Θανάσης Τριαρίδης

 

Μικρή σημείωση για την ελευθερία

 

 

Εδώ και έναν χρόνο μιλώ από ετούτη τη στήλη για τη θρησκεία και τα έθνη ως κατασκευές που σκλαβώνουν τους ανθρώπους. Με ρωτούν πολλοί, κάποιοι από αυτούς καλοπροαίρετα: εσύ που μας λες πως η θρησκεία σκλαβώνει, όρισε μας, λοιπόν, την ελευθερία.... Αλίμονο: μου ζητούν να απαντήσω με έναν τελεσίδικο ορισμό σε ένα από τα θεμελιακά ερωτήματα χιλιάδων χρόνων του ανθρώπινου πολιτισμού και μάλιστα μέσα από τις λέξεις μιας επιφυλλίδας. Πιθανώς ο στίχος του Εμπειρίκου να αποτελεί μια διέξοδο: αυτή η εκδρομή που δεν έχει τέλος πώς μπορεί, λοιπόν, κάποιος να την αφηγηθεί;

 

Θα σας μιλήσω για τον Μάριο Χάκκα. Ήταν ένας συγγραφέας που αν ζούσε σήμερα θα ήταν 74 χρονών ωστόσο πέθανε το 1972, από καρκίνο, μόλις στα 41 του. Το έργο του μικρό σε έκταση: ένα βιβλίο με ποιήματα, τρεις συλλογές πεζογραφημάτων, τρία θεατρικά μονόπρακτα. Ενταγμένος στην (μεταπολεμικά διωκόμενη) αριστερά, ανέπτυξε πολύ γρήγορα μια εξαιρετικά προσωπική πρόζα, όλο και περισσότερο δομημένη βιωματική αυτοαναίρεση (στην οποία, έτσι κι αλλιώς, οφείλουμε ορισμένες από τις καλύτερες στιγμές της μεταπολεμικής πεζογραφίας). Ωστόσο σήμερα, στα βιβλιοπωλεία-σούπερ μάρκετ, άσχετοι υπάλληλοι όταν τους αναφέρεις το όνομά του σε κοιτούν με απορία: μισό λεπτό, να κοιτάξω στο κομπιούτερ. Πράγματι κοιτούν, και κατόπιν σου λένε: όχι, δεν έχουμε. Μετά από μια εβδομάδα, μετά από έναν μήνα, η ίδια ερώτηση και η ίδια απάντηση: δεν έχουνε και δεν θα έχουνε.

 

Το τελευταίο βιβλίο του Χάκκα ονομάζεται Το Κοινόβιο και εκδόθηκε λίγο μετά τον θάνατό του, το 1972. Το δεύτερο αφήγημα του βιβλίου ονομάζεται Τα τελευταία μου και γράφτηκε τις τελευταίες μέρες της ζωής του στο κρεβάτι του νοσοκομείου, με τα γόνατα κομμένα και το τέλος να πλησιάζει. Στο κείμενο του ο Χάκκας προσπαθεί, ανάμεσα σε θρήνους των οικείων και εκκαθαρίσεις λογαριασμών, να αντιπαρατάξει στον θάνατο υλικά ζωής: λαχτάρες επιθυμίες, παράπονα, φαντασιώσεις, απορίες αλλά και σχέδια δράσης: την ώρα της στερνής μετάληψης να πάρει το ποτήρι με την θεία κοινωνία και να ραντίσει τον παπά και τους γύρω του, έτσι, για τ αντί. Το κείμενο κλείνει με μια αντιπροσευχή προς τον Θεό (Δεν θέλω έλεος, δεν θέλω έλεος, Θεέ μου. Το Θεέ μου αναστεναγμός από τα φύλλα της καρδιά και όχι επίκληση...). Η έσχατη φράση είναι η ακόλουθη (για μένα μια από τις οριακότερες της λογοτεχνίας μας): Μη βάζεις εμπόδιο το πρόσωπό σου, άφησέ με να δω πέρα από αυτό.

