Θανάσης Τριαρίδης

 

Μικρή σημείωση για την αγωνία της μνήμης

 

 

 

1 Άουσβιτς: ο αγώνας της μνήμης

 

Βλέπω στην τηλεόραση τα εγκαίνια του Μνημείου του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο. 2.711 ανισόπεδοι όγκοι-στήλες από μπετόν σπαρμένοι από τον Πήτερ Έιζενμαν στην καρδιά της άλλοτε πρωτεύουσας του Χίτλερ, σχεδόν απέναντι από την Πύλη του Βραδεμβούργου και πλάι στο Ράιχσταγκ ένα αλλόκοτος αχανής λαβύρινθος (νεκροταφείο; - πολιτεία χωρίς παράθυρα;) δίχως είσοδο και έξοδο. Προφανής στόχος: να στηθεί μια προβολή του Άουσβιτς στην καρδιά του Βερολίνου. Αλλιώς: μια μπαρόκ προσπάθεια μνημείωσης του μεγαλύτερου τελετουργικού εγκλήματος της ιστορίας μέσα στα όρια του μεταμοντέρνου, εκεί δηλαδή όπου η μνήμη εκχωρεί σημαντικό μέρος της λειτουργίας της στην αίσθηση μα αυτός ακριβώς δεν είναι ο κρίσιμος μετασχηματισμός που γυρεύουμε από την τέχνη;

 

Το μνημείο του Έιζενμαν είναι έργο προγραμματικά μεγαλειώδες (και η λέξη δεν χρησιμοποιείται δημοσιογραφικά), για το οποίο υπήρξε μεγάλη συζήτηση πολύπλευρες κριτικές: μερικοί επικρίνουν τον δημιουργό του καθώς προέταξε βιομηχανικούς όγκους για να εκφράσει τις ανθρώπινες τραγωδίες εκατομμυρίων θυμάτων, κι άλλοι πάλι λένε ότι αυτή ακριβώς η μεταφορά της αίσθησης της εκμηδενισμένης ύπαρξης εντός των όγκων είναι η καλλιτεχνική του δύναμη. Κάποιοι λένε πως το μνημείο δεν καταδεικνύει την αιτιακή σχέση ανάμεσα στους δημίους και στα θύματα (η συνέχεια του επιχειρήματός τους είναι πως δεν επιτρέπεται να γίνεται τέχνη σε ένα μνημείο μνήμης νεκρών), ενώ κάποιοι άλλοι (και πολύ ορθά) επισημαίνουν την απουσία μνείας για τους αφανισμένους τσιγγάνους του Ολοκαυτώματος (των οποίων ο αριθμός φτάνει το μισό εκατομμύριο). Φυσικά κάποιοι μιλούν και για το υπέρογκο κόστος αυτού του μνημείου (27,4, εκατομμύρια ευρώ) κριτική στην οποία στήνουν ευήκοον ους οι πολυάριθμοι φανεροί και κρυφοί αντισημίτες της Ευρώπης. Καμποσοι (νεοναζί και άλλοι) αντέδρασαν με διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες - και φυσικά υπήρξε και η απαραίτητη ειρωνία της ιστορίας: το 2003 αποκαλύφτηκε ότι η εταιρία χημικών Ντεκούσα που προμήθευσε υλικό προστασία τους μνημείου από γκράφιτι είχε άμεση (θυγατρική) σχέση με την εταιρία που έξι δεκαετίες νωρίτερα παρασκεύαζε το Ζικλόν Β, το θανατηφόρο αέριο των θαλάμων αερίων το δίχως άλλο, αν ζούσε ο Μπρεχτ από ετούτη την ιστορία θα έφτιαχνε ποίημα.

 

Ψυχή της προσπάθειας για την ανέγερση του μνημείου στάθηκε η δημοσιογράφος Λέα Ρος, μια εξηνταοχτάχρονη σήμερα Γερμανίδα (που, σημειωτέον, παρά την μια Εβραία γιαγιά της, δεν είναι Εβραία στο θρήσκευμα). Η Ρος, για σχεδόν δύο δεκαετίες, προπαγανδίζει την αναγκαιότητα της ύπαρξης ενός τέτοιου μνημείου και ήταν αυτή που δημιούργησε την όσμωση και τη συμπαράταξη η οποία οδήγησε και στην πολιτική απόφαση για την ανέγερσή του (το 1992 με απόφαση του Γερμανικού Κοινοβουλίου και ψήφους 314 υπερ και 209 κατά). Σε κείμενο του Γιώργου Αγγελόπουλου (Τα Νέα, 13 Μαίου 2005) διαβάζω πως η Ρος είναι ιδιαίτερα αντιπαθής στη γερμανική κοινή γνώμη: την κατηγορούν για ανειλικρίνια και έπαρση και αποδίδουν τα κίνητρα της προσπάθειάς της όχι σε κάποιον ιδεαλισμό μα στην αχαλίνωτη εγωπάθειά της και την ανάγκη της για προσωπική προβολή. Εκείνη απαντά κοφτά στους επικριτές της: Μια μέρα όλοι στη Γερμανία θα μας ευγνωμονούν για όσα κάναμε. Ένα μνημείο που προσφέρεται από τον λαό των δημίων στον λαό των θυμάτων, δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο.

