Θανάσης Τριαρίδης

 

Η θρησκεία του ναζισμού

 

 

1

 

Εδώ και αρκετές εβδομάδες αφιερώνω το κείμενο ετούτης της στήλης στην αναζήτηση προϋποθέσεων για μια αντιπρόταση στη θρησκεία δηλαδή, μια αντιπρόταση στη Μεγάλη Μία και Ασύγκριτη Αλήθεια, η αναγνώριση της οποίας χωρίζει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς, πιστούς και απίστους, δικούς μας και εχθρούς. Για τη δική μου οπτική, η βασικότερη προϋπόθεση (και η μεγαλύτερη έγνοια) της αντιπρότασης μας είναι να μην ανακαλύψουμε ή να μην εφεύρουμε μια καινούρια Ασύγκριτη Αλήθεια που θα τη βάλουμε στη θέση της παλιάς. Κάποτε μετέφερα αυτή την εμμονή και σε ένα αφήγημα: στην Παγωμένη καρδιά των ευτυχισμένων ανθρώπων μια πεθαμένη νυχτερίδα μετατρέπεται σε έναν νεό Θεό-Ρυθμιστή που θα (ξανα)σκλαβώσει τους ανθρώπους στο όραμα της ανυπόφορης αιώνιας ευτυχίας.

 

Ωστόσο, η κάθε αντιπρόταση είναι αρχή διαλόγου ειδάλλως έχει ελάχιστη αξία. Ένας άγνωστός μου αναγνώστης, από αυτούς που πραγματικά χαίρεται κανείς να έχει, ο κ. Α.Κ., με αφορμή το κείμενο Ανθρώπινοι μύθοι και όχι θρησκείες (δημοσιευμένο σε δύο συνέχειες, στις 27-2-2005 και στις 6-3-2005) μου έγραψε τα εξής: ...Συμφωνώ μαζί σας πως οι θρησκείες, ιδίως οι μονοθεϊστικές, φυλακίζουν τον άνθρωπο στους κανόνες τους, τον σκλαβώνουν, όπως γράφετε. Ωστόσο νομίζω πως πρέπει να μας προβληματίσει το γεγονός ότι, όταν ο ναζισμός θέλησε να παραμερίσει την θρησκεία για χάρη των μυστικιστικών μύθων που τον εξεθρεψαν, είχαμε την απόλυτη κυριαρχία του παράλογου μίσους και το Άουσβιτς. Μήπως τελικά οι θρησκείες είναι αναγκαίο κακό;.

 

Απαντώντας στον κ. Α.Κ., πρώτα από όλα θα πω πως, όσο μπορώ, αποφεύγω να χρησιμοποιώ τις λέξεις κακό και καλό (δεν είμαι ούτε θεολόγος, ούτε ιερέας) προτιμώ να επαναλάβω πως, κατά την άποψή μου, οι θρησκείες σκλάβωσαν τους ανθρώπους πολύ περισσότερο από όσο άντεχαν οι καιροί που τις γέννησαν. Και επί της ουσίας: ο προβληματισμός του Α.Κ. απηχεί μια έντονη κριτική που ασκήθηκε στον υπαρξισμό (ή σε ό,τι περιέγραψαν ως υπαρξισμό ο Σαρτρ και ο Καμί) ιδίως στο δεύτερο μισό του 20ο αιώνα (ας πούμε, φλογερά δείγματα παρόμοιου λόγου μπορεί να διαβάσει κανείς στον Έλιοτ ή στο Χαμένο κέντρο του Ζήσιμου Λορεντζάτου). Τι υποστηρίζει, λοιπόν, αυτή η θέση: πως ο άνθρωπος δίχως το δέος του Θεού (ή δίχως τον μπαμπούλα της τιμωρίας ο καθένας διαλέγει τις λέξεις που επιθυμεί), εξαχρειώνεται και φτιάχνει Άουσβιτς και Νταχάου και ατομικές βόμβες...

