Θανάσης Τριαρίδης

 

Ο Μπαχόζ πεθαίνει

 

(αντί σημειώματος για τον Μανόλη Αναγνωστάκη)

 

 

Εδώ και τρεις εβδομάδες, προσπαθώ, μέσα στον ασφυκτικό χώρο μιας επιφυλλίδας, να καταγράψω σκέψεις (: υποψίες; ενοχές;) για το τρεμάμενο ανθρώπινο σώμα που πέφτει. Ετούτη η καταγραφή ορίζεται, αλίμονο, από δύο όρια της επικαιρότητας. Από τη μια ήταν ο αργός θάνατος του δωδεκάχρονου Δημήτρη Καρίτσα, καθώς επί ένα χρόνο δεν βρέθηκε καρδιακό μόσχευμα σε μια χώρα που έχει τη θλιβερή πανευρωπαϊκή πρωτιά στα τροχαία δυστυχήματα. Από την άλλη είναι η απεργία πείνας του Ζουλκούφ Μουράτ Μπόρα - φίλοι και γνωστοί στη Θεσαλονίκη τον ξέρουνε με το όνομα Μπαχόζ. Ο Μπαχόζ είναι Κούρδος από την περιοχή του Νταγιαρμπακίρ και σπουδάζει στη Σχολή Δημοσιογραφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου εδώ και δέκα χρόνια ο Μπαχόζ είναι Θεσσαλονικιός, συμπολίτης μας...

 

Ο Μπαχόζ καταζητείται στην Τουρκία για τη συμμετοχή του στο πολιτικό σκέλος της κουρδικής αντιπολίτευσης δηλαδή: καταζητείται από ένα κτηνώδες εθνικιστικό κράτος που εδώ και δεκαετίες επιχειρεί την πνιγηρή εξόντωση των Κούρδων, μια πρώτου μεγέθους γενοκτονία. Ωστόσο, η απεργία πείνας που ξεκίνησε στις 17 Μαΐου του 2005 έχει ένα μάλλον ασυνήθιστο όσο και αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό: δεν γίνεται γιατί επαπειλούνταν η απέλασή του ή κάποιο άλλο διοικητικό μέτρο σε βάρος του. Όσο κι αν σε πολλούς μοιάζει ακατανόητο ή και απίστευτο, ο Μπαχόζ ξεκίνησε και συνεχίζει μια απεργία πείνας επί της διαδικασίας: διεκδικεί το πολιτικό άσυλο που δικαιούται ώστε να πάψει να εξαρτά τη ζωή του από χαριστικές διοικητικές πράξεις. Με άλλα λόγια: ζητάει την εφαρμογή της απόφασης της 6μελούς Επιτροπής Πολιτικού Ασύλου, που το φθινόπωρο του 2002 με ψήφους 5-1 είχε γνωμοδοτήσει πως έπρεπε να του χορηγηθεί πολιτικό άσυλο από την Ελληνική Πολιτεία. Επί τρία χρόνια ετούτη η γνωμοδότηση αιωρούνταν σε ένα αβέβαιο πουθενά: κι όταν άρχισε η απεργία πείνας του, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης (που, ουσιαστικά, κατά παράβαση κάθε νομικής τάξης λειτουργεί και ως πρώτος και ως δεύτερος βαθμός) απέρριψε το αίτημα για την χορήγηση του ασύλου, αποδεικνύοντας πως η Επιτροπή Πολιτικού Ασύλου γνωμοδοτεί στο κενό ενός φοβικού και απάνθρωπου κράτους, άξιου συνοριοφύλακα μιας συρματόφρακτης Ευρώπης. Φυσικά το χάπι χρυσώθηκε: στον Μπαχόζ χορηγήθηκε ετήσια άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους - και με τη σειρά του ο Μπαχόζ αρνήθηκε ετούτο το φενακισμένο δώρο: εδώ και μια εβδομάδα έχει σταματήσει το αλάτι και τη ζάχαρη και είναι πια στο νοσοκομείο σε κατάσταση ύψιστου κινδύνου ζωής στα πρόθυρα του θανάτου...