 

Δεν ξέρω αν η Ρος είναι πράγματι αντιπαθής ή εγωπαθής ή υπερφιλόδοξη και επί της ουσίας δεν με ενδιαφέρει. Αν όμως όντως το μνημείο φτιάχτηκε χάρη στις προσπάθειές της, αναμφίβολα της οφείλουμε ευγνωμοσύνη ακριβώς για τους λόγους που η ίδια αναφέρει. Το Μνημείο του Βερολίνου (είτε συμφωνεί, είτε διαφωνεί κανείς με τις αισθητικές επιλογές του δημιουργού του) πράγματι σηματοδοτεί την πρώτη φορά που μια ισχυρότατη οικονομικά και πολιτικά χώρα επιλέγει με κοινοβουλευτικές διαδικασίες να υποδείξει τον εαυτό της ως αυτουργό μιας ανεπανάληπτης κτηνωδίας με το μεγαλύτερο σε όγκο μνημείο της πρωτεύουσάς της και της ιστορίας της, να μνημειώσει την ενοχή της να βγάλει την κουκούλα του δημίου μπροστά στην κατάμεστη πλατεία (ξαναθυμάμαι τον τρόπο του Μπρεχτ). Κι αν το προ τριών δεκαετιών συμβολικό προσκύνημα του Βίλι Μπραντ στην Ιερουσαλήμ έμοιαζε να ήταν συναισθηματική απαίτηση ολόκληρου του κόσμου, σήμερα κανείς δεν μπορούσε να ζητά επιτακτικά από την (δεσπόζουσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση) Γερμανία το Μνημείο του Ολοκαυτώματος, καθώς με καμία λογική ή ηθική τάξη δεν νομιμοποιείται η οποιαδήποτε σύνδεση των σημερινών Γερμανών με τους Ναζί. Κι όμως, το Μνημείο έγινε με απόφαση του κοινοβουλίου, στην καρδιά της χώρας που πριν από έξι δεκαετίες μετουσίωσε τον την μακραίωνο αντισημιτισμό της Ευρώπης σε κεντρική πολιτική επιλογή και σε τελετουργικό φόνο. Πιθανώς να βιάζομαι, ωστόσο έχω την αίσθηση πως ετούτη η επιλογή του Βερολίνου (: της Γερμανίας) είναι πολλαπλά σημαντικότερη από όσο φαίνεται - καθώς μπορεί να σηματοδοτήσει μια νέα αντίληψη για τη θεσμική χρήση της μνήμης από τις κοινωνίες. Δηλαδή: μπορεί να είναι μια εκκίνηση.

 

Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις, πονεί: ο Σεφέρης είχε λόγους να ξέρει. Πράγματι, όταν δεν μοιράζεται ως εθνικιστική καραμέλα ψεμάτων, η μνήμη πονά: και η εμβληματική προβολή της μνήμης του Άουσβιτς στο κέντρο της ενωμένης Γερμανίας μοιάζει πραγματικά αφόρητη για τους Γερμανούς που την αποφάσισαν, μα συνάμα υποδεικνύνει έναν εξαιρετικά κρίσιμο δρόμο - κρίσιμο για τις κοινωνίες μας, για την αναίρεση της εθνοκεντρικής αυτοκατάφασής μας. Ας πούμε: κρισιμο για την Τουρκία που αρνείται επιδεικτικά την Γενοκτονία των Αρμενίων, κρίσιμο την Ιαπωνία που διαγράφει τις διαδοχικές εθνοκαθάρσεις που διέπραξε σε βάρος Κινέζων, κρίσιμο για την Ρωσία που, αλίμονο, συνεχίζει το έγκλημα Αφγανιστάν στην Τσετσενία), κρίσιμο για όλους όσους τραγουδάμε εθνικούς ύμνους όπου το δικά μας κόκαλα είναι ιερά, όμως το αίμα των εχθρών μας είναι ακάθαρτο. Το διακύβευμα ενός παρόμοιου δρόμου είναι ένα από τα μεγάλα στοιχήματα του ουμανισμού στον σημερινό (: τεχνικά ενοποιημένο) κόσμο: η ιεράρχιση της ζωής ως πρωταρχικής αξίας προϋποθέτει, πέραν των άλλων και κόντρα στις στρεβλώσεις του ρατσιστικού μίσους και του εθνικισμού, την αναγνώριση της μνήμης όλων των αδικοσφαμένων της ιστορίας (είτε είναι σφαγμένοι στην Τριπολιτσα το 1821, είτε είναι σφαγμένοι στη Χίο έναν χρόνο αργότερα). Υπό την έννοια αυτή, το Μνημείο του Ολοκατώματος στο Βερολίνο αποτελεί την πρώτη συνειδητή θεσμική εφαρμογή της παραδειγματικής μνήμης έτσι όπως την ορίζει σε αντιδιαστολή με την κυριολεκτική μνήμη, σε ένα κλασικό πια, δοκίμιό του ο Τσβετάν Τοντορόφ (στα ελληνικά περιλαμβάνεται ως επίμετρο στο βιβλίο Εβραϊκή ιστορία και μνήμη, επιμ. Ο. Βαρών-Βασάρ, Εκδόσεις Πόλις, 1998).