 

Ωστόσο πιστεύω πως τούτη η κριτική είναι ελαφρώς σοφιστική και αρκετά ανιστόρητη: πιστοί χριστιανοί, άνθρωποι που ένιωθαν σε όλο του το μεγαλείο το δέος του Θεού τους, φορέσαν τον Σταυρό και ονόμασαν ιερό χρέος τους την εξόντωση των Αράβων και ακόμη πιστότεροι χριστιανοί (που προσεύχονταν στον Ουράνιο Πατέρα τους πρωί και βράδυ και ξεψυχούσαν φιλώντας τον Εσταυρωμένο τους) διέπραξαν τις πρώτες οργανωμένες γενοκτονίες της ιστορίας στην Κεντρική και Νότια Αμερική. Πιστοί χριστιανοί που δίκαζαν τους ανθρώπους στο όνομα του Παντοκράτορά τους, άναψαν τις φλόγες της Ιερής Εξέτασης (για να κάψουν, -τι σύμπτωση-, Εβραίους, Τσιγγάνους και μάγισσες). Πιστοί χριστιανοί, ιερείς και λαϊκοί, καλλιέργησαν επί αιώνες σε όλους τους τόνους το αντισημιτικό μίσος (άραγε θυμάται κανείς τις θέσεις του μεταρρυθμιστή Μαρτίνου Λούθηρου ή του προφήτη Κοσμά του Αιτωλού για τους Εβραίους;). Και στο Ιερό Βιβλίο των πιστών χριστιανών, ο Θεός τους είναι που αποφασίζει: ο μη ων μετ εμού, κατ εμού εστί. Δυστυχώς το Ολοκαύτωμα δεν ήταν υπόθεση τριών ή τεσσάρων (ή, έστω, δώδεκα) χρόνων - ήταν μια θρησκευτική (και πιο συγκεκριμένα, μια χριστιανική) φαντασίωση δέκα αιώνων. Ο ναζισμός ήρθε και επικράτησε επειδή υποσχέθηκε καθαρές λύσεις σε πολύχρονες θολές αδημονίες της Κεντροευρώπης και στην ουσία μετέβαλε την προϋπάρχουσα θρησκευτική φαντασίωση της φρίκης σε φριχτή πραγματικότητα, σε ιστορία.

 

En Volk, Ein Reich, Ein Fhrer ή μήπως, (ξανά)πιστεύω εις εναν Θεό, Πατέρα, Παντοκράτορα... Αν σκεφτούμε το μεταφυσικό και κοσμολογικό όραμα του Χίτλερ, θα βρεθούμε και πάλι μπροστά σε μια πλήρως (όσο και απελπιστικά) δομημένη θρησκεία και μάλιστα διακηρυγμένη ως κοσμοθεωρία με τους όρους του χριστιανισμού και του όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου. Διαβάζοντας κανείς τα κείμενα του Χίτλερ, του Ρόζενμπεργκ και του Γκέιμπελς διαπιστώνει πως ο ναζισμός με μια απλοϊκή αφαίρεση, στο πλαίσιο μιας εσχατολογικής εκ νέου έναρξης της Ιστορίας, ανακήρυξε ως θρησκεία τον ίδιο του τον σκοπό, αποφασίζοντας όχι να πείσει αλλά να κατασκευάσει το εκκλησίασμά του. Δηλαδή: το Άουσβιτς και το Ολοκαύτωμα δεν το γέννησε ένας αποθρησκειοποιημένος κόσμος - το γέννησαν χίλια χρόνια χριστιανισσμού συμπυκνωμένα στον ναζισμό, μια διαδοχή θρησκειοποιημένων μύθων που έγιναν Ασύγκριτες Αλήθειες και θεσμοποιημένο μίσος κατά των ανθρώπων.

 

Ωστόσο αξίζει τον κόπο να δούμε λίγο περισσότερο το πώς δομήθηκε ετούτη η αλλόκοτη θρησκεία του ναζισμού.

