Θανάσης Τριαρίδης

 

Ανθρώπινοι μύθοι και όχι θρησκείες

 

 

1

 

Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων μοιάζουν με τις καθημερινές σαπουνόπερες της τηλεόρασης έχουν απίθανους πρωταγωνιστές που κινούνται στο επίπεδο της ιλαροτραγωδίας και προφανώς απευθύνονται στο ίδιο κοινό. Ο εθνοφασίστας αρχιεπίσκοπος (ο ίδιος άνθρωπος που επαινούσε δημόσια τη χούντα, θεωρούσε τον εαυτό του αρμόδιο να γνωμοδοτεί για τα κουσούρια των ανθρώπων και πριν από λίγα χρόνια επιχείρησε μια πρώτου μεγέθους πολιτειακή εκτροπή επιμένοντας να επιβάλει δημοψήφισμα για ένα ανθρώπινο δικαίωμα), υποδεικνύεται ως επικεφαλής ενός σκοτεινού, δυσώδους όσο και παμπάλαιου, παρακράτους, το οποίο λειτουργεί ως μυστικός στρατός του, στήνει δίκες, χαλκεύει στοιχεία, εκβιάζει, πλαστογραφεί, διασύρει, πιπιλίζει μεγάλες Ελλάδες ενώ παράλληλα εμπορεύεται ναρκωτικά, όπλα και ό,τι άλλο. Το παρακράτος αυτό (του οποίου η συμβολική έδρα φαίνεται πως είναι το μοναστήρι της Χρυσοπηγής) δεν είναι μια κλειστή εκκλησιαστική φατρία, μα ένας ισχυρότατος παράγοντας πολιτικοοικονομικής εξουσίας στον ελλαδικό χώρο - και όχι μόνο. Κι είναι καλό είναι να μιλάμε καθαρά: όλοι όσοι, με πολυποίκιλο κόστος, υπέδειξαν (πολύ προτού ξεσπάσουν οι αποκαλύψεις) το εν λόγω φασιστοειδές πλέγμα ως έναν μείζονα κίνδυνο για τη δημοκρατία, δικαιώνονται σε αντίθεση με τους άλλους που φιλούσαν χέρια για να μαζέψουν ψήφους. Όπως επίσης δικαιώνονται όσοι, εν μέσω των αλλοτινών επαίνων για το ρητορικό χάρισμα του αρχιεπισκόπου, προέβλεπαν πως μακροπρόθεσμα αυτό το πρόσωπο θα οδηγήσει την ίδια του την Eκκλησία στον δημόσιο διασυρμό και την απαξία. Αλήθεια πώς αισθάνονται τώρα οι πιστοί του όταν αναλογίζονται την αναδρομική διαπόμπευση των συμβόλων της πίστης τους από τα χέρια του φωτισμένου ιεράρχη τους ας πούμε, το φλάμπουρο της Αγίας Λαύρας ή το τη Υπερμάχω Στρατηγώ, τα οποία πρόσφερε ως καταληκτήρια φαντασιοκοπία ελληνοχριστιανισμού στις εθνοφασιστικές λαοσυνάξεις του;

 

Ωστόσο το ερώτημα είναι εύλογο: αυτοί που εκπλήσσονται από όλην ετούτη τη δυσωδία, αυτοί που πέφτουν από τα σύννεφα μπροστά στις αποκαλύψεις, είναι ειλικρινείς; Δυσκολεύομαι να πιστέψω κάτι τέτοιο: αρκεί η μελέτη των (έτσι κι αλλιώς ακρωτηριασμένων) σχολικών εγχειριδίων της ιστορίας για να καταλάβει (σωστότερα: να ξαναθυμηθεί) κανείς ότι από το κρίσιμο ξημέρωμα που ο Μεγάλος Κωνσταντίνος είπε στους στρατιώτες του πως είδε ένα νικητήριο όνειρο, η χριστιανική πίστη έγινε στρατός, όργανο επιβολής και σφαγών, μηχανή εξουσίας που σκλαβώνει τους ανθρώπους. Αν κανείς αναλογιστεί την ιστορία του Βυζαντίου ή την ιστορία της Δύσης εύκολα θα δει πως οι λογής Εκκλησίες ήταν σχεδόν πάντοτε η ραχοκοκκαλιά της εξουσίας που πρωτοστατούσε στους χαλασμούς των ανθρώπων, στις εικονομαχίες, στους ιερούς πολέμους, στις σταυροφορίες, τις ιερές εξετάσεις, στις γενοκτονίες που έγιναν στο όνομα του Κυρίου. Υπάρχει νοήμων άνθρωπος που να αγνοεί πως κάθε ιερατείο (είτε αυτό λέγεται Βατικανό, είτε Πατριαρχείο, είτε Αρχιεπισκοπή Αθηνών ή όπως αλλιώς) προϋποθέτει και ένα εγκληματικό παρακράτος, έτοιμο να τσαλαπατήσει κάθε ηθική αρχή που υποτίθεται πως υπηρετεί, προκειμένου να εμπεδώσει την εξουσία του;