 

Αξίζει τον κόπο να μείνει κανείς λίγο περισσότερο σε τούτο τον συλλογισμό: ο Τοντορόφ (και είναι εξαιρετικά γόνιμη η ανάγνωση που επιχειρεί στο κείμενό του η Οντέτ Βαρών-Βασάρ στον προαναφερθέντα τόμο) συνεχίζοντας τη βασική θέση του Πρίμο Λέβι (το Άουσβιτς δεν τέλειωσε ακριβώς γιατί από την στιγμή που πραγματώνεται κάτι σαν το Άουσβιτς, δεν τελειώνει), επιχειρεί έναν οριακό διαχωρισμό πάνω στη μνήμη των κτηνωδιών του παρελθόντος (: του κακού, όπως ονομάζει ετούτες τις κτηνωδίες ο βουλγαρογάλλος εκπατρισμένος). Σύμφωνα με αυτόν τον διαχωρισμό υπάρχει η κυριολεκτική μνήμη (ο Α σκότωσε έναν πρόγονό μου) και η παραδειγματική μνήμη (ο Α σκότωσε έναν πρόγονό μου, επειδή ήταν διαφορετικός από αυτόν). Σύμφωνα με τον Τοντορόφ η εμμονή στην κυριολεκτική μνήμη σημαίνει προσήλωση στο γεγονός, το οποίο είναι ανεπανάληπτο όμως με αυτόν τον τρόπο η μνήμη είναι ένα αδιέξοδο δοχείο πικρίας και μίσους. Αντίθετα η επιλογή της παραδειγματικής μνήμης (κόντρα σε όλες τις εθνικές ιστορίες) εστιάζει στο αίτιο (στο παράδειγμά μας: την δαιμονοποίηση της διαφορετικότητας), και όχι στον αυτουργό (στο παράδειγμά μας: τον Α). Για τον Τοντορόφ, όπως φυσικά και για τον Λέβι, το Ολοκαύτωμα δεν ερμηνεύεται ως ένα μοναδικό γεγονός που στέκει έξω από την ιστορία, με συγκεκριμένους θύτες και θύματα (οι απόγονοι των οποίων κάποιες φορές προβάλουν μια ιδιοκτησιακή αντίληψη επί της μνήμης του), αλλά ως μια ανθρώπινη τραγωδία η οποία επίκειται, άρα είναι δική μας υπόθεση η προσπάθεια για την αποτροπή της. Αυτός είναι ο πυρήνας της παραδειγματικής μνήμης: για το Άουσβιτς και για τη Χιροσίμα, για τη Δρέσδη και την Καμπότζη, για την Ιερή Εξέταση και τη γενοκτονία των Αρμενίων για όλες τις κτηνωδίες της ιστορίας.

 

Ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία αυτός είναι ο κεντρικός στίχος της Φούγκας θανάτου του Πολ Τσελάν, προφανώς του εμβληματικότερου ποιήματος που (σε πείσμα της απόφανσης του Αντόρνο) γράφτηκε για το Άουσβιτς (: συνολικά για τα Στρατόπεδα που εννοούμε με την λέξη Άουσβιτς). Έχω γράψει αρκετές φορές την άποψη ότι το Ολοκαύτωμα δεν το έκανε ένας κομπλεξικός - αποτυχημένος ζωγράφος - τρελός - ανώμαλος με τη συμμορία του, μήτε είκοσι ή τριάντα φανατικοί ευγονιστές που μαζεύτηκαν, τάχα στα κρυφά, στη Βάνζεε στις 20 Ιανουαρίου του 1942. Το Ολοκαύτωμα το έκανε ένας ολόκληρος λαός και μια ήπειρος: ο ναζισμός επικράτησε γιατί υποσχέθηκε καθαρές λύσεις σε θολές αδημονίες (αδημονίες θρησκευτικές, κοινωνικές και ψυχολογικές) δέκα αιώνων αντισημιτισμού. Οι Γερμανοί που έβλεπαν τις καμινάδες των στρατοπέδων να καπνίζουν και έκαναν πως δεν ξέρουν (ενώ φυσικά ήξεραν) μοιράστηκαν μια βουβή όσο και πνιγηρή συνενοχή. Ακριβώς για αυτό, η μεταπολεμική Γερμανία είχε να διαχειριστεί, πέρα από την υλική, και την ηθική καταστροφή της: είχε να συνειδητοποιήσει πως τα εκατομμύρια των νεκρών της δεν αγωνίστηκαν για μια πατρίδα, έστω και φενακισμένη, αλλά για να φτιάξουν το Άουσβιτς αλλιώς: είχαν να βιώσουν ως πραγματικότητα τον σπαρακτικό στίχο του Τσελάν, καθώς στη συλλογική συνείδηση της ανθρωπότητας ο θάνατος ήταν πράγματι ένας Maister από τη Γερμανία. Σήμερα, έξι δεκαετίες αργότερα, μπορούμε να το πούμε: μεσα από πολλές (αυτονόητες) ταλαντεύσεις, ένα σημαντικό κομμάτι της μεταπολεμικής γερμανικής κοινωνίας επέλεξε να μην αποπολιτικοποιηθεί εναποθέτωντας την ερμηνεία του ναζισμού και του Ολοκαυτώματος στη μεταφυσική ή στη μεταπολιτική, αλλά να αναστοχαστεί για τις ευθύνες της κι όχι μονάχα επειδή το επέβαλαν οι νικητές του πολέμου, όπως εύκολα λέμε. Όποιος έχει διαβάσει το Τενεκεδένιο Ταμπούρλο του Γκίντερ Γκρας (πιθανώς το σημαντικότερο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα μετά τον πόλεμο), δημοσιευμένο ήδη από το 1957, θα καταλάβει τι εννοώ: o τυμπανιστής που αρνείται να μεγαλώσει (δηλαδή: αρνείται την ιστορία) και επιλέγει τον καθημερινό φόνο ως ζωτική ανάγκη (ως ένας αντεστραμένος Νοσφεράτου ένας α-θάνατος), συνιστά την (προγραματικά ανυπόφορη μα εντέλει πραγματωμένη) αποκάλυψη των διαδοχικών τερατογενέσεων που επέβαλε ο ναζισμός στην συλλογική συνείδηση της μεταπολεμικής Γερμανίας. Το Μνημείο του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο έρχεται ως κορύφωση τούτης της διαδικασίας του επώδυνου στοχασμού - και υποδεικνύει έναν τρόπο για να ζήσουμε.

 

Τις δύο επόμενες Κυριακές θα επιμείνω σε αυτόν τον τρόπο.

 

 

 

2 Χιροσίμα: η αυταπάτη της μνήμης

 

Έναν τρόπο για να ζήσουμε: έχω ξαναγράψει ακριβώς την ίδια φράση σε τούτη τη στήλη, πριν από έναν χρόνο, όταν επέμενα πως η Κύπρος θα ενωθεί, όταν θα φτιάξουμε ένα κοινό μνημείο για τους αδικοσφαγμένους Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους και γονατίσουμε μπροστά του, αποφασίζοντας πως οι ανθρώπινες ζωές είναι σημαντικότερες από τις φενάκες μας. Αν το Μνημείο του Ολοκαυτώματος του Βερολίνου δεν είναι μια άτοπη εξαίρεση αλλά μία εκκίνηση (και είναι υπόθεση δική μας να είναι εκκίνηση), μας περιμένουν πολλά ακόμη αντίστοιχα μνημεία ιδίως σε τούπους όπως τα Βαλκάνια ή η Μέση Ανατολή. Προπαντός όχι αυταπάτες: δεν υπάρχει κρατική οντότητα που, ντυμένη με έναν εθνικό ή κοσμοδιορθωτικό μανδύα, δεν έχει διαπράξει κτηνωδίες σε βάρος αθώων αφανισμένων. Κι αν ετούτες οι οντότητες επιμένουν στις θεσμικές διδαχές και τελετουργίες του μίσους, μας απομένει να ξαναγίνουμε μονάδες: ας μιλήσει ο καθένας μας για το σκοτεινό παρελθόν της κοινωνίας του αυτό δηλαδή που είναι το δύσκολο (έχω στο νου μου το σπαρακτικό βιβλίο της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς για τον πόλεμο του Αφγανιστάν). Κι αν μερικοί θα ζητούσαμε (για να μιλάμε καθαρά: εγώ το ζητώ - και νομίζω πως δεν είμαι ο μόνος) από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας να αποτίσει (έστω μετά από δύο αιώνες) τιμή σε ένα μνημείο για τους αφανισμένους Τούρκους και Εβραίους της Τριπολιτσάς ή για τους νεκρούς της εγκληματικής ελληνικής προέλασης προς τον Σαγγάριο (για να αναφέρω δύο από τα κτηνώδη εγκλήματα που διέπραξε η νεότερη Ελλάδα), φαντάζομαι πως θα βρεθούν κάποιοι από την αντίπερα όχθη του Αιγαίου για να διεδικήσουν ένα αντίστοιχο μνημείο για κάθε μια από τις πολυάριθμες τουρκικές κτηνωδίες - από τη σφαγή της Χίου μέχρι τη Γενοκτονία των Αρμενίων και των Ποντίων, την εθνοκάθαρση των Μικρασιατών Ελλήνων, την πνιγηρή εξόντωση των Κούρδων.