 

Μπορεί κάποιος να ρωτήσει: αφού η υπουργική απόφαση που απέρριψε την αίτηση ασύλου χορηγεί στον Μπαχόζ ετήσια άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, γιατί αυτός επιμένει σε μια μέχρι θανάτου απεργία πείνας; Γιατί, σε πείσμα των (συχνά υποκριτικά λελογισμένων) τακτικισμών μας, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που είναι διατεθημένοι να παίξουν το κεφάλι τους για ένα διακύβευμα επί της διαδικασίας, μόνο και μόνο για να διεκδικήσουν ένα ανθρώπινο δικαίωμα: το δικαίωμα του να υπάρχεις χωρίς να προφασίζεσαι. Ο Μπαχόζ ζητά το αυτονόητο: να ζει ελεύθερος, δίχως να φυλακίζεται, να βασανίζεται και να τρομοκρατείται για τις ιδέες του και επιμένει να λογαριάζει ετούτο το αυτονόητο για δικαίωμά του και όχι για ελεημοσύνη διαφόρων γελοίων όσο και θλιβερών Υπουργών Δημόσιας Τάξης (προηγουμένων και τωρινών). Ο Μπαχόζ δεν αγωνίζεται για τον εαυτό του ή για κάποιους στενά προσδιορισμένους συντρόφους: αγωνίζεται για όσα η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. ζητάει από την Ελλάδα τον Νοέμβριο του 2004, καθώς με έκθεσή της καταγγέλει το κατάπτυστο ποσοστό του 0,3% των αιτήσεων που γίνονται δεκτές, τον προσχηματικό ρόλο του πρώτου βαθμού ελέγχου των αιτήσεων (είναι πάντοτε απορριπτικός), το ότι οι θετικές γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Προσφυγών αγνοούνται επιδεικτικά (μετατρέποντας την Επιτροπή σε ένα ακόμη άλλοθι της κρατικής απανθρωπιάς)... Με άλλα λόγια: ο Μπαχόζ υπερασπίζεται τη Συνθήκη της Γενεύης μα και το ίδιο το Σύνταγμά μας απέναντι σε ένα κράτος που παρανομεί. Να γιατί η αυτοκτονική πείνα του δεν είναι ένα πείσμα ή ένα αυτάρεσκο καπρίτσιο. Είναι ένας αγώνας για όλους τους πρόσφυγες που εγκαταλείπονται στο πουθενά, ένας αγώνας ό,τι ονομάζουμε δημοκρατία, για ό,τι θέλουμε να λογαριάζουμε για ανθρωπιά. Είναι ένας αγώνας για σένα και για μένα για τα παιδιά μας.

 

Σε τούτη τη στήλη επιμένω συχνά στον Πρίμο Λέβι λογαριάζω πως το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος μαζί με τον Μικρό Πρίγκιπα του Σεντ Εξιπερί συνιστούν το αλληλοσυμπληρούμενο διπλό βιβλίο του 20ου αιώνα, ένα διπλό βιβλίο που (γραμμένο στην κρίσιμη εξαετία 1940-1946) ψαύει τα όρια της βίας μας και της ανθρωπιάς μας. Στη μαρτυρία του Λέβι, στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται Ο Τελευταίος, διαβάζουμε μια από τις αγριότερες παραβολές ετούτων των ορίων. Είναι η πασίγνωστη σκηνή όπου οι μελλοθάνατοι κρατούμενοι του Άουσβιτς συγκεντρώνονται για να παρακολουθήσουν υποχρεωτικά την παραδειγματική εκτέλεση ενός συγκρατούμενού τους που βοήθησε την εξέγερση σε ένα Λάγκερ του Μπίρκεναου. Οι Γερμανοί τους διαβαζουν την απόφαση του απαγχονισμού και τους ρωτάνε Καταλάβατε; (Habt ihr verstanden?). Κι ο Λέβι συνεχίζει: Ποιος απάντησε Jawohl; Όλοι και κανένας: ήταν σαν η καταραμένη υποταγή μας να ενσαρκώθηκε από μόνη της, σαν να μετατράπηκε σε μια συλλογική φωνή πάνω από τα κεφάλια μας.

