Θανάσης Τριαρίδης

 

Μικρή σημείωση για το σώμα που πέφτει

 

 

1

 

Ο πρόσφατος θάνατος ενός αγοριού, του Δημήτρη Καρίτσα, μετά από τη (μάταιη) πολύμηνη αναμονή καρδιακού μοσχεύματος (δηλαδή συμβατού δωρητή σώματος) ξαναέφερε στην επιφάνεια έναν ακόμη παραλογισμό της νεοελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας. Σύσσωμος ο τύπος, άλλοτε με τις γνωστές εντυπωσιοθηρικές κορώνες και άλλοτε με τις (κατά το πλείστον επιφανειακές και εύκαιρες) δημοσιογραφικές προσεγγίσεις του, προσπάθησε να απαντήσει στο πώς είναι δυνατόν μια χώρα που είναι (δυστυχώς) πανευρωπαϊκά πρώτη στα ποσοστά τροχαίων ατυχημάτων να βρίσκεται τελευταία (με συντριπτική απόσταση από την πρώτη Ισπανία) στις λίστες με τους δωρητές οργάνων σώματος. Φυσικά η συζήτηση κράτησε, ως συνήθως, μιάμιση τηλεοπτική ημέρα και μέσα σε αυτήν, κάποιοι πρόλαβαν να διαρρεύσουν πως ο Υπουργός Υγείας έκλαψε όταν άκουσε την είδηση (αυτό το κλάμα, ωστόσο, δεν τον εμπόδισε να μοιράσει την απάνθρωπη εγκύκλιο περί της υποχρέωσης των νοσοκομειακών γιατρών να μην εξετάζουν ανασφάλιστους μετανάστες κι εδώ η απάνθρωπη και ανήθικη από κάθε ιατρική δεοντολογία εγκύκλιος του Ν. Κακλαμάνη έρχεται ως συνέχεια της εξίσου απάνθρωπης και ανήθικης εγκυκλίου του Α. Παπαδόπουλου, του κυβέρνησης Πα.Σο.Κ., αν θυμάστε).

 

Πόσο υποκριτικά μοιάζουν όλα αυτά η οργή μας, η αγανάκτησή μας, η θλίψη μας για το ότι δεν βρέθηκε μόσχευμα για τον Δημήτρη Καρίτσα; Αλήθεια, πότε λογαριάσαμε την ανθρώπινη ζωή, το τρεμάμενο σώμα του ανθρώπου, ως πρώτη και αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα της κοινωνία μας, της παιδείας μας, του πολιτισμού μας; Δομήσαμε τον κόσμο μας πάνω σε αποκρουστικά εθνικιστικά ψέματα, χωρίζουμε τα κόκκαλα των σφαγμένων νεκρών σε μιαρά και ιερά, πανηγυρίζουμε με επετείους τον χαλασμό όσων μας είπανε πως είναι εχθροί μας, εγκαταστήσαμε τον στρατό, έναν θεσμό τελετουργικού φόνου που σε διδάσκει το πώς να σκοτώνεις (το να ρίχνεις κάτω τα ανθρώπινα σώματα), στο κέντρο της ζωής μας και ονομάζουμε όσους αντιστέκονται στην τελετουργική κτηνωδία του προδότες (πρόσφατα το Στρατοδικείο Θεσαλονίκης καταδίκασε σε δεκαπέντε μήνες φυλάκισης τον αρνητή εφεδρικής στράτευσης Νίκο Μπαλτούκα επειδή αρνήθηκε να συμμετάσχει σε μια άσκηση πέντε ημερών). Στα σχολεία μας διδάσκουμε μαθήματα θρησκευτικού μίσους και προκρούστιας ιστορικής μνήμης, ενώ εγκαταστήσαμε ως ρυθμιστές-κριτές και ελεγκτές της ζωής επίσημες θρησκείες που λογαριάζουν το σώμα για εχθρό και τις λαχτάρες τους για αμαρτία. Διόλου απρόσμενα ο νεοκλεγείς φασίστας πάπας Ρέτζιγκερ και ο εν Ελλάδι παρακρατικός εθνοφασίστας αρχιεπίσκοπος μοιάζουν να ομονοούν: τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι για αυτούς κάτι σαν αμαρτία, διότι το σώμα των ανθρώπων ανήκει στον Θεό τους δηλαδή σε αυτούς τους ίδιους που μιλούν για λογαριασμό του.