 

Κάθε φορά που στριμώχνομαι να μιλήσω για την ελευθερία, στο νου μου έρχεται αυτή η στερνή φράση του Χάκκα.. Ευτυχώς δεν είμαι θεολόγος, μήτε ιερέας, μήτε καθοδηγητής κανενός και μιλάω μονάχα για τις υποψίες και τις εμμονές μου, τις παραισθήσεις και τις πλάνες μου. Για εμένα, λοιπόν, η ελευθερία είναι μια δυνατότητα: η δυνατότητα του ανθρώπου να αλλάζει. Να γίνεται χριστιανός, μουσουλμάνος, βουδιστής, άθεος, αντίθρησκος, φασίστας ή δημοκράτης, αναρχικός ή καλόγερος και να μην είναι σίγουρος για το τι θα πιστεύει την επομένη. Ελευθερία είναι η δυνατότητα του ανθρώπου, σε πείσμα των παπάδων και των αυτοκρατόρων, να στέκεται σήμερα μαζί μας, αύριο εναντίον μας, μεθαύριο εναντίων όλων, ακόμη και του ίδιου του του εαυτού. Ελευθερία είναι η δυνατότητα να ερωτεύεσαι κάθε άνθρωπο στη γη, του ίδιου ή του άλλου φύλου, δίχως να μπορείς να προσδιορίσεις το ποιον και πώς θα ποθείς την επόμενη μέρα. Ελευθερία είναι το να ενδίδεις στα πάθη σου, στα όνειρα και στους εφιάλτες σου, στην απελπισία σου, στον τόσο επώδυνο σχετικισμό που οργίζει τους φασίστες τύπου Χριστόδουλου και Ράτζιγκερ και Ιωάννη Παύλου Β΄ και όλους τους καθοδηγητές της ιστορίας. Ελευθερία είναι η δόξα της ματαιότητάς μας κάτι που ξεπερνάει υποσχέσεις αιωνιότητας, παραδείσου για τους καλούς και λίμνες της φωτιάς για τους κακούς. Ελευθερία είναι η δυνατότητα μας να διαλέγουμε κόντρα στις θρησκείες, τα έθνη και τους εθνικισμούς τους, τις προαιώνιες αλήθειες, τις ηθικές φιλοσοφίες, στις παραδόσεις και τα έθιμα, στις τελετουργίες και τους εξορκισμούς. Κι ακόμη: ελευθερία είναι η δυνατότητα ακόμη και την ώρα που γράφω ένα κείμενο υπέρ της να αποφασίσω να σκλαβωθώ. Μα και η δική σου δυνατότητα, φίλε μου αναγνώστη, να αντιστέκεσαι σε αυτά που σου λέω, να με περιπαίξεις, να με χλευάσεις, να πετάξεις το κείμενό μου στα σκουπίδια.

 

Η μικρή σημείωση για μια ανεξάντλητη λέξη μπορεί να τελειώνει κάπως έτσι: ελευθερία είναι ό,τι μας δίνει τη δυνατότητα να ζήσουμε τον θάνατό μας ως διερώτηση και δεν μας τον επιβάλλει ως καθήκον ή πεπρωμένο ή θέλημα Θεού. Δεν ξέρω αν θα επιλέξω ετούτη τη διερώτηση όταν έρθει η δική μου ώρα το πιθανότερο είναι ως τυπικός δειλός να διαλέξω μια βολική σκλαβιά ουράνιας σωτηρίας ή μπορεί και να έχω πειστεί για την αλήθεια του γραφτού που σήμερα αρνούμαι. Μα σε αντίθεση με εμάς που τελειώνουμε, η εκδρομή μας (: η ελευθερία μας) θα παραμένει μετέωρη και πάντοτε θα υπάρχει (έτσι ελπίζω) και μια εναλλακτική εκδοχή για το τέλος. Ας πούμε: ελευθερία είναι η δυνατότητα να πεθάνεις μέσα στην πίστη του Θεού σου, του Χριστού, του Γιαχβέ, του Αλλάχ, του Μεγάλου Παντοκράτορα ή όποιου άλλου. Αλλά και η δυνατότητα του σπαρακτικού Μάριου Χάκκα να γράφει ετοιμοθάνατος, με κομμένα γόνατα, κατάκοιτος στο κρεβάτι του νοσοκομείου: Μη βάζεις εμπόδιο το πρόσωπό σου, άσε με να δω και πέρα από αυτό.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 08-5-2005.)