Θανάσης Τριαρίδης

 

 

Η ασυνείδητη ολοκλήρωση της αγάπης

 

 

 

Πρωτοδιάβασα την Τζιοκόντα του Νίκου Κοκάντζη το 1986. Η ιστορία (για την οποία ο συγγραφέας της από την πρώτη σελίδα ξεκαθαρίζει πως είναι αληθινή) έμοιαζε εξαιρετικά απλή: ο έρωτας δύο παιδιών, δυο γειτονόπουλων, του χριστιανού Νίκου και της Εβραίας Τζιοκόντας σε μιαν αυλή της Θεσσαλονίκης, από το 1939 μέχρι τον βάναυσο χωρισμό τους την άνοιξη του 1943, καθώς η Τζιοκόντα ακολουθεί τους Εβραίους της πόλης στον κτηνώδη ξεριζωμό τους από τους Ναζί και τον αδιανόητο (κι όμως πραγματωμένο) αφανισμό τους στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Ήμουν δεκαέξι χρονών σε εκείνη την πρώτη ανάγνωση και ήξερα αρκετά πράγματα για το Ολοκαύτωμα από ντοκιμαντέρ και άρθρα εφημερίδων ωστόσο ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πως αυτό που έγινε στο Άουσβιτς πριν από σαράντα χρόνια ήταν κάτι που έφτανε κι ως εμένα, κάτι που με έβλαψε και με κολόβωσε, που με άφησε οριστικά λειψό. Θυμάμαι τον εαυτό μου να έχω μια απελπισμένη και παράλογη επιθυμία να γυρίσω τον χρόνο πίσω σαν τον Σούπερμαν, να φτάσω στο μοιραίο 1943, και τότε με μια δύναμη υπερφυσική να αρπάξω την Τζιοκόντα και τον Νίκο και να τους φέρω διαμιάς στο μέλλον, προστατευμένους οριστικά από την ανθρώπινη Ιστορία, μακριά από το ακατανόητο κακό και τους τελετουργικούς φόνους. Κι όποτε κλείνω εκείνο το λιανό βιβλίο, είμαι δακρυσμένος, όπως την πρώτη φορά όπως δακρύζουν οι πιστοί με το πάθος του θεού τους: η αφανισμένη Εβραιοπούλα της Θεσσαλονίκης είναι πια (και) δική μου απώλεια.

 

Τα χρόνια μου περνούν, μεγαλώνω, και ξαναδιαβάζω συνέχεια την Τζιοκόντα, μετακομίζω κι αλλάζω σπίτια και αγοράζω ξανά και ξανά αντίτυπα από τις διάφορες εκδόσεις της, τα χαρίζω, τα δανείζω δίχως επιστροφή και τα ξαναγοράζω, τόσο που έχω χάσει το μέτρημα των αναγνώσεών μου (άραγε σαράντα φορές; πενήντα; περισσότερες;). Μα τι μου συμβαίνει, λοιπόν; Πιθανώς να πει κανείς πως το ίδιο το βιβλίο έγινε ένα κομμάτι της εφηβείας μου μα αυτό είναι λίγο. Ίσως μια αυτιστική προσπάθεια να κατανοήσω την νοσταλγία του άλλου που δεν γνώρισα ίσως πάλι η άρνηση να παραδεχτώ τη μνήμη του παρελθόντος ως μια ντούμπα με μοιραία (ή και ιστορικά) πτώματα. Ακόμα και πριν από λίγες μέρες, όταν ξανακυκλοφόρησε η Τζιοκόντα μαζί με δύο ακόμη τόμους της λογοτεχνικής δουλειάς του Κοκάντζη (τα συγκεντρωμένα ποιήματά του και τα συγκεντρωμένα διηγήματα), αντί να ξεκινήσω με αυτά που μέχρι σήμερα ήταν ανεκδοτα, ξαναδιάβασα την παλιά ιστορία περισσότερο σαν εξακολουθητικά μαγεμένος παρά σαν εθισμένος. Θαρρείς πως εκείνο το χαμένο τετράδιο με τα ξεραμένα λουλούδια που η Τζιοκόντα δίνει βιαστικά στα χέρια του Νίκου, λίγο πριν τη φορτώσουν στο γερμανικό καμιόνι, να φτάνει στα χέρια μας και τα λουλούδια να ζωντανεύουν και να γεμίζουν τον κόσμο με την ευωδιά τους. Άραγε μπορεί να είναι η ανθρώπινη λογοτεχνία να προσπεράσει την φονική είναι μια αντιπρόταση στη εξ ουρανών εκπορευόμενη θρησκεία; Άραγε μπορεί ένας προσωπικός μύθος να κατισχύσει της φονικής καθολικής ιστορίας;