 

 

 

2

 

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς εξειδικευμένος στη θρησκειολογία, για να κατανοήσει πως οι θρησκείες (όλες οι θρησκείες) δομούνται πάνω σε προϋπάρχοντες μύθους τους οποίους και θρησκειοποιούν. Από το πόσο εξελιγμένοι σε σχέση με τις ανθρώπινες ανάγκες (φυσικές και μεταφυσικές) ήταν ετούτοι οι μύθοι και από τον τρόπο που θρησκειοποιούνταν, εξαρτώταν το αν θα επιβιώσουν καθώς και το πώς και κατα πόσο θα διαδοθούν. Η ίδια η ιστορία έδειξε πως οι μεγάλες θρησκείες διάλεξαν τους κατάλληλους μύθους και τους θρησκειοποίησαν όπως έπρεπε (για αυτό έγιναν και μεγάλες). Η μύθος της δημιουργίας του κόσμου από το χάος πλεγμένος με τον μύθο των παιδιών (Αδάμ και Εύα) που στρέφονται ενάντια στον πατέρα (αξιοποιημένος διαφορετικά από την ελληνική του εκδοχή, αυτήν του Ουρανού και Κρόνου) δόμησαν το βιβλίο της Γένεσης, ενώ η ιστορία του εξόριστου και σκλαβωμένου λαού που εξεγείρεται κατά του δυνάστη του και επιστρέφει σε μια Γη της Επαγγελίας διαμόρφωσε το βιβλίο της Εξόδου (δηλαδή τον θεμελιακό πυρήνα του παλαιότερου μονοθεϊσμού). Ο θρύλος του θανάτου ενός πανέμορφου νέου μέσα στο οργιάζον ανοιξιάτικο τοπίο (βλέπε: Άδωνις, Ορφέας, Νάρκισσος, Δάφνις αλλά και Όσιρις) ενωμένος με τον μύθο ενός δασκάλου που γυρίζει μυώντας ανθρώπους στην τέχνη του (βλέπε: Διόνυσος) και προσαρμοσμένος στο ήδη εξελιγμένο πλαίσιο της Παλαιάς Διαθήκης ήταν ο πυρήνας της δραστικότερης θρησκείας της ιστορίας: του χριστιανισμού. Κι αν λογαριάζω τις θρησκείες μηχανισμούς που σκλαβώνουν τους ανθρώπους (δηλαδή: κάτι χειρότερο από όπιο), δεν μπορώ να μην γοητευτώ από τους μύθους, από την τραγική τους περιπέτεια: ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που αναζητώ την αποθρησκειοποίηση των μύθων, για να μπορώ να τους ζήσω ή να τους κατακρίνω, να γοητευτώ ή να τους προσπεράσω, να τους αφήσω πίσω μου ή να ξαναγυρίζω σε αυτούς, να τους προχωρήσω μέσα στο μυαλό μου.

 

Την ίδια λογική των θρησκειών θέλησε να ακολουθήσει και ο ναζισμός προκειμένου να αποκαλύψει τη δική του Απόλυτη Αλήθεια: θρησκειοποίησε ένα σύνθεμα μύθων. Ωστόσο σε αντίθεση με τους συνδιαστικούς δομικούς μύθους των μονοθεϊσμών, η θρησκεία του ναζισμού στηρίχτηκε σε ένα σύνθεμα τευτονικών μύθων, η οποίοι δεν είναι διόλου εξελιγμένοι και διόλου ουμανιστικοί: παρουσιάζουν μονόπαντους και μονοσήμαντους θεούς να αφυπνίζονται, να νικούν και να πεθαίνουν σε μια ευθεία γραμμή, δίχως την παραμικρή ηθική διακινδύνευση, εντέλει δίχως ανθρώπινη περιπέτεια. Η προφανής αδυναμία αυτού του συνθέματος να απαντήσει ως θρησκεία σε πραγματικά ανθρώπινες ανάγκες, οδήγησε τους Ναζί να το επενδύσουν με μυστικισμό και κάμποση χριστιανική εσχατολογία, προκειμένου να κρατήσουν ζεστό το εκκλησίασμα. Το αποτέλεσμα ήταν μια θρησκεία-Φρανκενστάιν, μια θρησκεία που αδυνατούσε να δομήσει έναν εσωτερικό ηθικό κώδικα, και υπήρχε μονάχα χάριν του σκοπού της (δηλαδή χάριν της αποστολής να εξοντώσει τους εχθρούς της). Ήταν περισσότερο από προφανές πως αυτή η θρησκεία θα κρατούσε για ελάχιστο χρόνο και πως πριν από την πτώση της θα αναζητούσε μια καθαρτήρια καταστροφή, μια μεγαλειώδη συντέλεια - όπως και έγινε...