 

Ωστόσο, από όλα αυτά τα μνημεία που χρωστούμε στους αφανισμένους, έχω την αίσθηση πως υπάρχει ένα που επείγει περισσότερο από τα υπόλοιπα. Μα τι θα πει επείγει: θα πει πως η μνήμη οφείλεται από τη χώρα που εξακολουθεί να σηκώνει τα βομβαρδιστικά - που μας διατάζει να παίξουμε τώρα όργανα για χορό. Οι στίχοι έρχονται και πάλι από την Φούγκα Θανάτου του Τσελάν: Φωνάζει σκάψτε πιο βαθιά στην γήινη σφαίρα εσείς οι άλλοι τραγουδάτε και παίζετε / πιάνει το σίδερο στην ζώνη και το κραδαίνει τα μάτια του είναι γαλανά / σκάψτε πιο βαθιά με τα φτυάρια εσείς οι άλλοι παίξτε συνέχεια για χορό.

 

Στις 6 και στις 9 Αυγουστου του 1945, δηλαδή την ίδια χρονιά που μπήκαν οι Ρώσοι στο Άουσβιτς και έγινε γνωστή η τελετουργική φρίκη του, δυο αμερικάνικα αεροπλάνα έριξαν δύο ατομικές βόμβες σε δύο ιαπωνικές πολιτείες, δηλαδή πάνω σε αμάχους, σε γυναίκες και σε παιδιά, οι οποίοι δεν αποτελούσαν κανενός είδους στρατιωτικό στόχο. Για την κατασκευή της βόμβας αυτής είχαν συνεργαστεί μερικοί από τους μεγαλύτερους επιστήμονες του αιώνα και ολόκληρης της ιστορίας: ο Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, ο Ενρίκο Φέρμι αλλά και ο Άλμπερτ Αϊνστάιν. Το κωδικό μήνυμα για την επιτυχία της πρώτης δοκιμής, μήνυμα που έφτασε στον Αμερικάνο Πρόεδρο Χάρι Τρούμαν από την έρημο του Αλαμογκόρντο στις 16 Ιουλίου του 1945, ήταν το ακόλουθο: τα παιδιά γεννήθηκαν εντάξει. Πενήντα μέρες αργότερα ένα Little Boy ανέλαβε δράση - αυτό ήταν το όνομα της βόμβας που στάλθηκε στη Χιροσίμα εκείνο το ακατανόητα ηλιόλουστο πρωίνο της 6ης Αυγούστου. Δυο ώρες αργότερα ο Αμερικάνος Πρόεδρος εμφανίστηκε στους δημοσιογράφους του Λευκού Οίκου περιχαρής, φωνάζοντας μάγκες, τους ρίξαμε μια βόμβα είκοσι χιλιάδων τόνων - και στη συνέχεια άρχισε να ανταλλάσει μαζί τους φιλιά και χειραψίες. Στο άκουσμα της είδησης, ο κόσμος βγήκε αυθόρμητα στην Τάιμς Σκουέρ της Νέας Υόρκης και πανηγύριζε στα μπαρ το πρώτο ποτήρι μπύρας ήταν δώρο. Τρεις μέρες μετά και ενώ η αποσβολωμένη Ιαπωνία απλώς δεν απαντούσε στα αμερικανικά τελεσίγραφα, μια δεύτερη βόμβα ισοπέδωσε το Ναγκασάκι. Το επιχείρημα ότι με τον ανά τριήμερο αφανισμό μιας πόλης θα καταδεικνυόταν στην Ιαπωνία η δύναμη του αμερικάνικου υπερόπλου, για να συνθηκολογήσουν οι Ιάπωνες και να τελειώσει ο πόλεμος, είναι πέρα για πέρα γελοίο: οι Η.Π.Α. μπορούσαν να ρίξουν τη βόμβα σε μια ιαπωνική έρημο και όχι πάνω σε πόλεις. Εν τω μεταξύ: περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, εξαερώθηκαν μονομιάς - κι άλλες 60.000 βρέφη γεννήθηκαν (και εξακολουθούν να γεννιούνται) στις επόμενες δεκαετίες παραμορφωμένα από τη ραδιενέργεια. Φυσικά σε καμία από τις μεταπολεμικές δίκες δεν απαγγέλθηκε κατηγορία για αυτό το αδιανόητο έγκλημα: το διεθνές δικαστήριο του Τόκιο που συστήθηκε τον Μάρτιο του 1946 υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Μακ Άρθουρ δίκασε 25 Ιάπωνες στρατιωτικούς και πολιτικούς για (πραγματικά και ιδιαίτερα φριχτά) εγκλήματα πολέμου ωστόσο ανάμεσα σε αυτά δεν κρίθηκε σκόπιμο να συμπεριληφθούν οι 200.000 εξαερωμένοι άμαχοι Ιάπωνες, προφανώς γιατί δεν λογαριάστηκαν ως έκλημα αλλά ως Νίκη. Όπως επίσης ως Νίκη λογαριάστηκαν και οι δολοφονημένοι άμαχοι της Δρέσδης κι έτσι, ο ένδοξος στρατηγός Άρθουρ Χάρις, αυτός που σχεδίασε τον βομβαρδισμό των νοσοκομείων της τον Φλεβάρη του 1945, λίγες μόλις μέρες πριν οι Ρώσοι μπούνε στην πόλη, στέκει ακόμη και σήμερα ως τιμημένο άγαλμα στο Λονδίνο.