 

Αυτοί είμαστε: συνωστιζόμαστε στις παρελάσεις να δούμε να περνούν υπερήφανες συστοιχίες πυραύλων και στα γήπεδα τραγουδάμε εν χορώ δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ. Εμείς, που εκθρέφουμε με την ανοχή και τη συνενοχή μας την εμπορία των ανθρώπων (γιατί αυτό είναι το trafficking: η μετεξέλιξη του δουλεμπορίου - μαζί με τα όπλα η νέα πιο επικερδής παγκόσμια αγορά). Εμείς, που φαντασιωνόμαστε κλειστές κοινωνίες, μισούμε του μετανάστες, τους υπολογίζουμε σαν καύσιμο της ευημερίας μας και τις νύχτες φορούμε λευκές κουκούλες για να κάψουμε τους διαφορετικούς. Κι έπειτα, ενώ παρκάρουμε το αμάξι μας πάνω στις ράμπες των αναπήρων, απορούμε που κανείς δεν δίνει αίμα στις αιμοδοσίες και που κανείς δεν γίνεται δωρητής οργάνων. Κι όταν βλέπουμε τον Μπαλτούκα να φυλακίζεται για να προστατεύσει κάτι από την αξιοπρέπεια του σώματός μας, κι όταν βλέπουμε τον Μπαχόζ να κλείνει την τέταρτη εβδομάδα της απεργίας πείνας στο αντίσκηνό του κάτω από την Καμάρα διεκδικώντας το δικαίωμά του να προφέρει το αυτονόητο habeo corpus, γυρίζουμε αλλού το κεφάλι. Είμαστε απόλυτα μοντέρνοι.

 

Κάπως έτσι δεν βρέθηκε το κρίσιμο μόσχευμα για τον Δημήτρη Καρίτσα. Δεν λογαριάζουμε για αξία το τρεμάμενο σώμα των ανθρώπων, ακριβώς γιατί δεν προσβλέπουμε σε αυτό, γιατί το αφήνουμε έξω από τις μεταφυσικά ή τα μεταπολιτικά ξόρκια μας. Σε πείσμα του Χέμιγουεϊ και επαληθεύοντας τη σκοτεινή υποψία του Λέβι, νικιόμαστε. Και κάνουμε τη βία έναντι ετούτου του σώματος που πέφτει τρόπο ζωής.

 

 

 

2

 

Το 1981 ο Στήβεν Σπίλμπεργκ κυκλοφορεί στους κινηματογράφους πιθανώς την εμβληματικότερη εμπορική επιτυχία του μεταπολεμικού αμερικάνικου (διάβαζε: παγκόσμιου) σινεμά. Όσοι, όντας παιδιά, συνωστιστήκαμε στις σκοτεινές αίθουσες για να δούμε τους Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού, δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσουμε τη σκηνή: ενώ οι κακοί (στην προκειμένη περίπτωση Άραβες) προσπαθούν (μάταια) να στριμώξουν τον Ιντιάνα Τζόουνς, κάποτε πετιέται ένας αντίπαλος (φαινομενικά) ζόρικος. Είναι ντυμένος στα μαύρα και φορά απειλητικό κεφαλομάντηλο βλέπουμε μόνο τα μάτια του. Αρχίζει με το σπαθί του να κάνει απειλητικά ακροβατικά μπροστά στον Χάρισον Φόρντ: είναι προφανές πως είναι κάτοχος πολεμικών τεχνών, κάτι σαν μασκοφόρος Νίντζα. Ο ήρωας μας παραμένει βαριεστημένος (cool θα τον λέγαμε σήμερα): αυτός δεν ξέρει κόλπα μα έχει πιστόλι. Με σαδιστική νωχέλεια το βγάζει και πυροβολεί τον σαλτιμπάγκο κακό - μπαμ και κάτω. Το σινεμά ξεσπά σε χειροκροτήματα.