 

Η Τζιοκόντα εδώ και τριάντα χρόνια έχει πάρει την θέση της στη λογοτεχνία της γλώσσας μας δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Έχει διαβαστεί και αγαπηθεί από χιλιάδες ανθρώπους, έχει κάνει αλλεπάλληλες εκδόσεις, έχει μεταφραστεί σε όλες σχεδόν τις σημαντικές ευρωπαϊκές γλώσσες κι έχει λάβει διθυραμβικές κριτικές ανάμεσα τους, στο νου μου έρχονται οι τόσο γόνιμες σελίδες της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου για το πώς στην Τζιοκόντα ακυρώνεται εντός του πρωτοεφηβικού ερωτισμού το σχήμα Εμείς vs Άλλοι, σχήμα που κατα τα άλλα δεσπόζει στην εικόνα του Εβραίου στην νεοελληνική λογοτεχνία (βλ. Φρ. Αμπατζοπούλου, Ο Άλλος εν διωγμώ, Εκδόσεις Θεμέλιο 1998, σσ. 306-310). Ωστόσο πιστεύω πως απομένουν ακόμη πολλά για το βιβλίο του Κοκάντζη, το οποίο, όπως κάθε μεγάλο έργο (και η λέξη γράφεται συνειδητά), δομεί την απλότητά του σε ιδιαίτερα σύνθετους όρους (όπως άλλωστε ιδιαίτερα σύνθετος άνθρωπος πιστεύω πως είναι και ο ίδιος ο συγγραφέας της). Δίνω μονάχα ένα παράδειγμα: στη Τζιοκόντα η σάρκα, με τους χυμούς της και τα τρέμουλά της, υποκαθιστά στην αφηγηματική συνείδηση και στο αναγνωστικό υποσυνείδητο κάθε θρησκευτική ή θεολογική δοξασία που λογαριάζει την αγάπη ως δικαιοδοσία ενός μακρινού Πατέρα Παντοκράτορα. Φυσικά και αυτό δεν γίνεται τυχαία: η συγκλονιστική σκηνή της σεξουαλικής ένωσης των δύο παιδιών έχει τόση πυρακτωμένη αθωότητα της σάρκας που, για τη δική μου οπτική, θα έπρεπε να διδάσκεται στα βιβλία της πρώτης Γυμνασίου (αντί για λογής κηρύγματα ανελευθερίας, φόβου, εθνικισμού και θρησκευτικού μίσους). Κι όταν επιστρέφει από το Άουσβιτς, ο Ρούντι, ο μοναδικός επιζών της εβραϊκής φαμίλιας, για να επαληθεύσει αυτό που όλοι ξέρουν, ο Νίκος επιμένει: το σώμα της, πες μου τι έγινε το σώμα της;. Στην Τζιοκόντα οι άνθρωποι απαντάνε στην ανείπωτη βία με σάρκα και εκπληρώνονται με ανθρώπους, μόνοι τους, δίχως ενδιάμεσους, νταβατζήδες και μεταπράτες.

 

Στην (πραγματικά αλησμόνητη) τελευταία παράγραφο του βιβλίου, ο αφηγητής σκέφτεται πως μπορεί η Τζιοκόντα να έγινε πνοή ανέμου και ο ίδιος να την ανέπνευσε σε μια ασυνείδητη ολοκλήρωση αγάπης. Κι έξαφνα διαπιστώνω πως αυτοί οι ίδιοι λόγοι που έκαναν τον Κοκάντζη να ψάχνει τη συνέχεια της χαμένης Τζιοκόντας του στις ανάσες της μεταγενέστερης ζωής του, με κάνουν να διαβάζω ξανά και ξανά την ιστορία της. Ναι, μετέχω κι εγώ στην ασυνείδητη ολοκλήρωση ετούτης της αγάπης για την Τζιοκόντα ακριβώς γιατί μπορώ τη ζήσω, όχι ως συμπονετική μνήμη, αλλά ως ζωντανή σάρκα, ως χαμόγελο και πόθο και λαχτάρα. Ιδού ο θρίαμβος της λογοτεχνίας επί της φονικής ιστορίας: χάρη στις λέξεις ενός ψυχιάτρου της Θεσσαλονίκης, χάρη στην ένταση και την απελπισία του έρωτά του, η αφανισμένη Τζιοκόντα νικάει τις φλόγες του Μπιρκενάου και, ολωσδιόλου απρόσμενα, στέκει μπροστά μας, hic et nunc, εδώ και τώρα, για εμάς και για όσους έρχονται.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 30-4-2005. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμa που εκδόθηκε τον Μάιο του 2006 στη σειρά Αντιρρήσεις των εκδόσεων τυπωθήτω.)