 

Υπάρχουν πραγματικά αναρίθμητα βιβλία (εκατοντάδες, χιλιάδες;), σοβαρά και λιγότερο σοβαρά, που επιχειρούν να περιγράψουν αυτήν την ιδιότυπη θρησκεία του ναζισμού. Είναι γεγονός πως ο Χίτλερ κράτησε (βαθμιαία όλο και μεγαλύτερη) απόσταση από τη χριστιανική θρησκεία, πρώτον, επειδή ένιωθε πως ερχόταν σε αντίθεση με το θεοκρατικού τύπου κράτος-Ράιχ που οικοδομούσε, και, δεύτερον, εξαιτίας του παθολογικού-οργανικού αντισημιτισμού του (στα μάτια του ο Χριστιανισμός φαίνεται πως φάνταζε ως ιουδαϊκός ιός που μόλυνε την Ευρώπη). Ωστόσο οι Ναζί κράτησαν από τον Χριστιανισμό την αλάθητη βεβαιότητα για την ερμηνεία του κόσμου ως μονόδρομο: στο τέλους αυτού του δρόμου έβαλαν τους μύθους του κύκλου των Νιμπελούγκεν στην μεγαλειώδη Βαγκνερική εκδοχή τους (την κοιμωμένη Δύναμη και την αναμενόμενη αφύπνισή της, τον μοναχικό ήρωα που θα επιστρέψει ως πληρωτής της ιστορίας, τις άχρονες Βαλκυρίες που τον παραστέκουν, το σπαθί-υπερόπλο που θα συντρίψει τους εχθρούς, την δικαίωση της ιστορίας στις φλόγες της συντέλειας), κατόπιν τους εμπέδωσαν με την ρατσιστική θεωρία του Υπερανθρώπου και των φυσικών Κυρίων, και τους έντυσαν με λογής μεσοποταμιακά και ρουνικά σύμβολα αναγέννησης. Πλέον όλα ήταν έτοιμα: μονομιάς ο Στρατιώτης-Μεσσίας διακύρηξε πως το τέλος του δρόμου είχε φτάσει. Το Ολοκαύτωμα ήταν η κατάληξη αυτής της ιδιότυπης θρησκείας του ναζισμού που θεωρούσε ως τέλος της (: ως τελείωσή της) ένα παράλογο σύνθεμα Άχρονης Αιωνιότητας και Ολοκληρωτικής Συντέλειας μα τι μας θυμίζει αυτό;

 

Μας θυμίζει Θηρία με εφτά κεφάλια, αγγέλους με δρεπάνια, Βαβυλώνες που αφανίζονται για πάντοτε, καβαλάρηδες με σιδηρές ράβδους, λίμνες της φωτιάς - καθώς και την απόφανση εγώ ειμί το Α και το Ω.

 

 

 

3

Δεν υπάρχει θρησκεία δίχως τρόμο και δίχως τελετουργικές εκατόμβες. Η αλλόκοτη θρησκεία του ναζισμού θαρρείς πως γύρεψε στα δώδεκα χρόνια της κυριαρχίας της να συμπυκνώσει τρόμο και εκατόμβες αιώνων. Η εξαιρετική ταινία Η Πτώση του Όλιβερ Χίρσμπιγκελ, που πρόσφατα προβλήθηκε στους κινηματογράφους, αλλά και η υποδειγματική δίτομη βιογραφία του Χίτλερ από τον Ίαν Κέρσοου, δίνουν μια εικόνα για το πώς είχε δομηθεί η ναζιστική θρησκεία στο μυαλό του υποτιθέμενου Μεσσία της και των συνεργατών του. Το γεγονός ότι ο Χίτλερ, όταν κατάλαβε πως χάνει τον πόλεμο, αρνήθηκε πεισματικά οποιαδήποτε διαπραγμάτευση αλλά επέλεξε μία μεγαλειώδη συντέλεια, ένα Fhrerdmmerung (πολύ εύστοχος τίτλος του σχετικού κεφαλαίου του Κέρσοου που βέβαια παραπέμπει στο τέταρτο μέρος της τετραλογίας του Βάγκνερ, το Λυκόφως των Θεών, το Gtterdmmerung) οδηγώντας στην αναγκαστική ανθρωποθυσία τρία εκατομμύρια Γερμανούς, καταδεικνύουν τον θεολογικό χαρακτήρα τον οποίο ο ίδιος έδινε στην πολιτική του πορεία. Με τον ίδιο τρόπο που διέταξε την Τελική Λύση για τους Εβραίους ή εξήγγειλε τον ολοκληρωτικό αφανισμό των Σλάβων ή απαίτησε την ισοπέδωση του μισητού Παρισιού, αποφάσισε να καταστρέψει την ίδια την Γερμανία του, να τη χρησιμοποιήσει ως προφυρό σκηνικό της Δύσης ενός Ερχόμενου Λυτρωτή, ενός Ζίγκφριντ που θα τελειωθεί μέσα στις φλόγες της Βαλχάλλα...

