρος να αμείβονται για τη δουλειά τους (τη χαρακτηρίζουμε, μάλιστα, λειτούργημα) γιατί, άραγε, κάποιος που ασχολείται με τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν πρέπει να βιοπορίζεται; Τουλάχιστον το Παρατηρητήριο του Ελσίνκι καταγράφει αναλυτικά στην ιστοσελίδα του τις πηγές της χρηματοδότησής του σε αντίθεση με άλλες κρυφοκρατικοδίαιτες ΜΚΟ με ανύπαρκτη δράση. Φυσικά υπάρχει και σοβαρότερη κριτική: έχω συνάντησει αρκετούς ακτιβιστές και μέλη πολιτικών κινήσεων και ΜΚΟ που έχουν διαφωνήσει έντονα και σε διάφορα επίπεδα με τον Δημητρά, σε ζητήματη δράσης, πρακτικής, αλλά και προσωπικά. Κανένας όμως δεν μπορεί να αμφισβητήσει την πραγματικά τεράστια (τεράστια από πλευράς όγκου και ουσίας), δουλειά που έχει κάνει το Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι την τελευταία δεκαετία σε θέματα μειονοτήτων, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κρατικής και παρακρατική βίας, ρατσισμού και ξενοφοβίας. Κι αυτό είναι ενδεικτικό για την δεκάχρονη προσφορά μιας οργάνωσης που βρίσκεται διαρκώς στο μάτι του κυκλώνα του ελληνικού εθνικισμού και έχει ανοίξει κυριολεκτικά σφραγισμένες πόρτες. Και η παρένθεση κλείνει εδώ.

 

Αναδρομές και παρενθέσεις, κολοβοί απολογισμοί και τύψεις που γυρεύουν (μάταια) να ξεπλυθούν. Όταν μιλώ για τους τσιγγάνους, συχνά, σχεδόν χωρίς να το καταλαβαίνω, γλιστράω και μιλάω για τον εαυτό μου. Ίσως αυτό να είναι βολικότερο, και για μένα και για τον αναγνώστη όμως στους μαχαλάδες τα παιδιά εξακολουθούν να μεγαλώνουν χωρίς νερό και τουαλέτα. Κάποτε, πριν από εφτά χρόνια, στο γέρμα ενός καλοκαιριού, είδα με τα μάτια μου έναν ολόκληρο πληθυσμό 2.500 ανθρώπων να περιφέρεται διωκόμενος γύρω από τη Θεσσαλονίκη κι όπου πήγαινε να στήσει τις νάιλον παράγκες του να έρχονται περιπολικά και να τους το απαγορεύουν. Όταν οι εθελοντές του DROM γυρέψαμε από τους κρατικούς φορείς (το Υπουργείο Εσωτερικών, την Νομαρχία, την Διεύθυνση Υγιεινής) να τους προστατεύσουν, η πρώτη απάντηση ήταν μα ο πληθυσμός που έφυγε από τον Εύοσμο, δεν υπάρχει πια - και δεν μπορούσαν να κρύψουν την ανακούφισή τους που το μεγάλο πρόβλημα είχε λυθεί από μόνο του. Τότε ένιωσα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, τον τρόμο της μουγγής απανθρωπιάς μας: αυτό που ξορκίζαμε ως ενδεχόμενο ήταν (και είναι) η πραγματικότητά μας. Υπάρχουν άνθρωποι που λογαριάζονται ως αναλώσιμοι, περιττό βάρος, έρμα για το αερόστατο της απαίσιας προόδου μας. Σε μια απελπισμένη προκήρυξη (γραμμένη, θυμάμαι, αργά το βράδυ, μαζί με την Αθηνά και τον Δημήτρη) κλείναμε το κείμενο με αυτά τα λόγια: Μην γίνετε ένας ακόμη κρίκος στην αλυσίδα της σιωπής. Κάθε αναφορά στους σκηνίτες τσιγγάνους είναι μια κλωστή που δένει τον κόσμο τους με τον κόσμο μας. Μην αφήσετε αυτήν την κλωστή να σπάσει, γύρω σας και μέσα σας.

 

Τα χρόνια πέρασαν από εκείνον τον Αύγουστο του 1998 κι, αλίμονο, έχω γίνει κι εγώ ένας ακόμη κρίκος στην αλυσίδα της σιωπής. Οι 120.000 σκηνίτες τσιγγάνοι της Ελλάδας εξακολουθούν να διώκονται, να κυνηγιούνται από την αστυνομία και τους δήμους, οι νεοφαασίστες ρίχνουν πλέον μολότοφ στις παράγκες τους. Τα παιδιά τους (ναι, αυτά για τα οποία επιμένουμε πως είναι και δικά μας παιδιά) εξακολουθούν να κοιμούνται στο χώμα και να μεγαλώνουν μέσα στον τρόμο, δίχως τουαλέτα, νερό, εμβόλια, γιατρό, σχολείο. Πλέον όλοι ακολουθούμε την αντανακλαστική βολή μας: κόμματα, ΜΚΟ, πολιτικές κινήσεις, φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης που κάποτε αναζήτησαν μια άλλη στάση από τον διωγμό της τσιγγάνων, πολίτες που τάχα υπερασπιζόμαστε ανθρώπινες αξίες, όλοι εμείς, σιωπούμε εκκωφαντικά. Και οι σκηνίτες τσιγγάνοι απομένουν στην άκρη του πουθενά, εξιλαστήρια θύματα του φαύλου κύκλου της διακίνησης ναρκωτικών (τα οποία κρατιούνται στην παρανομία για να τζιράρουν κέρδος για την αλυσίδα παραγωγός- αστυνομία-έμπορος), προφανής στόχος για την τηλεοπτική δημαγωγία, κάρβουνο στην ατμομηχανή του καλπάζοντος ρατσισμού μας. Απέναντι σε τούτη την αλλόκτη όσο και γενικευμένη κτηνωδία της σιωπής (που είναι η δική μας κτηνωδία κι όχι κάτι που υπάρχει από μόνο του, πέρα και μακριά από εμάς), κάθε φορά που διαβάζω τα δελτία τύπου και τις αναφορές του Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι για τους σκηνίτες τσιγγάνους νιώθω πως υπάρχει μια σταθερή φωνή αντίστασης. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό κι όχι μόνο για τους τσιγγάνους. Γιατί εκείνη η τελευταία παράγραφος της παλιάς προκήρυξης στρέχει ακόμη: έστω κι ένας να κρατάει την κλωστή, κρατάει κάτι από την αξιοπρέπεια όλων μας.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 10-7-2005.)