 

Στις σαπουνόπερες της τηλεόρασης ένα από τα συστατικά της επιτυχίας τους (πιθανώς το σημαντικότερο) είναι τούτο: οι πιστοί θεατές προβλέπουν με όλες τις λεπτομέρεις τη συνέχεια κι όμως τις παρακουλουθούν αδιάλειπτα. Στους επόμενους μήνες θα δούμε να κλιμακώνεται η άμυνα του εθνοφασίστα αρχιεπισκόπου (και του παρακρατικού πλέγματός του), η οποία θα κινηθεί στο επίπεδο του σαπουνοπερικού δοκιμασμένου: θα βγάλει στο τραπέζι τις ψήφους της Εκκλησίας για να εκβιάσει ωμά για πολιτική υποστήριξη, ενώ παράλληλα θα προσπαθήσει να κρυφτεί πίσω από τα ράσα του. Όσοι στέκονται εναντίον μου, θέλουν να βλάψουν την Εκκλησία (έτσι, με κεφαλαίο Έψιλον) θα επαναλαμβάνει στα κυριακάτικα κηρύγματά του με τη γνωστή ραγισμένη του φωνή (που του έχουν πει πως συνεγείρει τους πιστούς του). Φυσικά και θα λέει για μια ακόμη φορά ψέματα: όποιος θέλει να απαξιωθεί η ελληνική ορθόδοξη εκκλησία εύχεται να συνεχίσει να τη διοικεί ο εθνοφασίστας με το παρακράτος του για πολλά πολλά χρόνια δεν μπορώ να φανταστώ μεγαλύτερο ηθικό διασυρμό για το όποιο εκκλησιαστικό σώμα (που στηρίζει την ύπαρξη του σε ό,τι αντιλαμβάνεται ως ηθική υπεραξία) από αυτόν.

 

Το έχω γράψει πολλές φορές (και από ετούτη τη στήλη): δεν πιστεύω σε καμία Εκκλησία και σε καμία θρησκεία τις λογαριάζω πνευματικούς μηχανισμούς που σκλαβώνουν τους ανθρώπους, που αντιστρατεύονται την ιερότητα του σώματος για να υπηρετήσουν το αλάθητο που υποτίθεται ότι κατέχουν. Ωστόσο σκέφτομαι πως η όποια αντιπρόταση σε τούτο το εξ ουρανών εκπορευόμενο αλάθητο, δεν θα έχει (τουλάχιστον για την δική μου οπτική) μεγάλη αξία αν προέλθει ως αντίδραση στη διαφθορά ενός ιερατείου, διότι τότε δεν θα είναι τίποτε άλλο από ένα καινούριο (σωστότερα: ανασχηματισμένο) σύστημα υποχρεωτικών ηθικών κανόνων δηλαδή μία ακόμη επερχόμενη (ή επανερχόμενη) φενάκη σκλαβιάς. Η σύντομη όσο και τραγική ιστορία του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου είναι αρκετά διδακτική: η ρυθμιστική Αρετή των ανθρώπων είναι ένας ακόμη Αφέντης Παντοκράτορας που αποδεικνύει την ηθική της με γκιλοτίνες. Για μένα, μια αντιπρόταση στη θρησκεία μοιάζει εφικτή μονάχα αν δομηθεί υπό όρους όχι ρυθμιστικούς αλλά δυνητικούς, δηλαδή υπό όρους προσωπικής επιλογής αυτό δεν λένε πως είναι η ελευθερία;

 

Έχουμε, λοιπόν, να σκεφτούμε ετούτη την αντιπρόταση.