 

Δεν έχω αμφιβολία πως ο Λέβι είναι ιδιαίτερα σκληρός (: άδικος) με τον εαυτό του και τους συγκρατούμενούς του: μέσα στο Άουσβιτς εκείνου του Οκτωβρίου του 1944 όποιος έλεγε κάτι διαφορετικό από το Jawohl εκτελούνταν επί τόπου. Ωστόσο, η παραβολή του, μεταφερμένη έξω από τον κόσμο του Λάγκερ, γίνεται σπαρακτικά καίρια: Ζούμε (έτσι επιμένουμε, δίχως την παραμικρή επιφύλαξη) σε χρόνο μετά το Άουσβιτς κι ωστόσο εξακουλουθούν εμπρός μας, όλο και πιο φυσιολογικές στα μάτια μας οι τελετουργίες του φόνου όλο και περισσότερο μηχανικά ψιθυρίζουμε, ως σωστή περήφανη πλειοψηφία, το απαίσιο Jawohl μας. Εϊμαστε εμείς, οι όλοι και κανένας: ζούμε με την μηχανική ομολογία της μεγάλης ήττας μας κάθε φορά που το ανθρώπινο σώμα πέφτει, κάθε φορά που μετανάστες πνίγονται σε σαπιοκάραβα, σκάζουν στους διπλούς πάτους των φορτηγών και κομματιάζονται από τις νάρκες, κάθε φορά γυναίκες και παιδιά μεταφέρονται ως σκλάβοι και ονομάζονται πακέτα, κάθε φορά που η Αστυνομία διώχνει τους τσιγγάνους από τις παράγκες τους και οι δήμαρχοι τους κλειδώνουν τις βρύσες του νερού. Είμαστε εμείς: προφέρουμε το Jawohl μας, προσευχόμαστε κάθε βράδυ να μας βρει απαράλλαχτους το ξημέρωμα, κατόπιν σβήνουμε το φως.

 

Στον (κάποτε εμβληματικό) Καιόμενο, ένα ποίημα γραμμένο πριν από πενήντα χρόνια, ο Τάκης Σινόπουλος δεν άφηνε περιθώρια για αυταπάτες: Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές / άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Μπαχόζ διάλεξε να μπει μόνος του μέσα στη φωτιά για διεκδικήσει ένα κοινό δικαίωμα. Και τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Μπαχόζ πεθαίνει ένα ακόμη τρεμάμενο ανθρώπινο σώμα πέφτει. Κι ενώ έξαφνα τα ραδιόφωνα μιλούνε για τον θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη, εκείνη η αλλόκοτα σταθερή φωνή του εξακολουθεί (ακόμη και η ανάσα του ακούγεται ανάμεσα από τις λέξεις): το θέμα είναι τώρα τι λες. Τι λέμε, λοιπόν, για ετούτον τον Μπαχόζ που χάνεται κρατώντας όρθιο το αλεξικέραυνο της Πράξης; Πλέον το ερώτημα έχει μεταφερθεί σε εμάς, είναι δικό μας, αντίτιμο της νύχτας μας: θα μείνουμε και πάλι σιωπηλοί για να αποδεχτούμε για μια ακόμη φορά την μεγάλη ήττα - θα προφέρουμε ξανά εκείνο το απαίσιο Jawohl μας;

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 26-6-2005. Μετά από κινητοποιήσεις φορέων, οργανώσεων και πολιτών της Θεσσαλονίκης γύρω από το θέμα του πολιτικού ασύλου, αλλά και επερωτήσεις στο Ελληνικό Κοινοβούλιο από τον Συνασπισμό της Αριστέρας, ο Μπαχόζ ξανάρχισε να σιτίζεται στις 30-6-2005, μετά από 45 ημέρες απεργίας πείνας.)