 

Τόσο απλά: αρκούσε ένα σκηνοθετικό κόλπο για να συνταχτούμε οι πιτσιρικάδες ολόκληρου του δυτικού κόσμου και να χειροκροτήσουμε μια πιστολιά. Μα τι χειροκροτήσαμε, ποια νίκη, ποιανού; Αλίμονο: χειροκροτήσαμε ένα σώμα που πέφτει. Χειροκροτήσαμε έναν άνθρωπο που χάνεται δίχως να δούμε καν το πρόσωπό του και δεν σκεφτήκαμε τίποτε για ετούτο το σώμα και ετούτο το πρόσωπο. Κι είχε τέτοια επιτυχία η σκηνή που τρία χρόνια αργότερα ο Σπίλμπεργκ την επανέλαβε, στον Ναό του Χαμένου Θησαυρού: τούτη τη φορά ο Ιντιάνα Τζόουνς ψάχνει χαμογελώντας το πιστόλι για να ξαπλώσει τον ζόρικο εχθρό, μα δεν το βρίσκει. Κανένα πρόβλημα: με μια μπουνιά θα τον γκρεμοτσακίσει πάμε παρακάτω.

 

Δεν γράφω αυτήν την ιστορία για να ριχτώ εκ του ασφαλούς στον Σπίλμπεργκ, στον οποίο εξάλλου οφείλουμε δύο από τα ουμανιστικότερα παραμύθια της ιστορίας του σινεμά (γιατί ως τέτοια λογαριάζω τις Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου του 1977 και τον ΕΤ του 1982: ας πούμε, η αριστουργηματικά απλή και για αυτό αξεπέραστη- σκηνή όπου ο Εξωγήινος καμώνεται το άψυχο παιχνίδι ανάμεσα στα λούτρινα αρκουδάκια είναι, για μένα, ένα από τα όρια του ανθρώπινου υποκειμενικού βλέμματος). Αν κάτι με κάνει να επιμένω στη σκηνή του Ιντιάνα Τζόουνς είναι για υπογραμμίσω πως η αυτοτροφοδοτούμενη βία εναντίον του ανθρώπινου σώματος, πέρα από οργανική αρχή των θρησκειών (είτε θυμόμαστε τη Θυσία του Αβράαμ, είτε την αποκαλυπτική Λίμνη της Φωτιάς, είτε τις ντιρεκτίβες του Κορανίου), είναι το κεντρικό θεμέλιο της μαζικής κουλτούρας μας: για μας ήταν ο Ιντιάνα Τζόουνς, ο Μπρους Λη και ο Δικαστής Ντρεντ, ακολούθησε ο Ράμπο και ο Σβαρτζενέγκερ, σήμερα παίζει μπάλα ο Χ-Man και αυτό το αλλόκοτο play station με το υποκειμενικό πλάνο που σκοτώνεις μια αράδα εχθρούς αυτό που παίζουν όλοι οι έφηβοι και προέφηβοι όποτε μπαίνω σε internet cafe. Κάποιος (ή κάποια) μπορεί να πει πως αυτό αφορά τα αγόρια, τα αρσενικά, πως η μαζική βία είναι κομμάτι της αντρικής κουλτούρας της αρσενικής ανατροφής. Ναι, αυτό ισχύει - μα είναι η μισή αλήθεια. Την άλλη μισή την καταγράφει η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς στους σπαρακτικούς Μολυβένιους στρατιώτες της, μιλώντας για το σοβιετικό έγκλημα στο Αφγανιστάν: την αρσενική ανατροφή την δίνουν οι ίδες οι μητέρες στους γιους τους αλλιώς: τους στρατιώτες-σκλάβους τους γεννούν γυναίκες-σκλάβοι και μεγαλώνουν στη σκλαβιά της συλλογικής βίας, του τελετουργικού χαμού, της δοξολογίας του φόνου.