 

Το 1945 οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έστησαν, σαν σκηνικό κινηματογραφικής υπερπαραγωγής (και με την υπερταχεία αποφασιστικότητα που είναι δομικό χαρακτηριστικό του τρόπου σκέψης τους), το σκηνικό των Ηνωμενών Πολιτειών της Υφηλίου. Στο έργο αυτό η Βόμβα (έτσι, με κεφαλάιο Β) ήταν το κυρίως θέμα κι όταν μάθανε πως την κατέχουν και κάποιοι άλλοι, έπρεπε να ψηθεί ένα ζευγάρι στην ηλεκτρική καρέκλα με την κατηγορία της κατασκοπείας και παράδοσης στρατιωτικού υλικού στον εχθρό, καθώς δεν ήταν δυνατόν να ανακαλύπτουν οι Σοβιετικοί κάτι που ο Θεός είχε δώσει στους Αμερικάνους και μόνο σε αυτούς. Παρά τα μεγάλα λόγια του Ρούσβελτ, περί ελευθερίας από τον φόβο, με κύριο όχημα τη Βόμβα, οι Αμερικάνοι σκλάβωσαν τον κόσμο στον φόβο του υπερόπλου τους (ακόμη και στους μετεωρίτες των αμερικανικών ταινιών επιστημονικής φαντασίας που κατευθύνονται προς την γη, πυρηνικοί πύραυλοι στέλνονται για να εξασφαλίσουν το μέλλον του πλανήτη) και εν τω μεταξύ βομβαρδίζουν με τα εξίσου φονικά ημισυμβατικά τους όπλα όποιαν χώρα λογαριάζουν για απειλή. Φυσικά ούτε λόγος για παραδειγματική μνήμη: σε αντίθεση με τους ηττημένους Γερμανούς, οι νικητές Αμερικάνοι όχι μόνο δεν αναστοχάστηκαν τη Χιροσίμα, αλλά τη λογαριάζουν ως μια μεγάλη εθνική στιγμή, μια επίδειξη δύναμης και ανδρισμού που έβαλε τους κιτρινιάριδες Τζαπς στη θέση τους. Όποιος είχε ή έχει σοβαρότερες αντιρρήσεις αποστομώνεται μονομιάς από την χονδροειδή (και για αυτό πειστική για ορισμένους) ψευτιά του ότι, αν ο πόλεμος συνέχιζε για δύο χρόνια, οι αμερικανικές απώλειες θα ήταν μεγαλύτερες και στο επιχείρημα πως αρκούσε για την ιαπωνική συνθηκολόγηση η επίδειξη του όπλου στους Ιάπωνες δίχως τη μαζική εξαέρωση ανθρώπων, εκκωφαντική σιωπή. Για έναν σημερινό Αμερικάνο οι νεκροί της Χιροσίμα ήταν μια ιαπωνική ευθύνη εξάλλου αυτοί έκαναν την αρχή στο Περλ Χάρμπορ. Το αποτέλεσμα: δεν υπάρχει άνθρωπος (τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο) που να μην έχει δει το μανιτάρι της Χιροσίμα. Ωστοσο εδώ η μνήμη είναι μια φενακισμένη μεταφορά, μια αυταπάτη: σύμφωνα με αυτήν το μανιτάρι της Χιροσίμα δεν είναι έγκλημα - είναι ένα ανθρώπινο φαινόμενο, ένα απροσπέλαστο όσο και απενοχοποιημένο έμβλημα του αιώνα του.