 

 

 

2

 

Το παλιό ρόδο υπάρχει ως όνομα: εφόσον μιλούμε για αντιπρόταση στη θρησκεία, πρέπει να σκεφτούμε, όσο μπορούμε, την αναγκαιότητά της αναγκαιότητα ιστορική, κοινωνική, μεταφυσική, εν τέλει αναγκαιότητα ερμηνευτική. Για τους πιστούς της η κάθε θρησκεία είναι η συμφωνία (η διαθήκη) με μια ανώτερη δημιουργό δύναμη που έχει και τον τελικό λόγο - και όλο το το διακύβευμα είναι στον τρόπο και το ποιόν της διαμεσολάβησης με ετούτη την δύναμη. Για όσους δεν πιστεύουν σε ανώτερες δυνάμεις που θα έχουν τον τελικό λόγο, οι θρησκείες είναι μέρος της ιστορίας: μια διαχείρηση της ανθρώπινου φόβου, μια κατασκευή που πασχίζει να καλουπώσει την ανημποριά μας να αποδεχτούμε τον χρόνο και τη ματαιότητά μας μέσα στον χρόνο, κι ακόμη πιο πολύ την αίσθηση της ματαιότητάς μας, το επικείμενο του θανάτου μας. Μπορεί κανείς να πει πως παρόμοια είναι και η στόχευση της φιλοσοφίας από τον Πλάτωνα και μετά μα το μεγάλο επικοινωνιακό πλεονέκτημα της θρησκείας είναι η μετάθεση των ευθυνών από το υποκείμενο του φόβου στην ανώτερη δύναμη που παραδέχεται πως το κυβερνά: ο πιστός εγκαταλείπεται στην αγκαλιά του θεού του, του προσφέρει την διαχείριση της ζωής του και εκείνος τον ανταμοίβει με προκάτ απαντήσεις σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα, σε όλα τα δύσκολα. Η φιλοσοφία στέκει στον αντίποδα: διεκδικεί την ευθύνη για το υποκείμενο δηλαδή απευθύνει τα δύσκολα εις εαυτόν. Για αιώνες οι άνθρωποι επέλεγαν τη θρησκεία: παρά τον παλιό Θούριο του Ρήγα, οι άνθρωποι στην πλειοψηφία τους φοβούνται την ελευθερία και απαντούνε, καλύτερα σαράντα χρόνια σκλαβιά δίχως ευθύνη.

 

Μπορεί κανείς να δομήσει την αντιπρόταση του στη θρησκεία (εφόσον, βέβαια, αναζητεί μια τέτοια αντιπρόταση) πάνω στην άρνηση του φόβου. Μπορεί να πει: δεν φοβάμαι, άρα δεν έχω τίποτε για το οποίο να διερωτηθώ. Όντως μια τέτοια απόφαση (γιατί περί απόφασης πρόκειται) καθιστά τη θρησκεία αλλά και τη φιλοσοφία κενές περιεχομένου. Δεν ξέρω αν τούτη η στάση ονομάζεται μηδενισμός (πιθανώς να είναι η στάση του Κιρίλοφ των Δαιμονισμένων, πιθανώς να είναι η στάση του Βερχοβένσκι), υποψιάζομαι ωστόσο πως μια ζωή δίχως διερώτηση για τη ματαιότητά της, θα ήταν, για τα δικά μου μέτρα, απάνθρωπη με τον ίδιο τρόπο που η ελευθερία δεν θα ήταν επιλογή αλλά μονόδρομος (άρα δεν θα ήταν ελευθερία).