 

Η υποταγή του φυσικού σώματος σε μια μεταφυσική σκοπιμότητα να μια παμπάλαια συνταγή ολέθρου. Βλέποντας την Πτώση και ξαναδιαβάζοντας τον Κέρσοου σκέφτηκα πως ίσως, περισσότερο από κάθε άλλη απόπειρα, το Άουσβιτς να ερμηνεύεται από τον τρόπο που η Μάρθα Γκέιμπελς αποφάσισε να δηλητηριάσει τα έξι παιδιά της εκείνη την 30η Απριλίου του 1945, γιατί μετά τον Φύρερ, δεν υπάρχει μέλλον. Στη ρίζα του τελετουργικού φόνου βρίσκεται και πάλι η θρησκεία, η Μία Αλήθεια, η Απόλυτη Βεβαιότητα: το μέλλον (δηλαδή: αυτό που αναμένουμε ως ανθρώπινο ενδεχόμενο) καταργείται, ο θάνατος λατρεύεται ως Έσχατη Σωτηρία, η σάρκα καταστρέφεται ως άλογη θυσία στο Τέλος του Χρόνου. Όσο οι ανθρώπινοι μύθοι (ρατσιστικοί ή όχι, εσχατολογικοί ή ουμανιστικοί) γίνονται θρησκευτική διακήρυξη και συλλογικός μεταφυσικός στόχος ενός συντεταγμένου εκκλησιάσματος, το Άουσβιτς θα εξακουλουθεί να είναι μια δυνατότητα, μια ιστορική επιλογή. Ωστόσο καλό είναι να κρατήσουμε στον νου μας τον συλλογισμό του δολοφόνου και της χρυσόσκονης (τον καταγράφει ο Έκο στο Όνομα του Ρόδου): αν κάποιος αποφασίζει να σκοτώσει του χρυσοχόους μιας πόλης, ποτέ δεν θα πούμε πως τους σκότωσε η χρυσόσκονη. Παρόμοια, το Ολοκαύτωμα δεν το πραγμάτωσαν οι μύθοι που το προανήγγειλαν: μήτε ο (πράγματι διόλου ουμανιστικός) μύθος των Νιμπελούγκεν, μήτε οι μυστικιστικοί ρουνικοί συμβολισμοί της διαρκούς αναγέννησης, μήτε καν οι λογής (αναμφίβολα αποκρουστικές) υπερ-ρατσιστικές θεοσοφίες της Θούλης. Το Άουσβιτς πραγματοποιήθηκε (έγινε γεγονός), ως ιστορική συνέχεια σε ένα θρησκευτικό μίσος αιώνων, εξαιτίας της θρηκειοποίησης αυτών του μύθων (και μάλιστα θρησκειοποίηση με όρους ενός αλλόκοτου προτεσταντικού καθολικισμού), εξαιτίας της μετατροπής τους από ανθρώπινη φαντασία (έστω και ρατσιστική ή και βλακώδη) σε ΄Ύψιστη και Ασύγκριτη Αλήθεια που θα οδηγήσει τους ανθρώπους στη θέωση. Όπως, άλλωστε, τις εκατόμβες των Σταυροφοριών και της Ιερής Εξέτασης δεν τις προκάλεσε ο θρύλος ενός κουρελή-Βάκχου που γυρνούσε στη Γαλιλαία, αλλά η θρησκειοποίηση του μύθου του, η υπαγωγή του σε Ιερά Βιβλία και σε Κανόνες Οικουμενικών Συνόδων.