 

Ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία το μάτι του είναι γαλανό / σε πετυχαίνει με μολυβένια σφαίρα σε πετυχαίνει με ακρίβεια. Τι σημαίνουν, λοιπόν, ετούτοι οι στίχοι;

 

 

 

3 Η αγωνία για την ανά-μνηση: ένας ίσκιος στον τοίχο

 

Τα παιδιά γεννήθηκαν εντάξει: ακόμη και αυτό το ίδιο το μακάβρια θετικό (η αγγλική λέξη είναι: positive) συνθηματικό που ανήγγειλε πως η πιθανότητα ενός ουράνιου υπερόπλου είναι πλέον μια δυνατότητα, καταδεικνύει με ποιους (κοσμοδιορθωτικά πρακτικούς) όρους στοχοθέτησαν οι Η.Π.Α. την κατασκευή της ατομικής βόμβας. Σαφώς και η χρήση ετούτης της βόμβας επί αμάχων δεν ήταν ούτε η μόνη, ούτε η πρώτη κτηνωδία της αμερικανικής ιστορίας η ίδια χώρα ήταν που θεμελίωσε την ύπαρξη της στη γενοκτονία των αυτόχθονων Ινδιάνων (πάνω στο θέμα αυτό, αξίζει κανείς να διαβάσει τον Τσόμσκι παράλληλα με τον Τοντορόφ) και την ανάπτυξή της στο μαζικοποίηση του θεσμού της δουλείας (που συνιστά μια ακόμη απροσδιόριστης έκτασης γενοκτονία, με έναν αλλόκοτα εξακολουθητικό χαρακτήρα). Ωστόσο η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι ήταν η πρώτη φορά που ένα κράτος ανέλαβε για τον εαυτό του τον ρόλο του Θεού, εφόσον είχε μια τεχνική δυνατότητα που το προσομοίωνε με την Θεό των Γραφών. Αλλιώς: ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που ένα κράτος απέκτησε τη δυναμη να λειτουργήσει ως θεϊκή οργή και τιμωρία έναντι του αμάχων του εχθρού του, αφανίζοντας τις πόλεις τους από το πρόσωπο της γης. Δεν υπήρχει αμφιβολία πως από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 η Ιαπωνία είχε εξελιχτεί σε ένα εθνοφασιστικό μόρφωμα που απαξίωνε πολυποίκιλα την ανθρώπινη ζωή και έκανε λογής εθνοκαθάρσεις και κτηνώδεις σφαγές, ιδίως σε βάρος της Κίνας μα ακόμη και ένα δεκάχρονο μικρό αγόρι μπορεί να αντιληφτεί πως η πολιτικοστρατιωτική κτηνωδία μιας ηγεσίας δεν μπορεί να αιτιολογήσει τον φόνο άμαχων πολιτών. Ωστόσο, όταν η αμερικανική ηγεσία απέκτησε τη βόμβα, την χρησιμοποίησε εναντίον ετούτων των αμάχων δίχως την παραμικρή δεύτερη σκέψη κι ενώ ούτε ένας δικός της άμαχος δεν απειλήθηκε σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Κι έτσι, με τον ίδιο τρόπο που στη Βίβλο μια θεϊκή λάμψη αφάνισε τα αμαρτωλά Σόδομα, δυο αμερικάνικες λάμψεις εξαέρωσαν 200.000 κακούς αμάχους Ιάπωνες. Είναι τόση η ομοιότητα που ξεχνάμε τη βασική διαφορά: ο αφανισμός των Σοδόμων είναι μια παραβολή σκλαβιάς, ένα αποκρουστικό παραμύθι η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι είναι κάτι που έγινε, είναι ιστορία, φρίκη και θάνατος.

 

Μετά τον πόλεμο, η Αμερική γέννησε κινήματα αμφισβήτησης (ας πούμε: τους μπίτνικς ή το ροκ εντ ρολ) όπως γέννησε στοχαστές σαν τον Τσόμσκι και τη Σούζαν Σόνταγκ ωστόσο η αμερικάνικη αμφισβήτηση προτιμάει να καταγγείλει δίχως να αναστοχαστεί (ο αναστοχασμός προϋποθέτει ατομική βίωση της ενοχής κι ίσως αυτός να είναι ο λόγος που το αμερικανικό Τενεκεδένιο Ταμπούρλο, η Αποκάλυψη Τώρα του Φράνσις Φορντ Κόπολα, κατατάχτηκε ως η μεγάλη αποτυχία και η απαρχή της περιθωριοποίησης του σημαντικότερου αμερικάνου σκιηνοθέτη). Σε αντίθεση με τον Βίλι Μπραντ, ο Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι έγινε, για λόγους πολιτκής προπαγάνδας, ένας Βερολινέζος, δεν καταδέχτηκε όμως να γίνει ποτέ κάτοικος της Χιροσίμα ή του Ναγκασάκι ακριβώς γιατί εκεί τα πράγματα θα σοβάρευαν. Η εμμονή του Κόπολα στην Οδύσσεια του λοχαγού Γουίλαρντ όπου οι Ναπάλμ που καίνε το βετναμέζικο δάσος μυρίζουν σαν Νίκη (it smells like a Victory) χαρακτηρίστηκε ως διανοουμενίστικη μπαρούφα που δεν αγγίζει τον πιστολά Ινδιάνα Τζόουνς που ανακαλύπτει, πυροβολεί, εξοντώνει μονομιάς, δίχως να χάνει τον παραμικρό χρόνο για δυσάρεστες αναμνήσεις. Η εικόνα της πύλης του Άουσβιτς (όπου η εργασία απελευθερώνει) βρίσκεται εδώ και δεκαετίες σε όλα τα γερμανικά σχολικά εγχειρίδια και σηματοδοτεί στη συλλογική γερμανική μνήμη τον τελετουργικό αφανισμό ανθρώπων που ήταν διαφορετικοί από εμάς. Αντιθετα, για τους σημερινούς Αμερικάνους, ο ίσκιος στον τοίχο της Χιροσίμα (ο ίσκιος που κάποτε ήταν σάρκα ζωντανή) είναι μια ακατανόητη μουντζούρα και το ατομικό μανιτάρι φαντάζει στα μάτια τους ως μια φαντασμαγορική εικόνα, ένα ουάου δίχως νόημα ως εκ τούτου η λέξη ιστορία εξαντλείται στην (προκάτ) φωτογραφία έξι πεζοναυτών που υψώνουν την αμερικανική σημαία στην Ιβοζίμα. Αποτέλεσμα: τα χέρια που πατάνε σήμερα τα κουμπια των αμερικάνικων βομβαρδιστικών δεν τρέμουν, ακριβώς γιατί έχουν την μεγαλύτερη εξουσία πάνω στη γη δίχως την παραμικρή μνήμη - ωστόσο οι πύραυλοί τους, αλίμονο, καταλήγουν όλο και με μεγαλύτερη ακρίβεια στους στόχους τους. Κι όποτε σκέφτομαι μια σημερινή παράφραση του στίχου του Τσελάν, οι λέξεις ταιριάζονται σχεδόν μόνες τους: Ο θάνατος είναι ένας αμερικάνος πιλότος.