 

Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο της μαζικής κουλτούρας είναι πως μέσα από μια ιδιότυπη διαδικασία ουσιαστικά παράγεται από το ίδιο το κοινό που την καταναλώνει. Αυτή η αλλόκοτα αμφίδρομη διαδικασία πέραν όλων των άλλων απενοχοποιεί: το είμαστε όλοι μαζί σημαίνει δεν ήμουν εγώ. Μένω στον κινηματογράφο που για σχεδόν έναν αιώνα στάθηκε το κυρίαρχο όργανο ετούτης της μαζικής κουλρτούρας η πορεία του Σπίλμπεργκ κάτι μας λέει: ένας από τους χαρισματικότερους δημιουργούς του καιρού μας χρειάστηκε για να πείσει για την αξία του τα σαγόνια ενός καρχαρία-Κτήνους της Αποκάλυψης και έναν πιστολά αρχαιολόγο που ρίχνει κάτω τους κακούς με ένα μπαμ, μασώντας τσίχλα και κλείνοντας το μάτι στην πιτσιρικαρία του καιρού του. Ωστόσο και αυτός σήμερα μοιάζει αρχαιολογία, καθώς τα πράγματα πρέπει να είναι αρκούντως ωμά: οι έτσι κι αλλιώς μανιχαϊστικές φωτοσπάθες του Λουκ Σκαϊγουότερ έναντι της Αυτοκρατορίας του Κακού δεν φτάνουν επιπλέον κουβαλούν μαζί τους κι ένα παρωχημένο εμπροικά μυθολογικό υπόβαθρο. Πλέον η σάρκα πρέπει να κόβεται και το αίμα να πετιέται μπροστά στον πελάτη, δίχως καν να προαπαιτείται κάποιος μύθος πάθους ή εκδίκησης αυτό δεν είναι και η ιδεολογία του σπλάτερ ή του μάνγκα ή του όποιου μετά-μάνγκα; Και η περίπτωση του (επ ουδενί ατάλαντου) Κουέντιν Ταραντίνο είναι χαρακτηριστική: υπό το πρόσχημα του τάχα αναστοχασμού πάνω στο Pulp Fiction των περασμένων δεκαετιών, το αναπαράγει απενοχοποιημένα στην ενήλικη εκδοχή του γεμίζει την οθόνη με αίμα και τις αίθουσες με πελάτες.

 

Να γιατί την άνοιξη του 2005 δεν βρέθηκε το κρίσιμο καρδιακό μόσχευμα για τον Δημήτρη Καρίτσα: γιατί τα παιδιά που χειροκροτήσαμε το μπαμ του Ιντιάνα Τζόουνς γίναμε μαθητές που μάθαμε πως στη σφαγή της Τριπολιτσάς οι σφαγμένοι άμαχοι Τούρκοι ήταν μιαρά σκυλιά, κατοπιν πιστοί δούλοι του Θεού που λογαριάζουμε τους αλλόθρησκους για εχθρούς μας, έπειτα φαντάροι που τραγουδάμε στις πρωινές μας ασκήσεις πού θα πιούμε το αίμα τους; - στον Βόσπορο. Κάποιος μπορεί να πει πως η βία είναι ανθρώπινο ένστικτο πως κυβερνιέται από την βαθύτερη ορμή μας για την καταστροφή. Σκέφτομαι τι έχω να απαντήσω σε αυτό: θυμάμαι το αγκάλιασμα του Σαρλό με εκείνο το χαμίνι του 1921, την ώρα που το μαζεύουν οι χωροφύλακες, Θυμάμαι το παραμύθι του Σεντ Εξιπερί: όταν διάβασα για εκείνον τον πρίγκιπα που θα θελήσει να δαγκωθεί από το φίδι, μόνο και μόνο για να γυρίσει στον πλανήτη του και να ποτίσει το τριαντάφυλλό του, σκέφτηκα πως αυτός δεν νικιέται με τίποτε και από κανέναν. Ήμουν παιδί και δεν μπορούσα να υπολογίσω πως κάθε φορά που αποδεχόμαστε τη βία (κάθε λογής βία) δίχως αντίσταση, ένα τριαντάφυλλο σε κάποιον μακρινό αστεροειδή μαραίνεται, χαλνάει.

 

Κάπως έτσι νικέται ο πρίγκιπας του Εξιπερί: κάποιος πυροβολεί, ένα σώμα πέφτει κι όλοι μες στο σινεμά χειροκροτούμε.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 12-6-2005 και στις 19-6-2005.)