 

Πού καταλήγουν όλα αυτά; Καταλήγουν στην άποψη πως οι θρησκείες μετασχηματίζουν τον δομικό μύθο τους σε ιδεολογία και πρακτική θανάτου. Κι ακόμη, καταλήγουν στη σκέψη ότι το στοίχημα δεν είναι να εκκαθαρίσουμε τους μύθους περνώντας τους από ηθικό ζύγι (ο καθένας μας μπορεί να βρει μύθους που να τον ελκύουν και άλλους που να του δημιουργούν αποστροφή), αλλά να τους κρατήσουμε στο μυαλό μας ως δυνητικές ανθρώπινες περιπέτειες που ερεθίζουν (όσο και όπως ερεθίζουν, θετικά ή αρνητικά) τον νου και την καρδιά μας και σε καμιά περίπτωση δεν καθοδηγεί. Αυτή είναι, για την δική μου οπτική, η κρίσιμη λέξη: η καθοδήγηση το στοίχημα είναι να μην γίνουμε έρμαια καμίας καθοδήγησης, να μην αφεθούμε στα αλάθητα χέρια κανενός Μεσσία, Σωτήρα, Λυτρωτή ή Οδηγού. Ο Τζορτζ Όργουελ επέμενε εδώ και έξι δεκαετίες: τα ζώα εύκολα μεταμορφώνονται σε ανθρώπους. Ακόμη κι αν διαλέξουμε τον ουμανιστικότερο μύθο, εφόσον τον μεταβάλουμε σε θρησκεία, πολύ σύντομα θα βρούμε τους απίστους μας, τους οποίους και θα πυροβολήσουμε-σταυρώσουμε-κάψουμε-φορτώσουμε στα τραίνα που βγάζουν σε ένα καινούριο Άουσβιτς. Ακόμη κι αν βάλουμε στις εκκλησιές μας, στις συναγωγές μας και στα τζαμιά μας, στα εικονοστάσια των σπιτιών μας και στις πλατείες των πόλεων μας τις εικόνες και τα αγάλματα του Μολυβένιου Στρατιώτη ή του Μικρού Πρίγκιπα (δύσκολα μπορώ να σκεφτώ ουμανιστικότερα παραμύθια από αυτά τα δυο), εφόσον αρχίσουμε να τα προσκυνάμε ως Μία Αλήθεια, πολύ σύντομα θα ντυθούμε τις καινούριες στολές μας (ας πούμε: με ένα τριαντάφυλλο ή μια μπαλαρίνα στο στήθος), και θα πάμε να μακελέψουμε τους καινούριους μισητούς εχθρούς μας.

 

Το κείμενο αυτό είχε ως αιτία του μια γόνιμη αναγνωστική αντίδραση σε μια πρόταση. Προσπάθησα σε τρεις συνέχειες να καταγράψω τις σκέψεις μου για αυτήν την αντίδραση ωστόσο, αγαπητέ Α.Κ., μετά από όλα αυτά η πρότασή μου παραμένει η ίδια: να προσπεράσουμε τις θρησκείες, να σταθούμε στους ανθρώπινους μύθους. Και ετούτους τους μύθους να τους διαβάζουμε ως περιπέτεια και όχι ως Ιερά Βιβλία. Να μην προσκυνούμε κανένα αφέντη, αρχηγό, μεσσία, σωτήρα, λυτρωτή, οδηγό ή καθοδηγή, σοφό παντογνώστη ή αλάθητο ιερέα, κανένα σύμβολο, σταυρό ή μισοφέγγαρο, μαχαίρι ή αστέρι ή τριαντάφυλλο ή παγωμένη νυχτερίδα να γονατίζουμε μονάχα για να λατρέψουμε τα σώματα των ανθρώπων. Κι ακόμη: να αμφιβάλλουμε όσο έχουμε ανάσα - πάντοτε να αμφιβάλλουμε, μέχρι το τέλος, για την αρχή και το τέλος, για όλους και όλα, πρωτίστως για μένα που σας ιστορώ.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 27-3-2005 και στις 03-4-2005. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα που εκδόθηκε την άνοιξη του 2006 στη σειρά Αντιρρήσεις των εκδόσεων Τυπωθήτω.)