 

Λένε πως οι λέξεις είναι μονάχα ένας αγώνας για την ανάμνηση, μια πένθιμη προσφορά στον χαμένο χρόνο μας. Ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα / αμολάει τα σκυλιά επάνω μας και μας χαρίζει τάφο στον αιθέρα / παίζει με φίδια και ονειρεύεται. Ελπίζω σε αυτόν τον αγώνα για τις ανθρώπινες αναμνήσεις: εάν στις αρχές του Μαΐου του 2005 άνοιξε στο Βερολίνο ένας δρόμος για μια άλλη νοηματοδοσία της μνήμης, είναι ανάγκη επιτακτική ο δρόμος αυτός να περάσει, το συντομότερο δυνατό, από τις χώρες όλων μας - και πρωτίστως από τις Η.Π.Α., ακριβώς γιατί οι Η.Π.Α. είναι σήμερα η κοσμοδιορθωτική αυτοκρατορία που εξακολουθεί να σηκώνει τα βομβαρδιστικά τις καθημερινές αυγές, ενώ την ίδια ώρα φυσικά κάποιοι πίνουν το μαύρο γάλα. Παρά την ποιητική οδηγία του Μανόλη Αναγνωστάκη, είναι φορές που χρειάζονται και οι αυταπάτες: είναι πιθανό (ή θέλουμε να είναι πιθανό) η ανά-μνηση εκείνου του ίσκιου πάνω στον τοίχο της Χιροσίμα να αποδειχτεί η δραστικότερη ανθρώπινη απάντηση ενάντια στην κτηνωδία των (σημερινών και αυριανών) αμερικανικών πυραύλων και είναι στοίχημα των ίδιων των Αμερικάνων το να κάνουν ετούτο τον ίσκιο ζωντανή μνήμη. Και κάπου στην καρδιά της Νέας Υόρκης, (ας πούμε, απέναντι από το Άγαλμα της Ελευθερίας ή στο κέντρο του Μανχάταν), να υψωθεί ένα μνημείο που μεταβάλει την αυταπάτη του πυρηνικού μανιταριού σε ανάμνηση αλλιώς: ένα μνημείο που θα θυμίζει στους Αμερικάνους πως η κοινωνία των κοντινών προγόνων τους επέλεξε (και χειροκρότησε) ως όχημα Νίκης και ως εργαλείο πολιτικής επιβολής ένα φριχτό έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα. Ένας Έιζενμαν, με λίγο ή πολύ αρχιτεκτονικό ταλέντο, θα βρεθεί εκείνη που αναζητείται είναι μια Αμερικανίδα Λέα Ρος, ιδεαλίστρια ή εγωπαθής. Την έχουμε ανάγκη όλοι μας πρωτίστως οι Αμερικάνοι πολίτες, ιδίως οι πιλότοι που χαιδεύουν με σίγουρα και σταθερά χέρια τα σίγουρα και ακριβή κουμπιά των βομβαρδιστικών.

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 22-5-2005, 29-5-2005 και 05-6-2005. Τα αποσπάσματα από τη Φούγκα θανάτου του Πολ Τσελάν, προέρχονται από τη μετάφραση του Νίκου Δήμου.)