 

Μια άλλη αντιπρόταση είναι ο προσδιορισμός του φόβου ως ανθρώπινης ατέλειας κάτι δηλαδή που θα το διορθώσουμε με τον καιρό, με τη βοήθεια της τεχνικής (αξίζει κανείς να δει το πώς την προσδιορίζει ο Αξελός στα τελευταία του βιβλία). Η προσδοκία τούτης της στάσης είναι πως αργά ή γρήγορα η τεχνική θα ελέγξει τον θάνατό μας (αφού προηγουμένως ακυρώσει τις αρρώστιες και τα γηρατειά) άρα να πώς (για να παραφράσω τον Ντίλαν Τόμας) ο φόβος δεν θα έχει εξουσία. Τούτη η στάση δεν είναι θεωρητική: είναι η επιλογή αρκετών ελίτ του δυτικού κόσμου αλλά και μια βολική διέξοδος των καλών μαθητών στο ασφυκτικό τρίωρο της έκθεσης ιδεών. Ωστόσο, για τα δικά μου μάτια, εξακολουθεί να είναι μια διέξοδος ολοκληρωτισμού: η ευθύνη της διαχείρισης του φόβου και πάλι φεύγει από το υποκείμενο και εναποτίθεται στην τεχνική. Το άτομο εξακολουθεί να μην επιλέγει αλλά να ακολουθεί: δηλαδή εξακολουθεί να θρησκεύεται.

 

Υπάρχει, ανάμεσα στις πολλές άλλες, και μια ακόμη αντιπρόταση: ένας αρχαίος βασιλιάς ακούει από όλους τους γύρω του (τη γυναίκα του, τους συνεργάτες του, τους γέροντες βοσκούς) να σταματήσει κι αυτός επιμένει εγώ θα βρω την αιτία του μιάσματος. Λίγο αργότερα θα βρει τον εαυτό του με το ίδιο του το χέρι θα βγάλει τα μάτια του. Ο παλιός Οιδίποδας είναι κάποιος που αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την ευθύνη: μήτε κρύβεται στον ίσκιο του, μήτε στον ίσκιο του πεπρωμένου, μήτε φωνάζει τον καθοδηγητή Απόλλωνα να δώσει τη λύση. Πιθανώς ο χαμός του να ήταν προδιαγεγραμμένος από την ώρα που αποφάσισε να σταθεί μπροστά στην Σφίγγα και να απαντήσει με τη φράση εγώ είμαι - ωστόσο ο Οιδίποδας είναι κάποιος που έζησε αυτόν τον χαμό του, έζησε τον φόβο του θανάτου και τον ίδιο τον θάνατο. Η ιστορία του είναι τραγική, δηλαδή ανθρώπινη μα πρέπει να προσδιορίσουμε τι σημαίνει αυτό. Για την δική μου ανάγνωση σημαίνει πως στέκει στον αντίποδα της θρησκείας επειδή αντιλαμβάνεται τον μύθο ως αποδοχή του φόβου και όχι ως μετάθεσή του.

 

Nomina nuda tenemus. Η θρησκεία και η λογοτεχνία έχουν πάντοτε στον πυρήνα τους έναν μύθο ή ένα πλέγμα μύθων: η θρησκεία χρησιμοποιεί τον μύθο ως αλληγορία της αλήθειας, τον κάνει διδαχή σωτηρίας, άγαλμα του χρυσελεφάντινου Δία και εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα που από την άχρονη αιωνιότητά τους ελέγχουν τη ζωή σου. Η λογοτεχνία αντιμετωπίζει τον μύθο ως περιπέτεια ανθρώπων, δρόμο που τον περπατάς για να βγεις στον γκρεμό, ένα τρομακτικό ταξίδι του χαμού. Ο ίδιος μύθος που στη θρησκεία κανονίζει, στη λογοτεχνία εξάπτει. Το ζήτημα είναι το πώς θα τον καταλάβεις (δηλαδή, πώς θα τον θελήσεις): ως ουράνια παραβολή ή ως ανθρώπινη αποκοτιά. Η αντιπρόταση που σκέφτομαι έχει τη βάση της στην αποκοτιά.

 

Ο Μπόρχες επέμενε πως αφηγούμαστε συνεχώς τις ίδιες τέσσερις ιστορίες. Δεν ξέρω αν είναι πράγματι τέσσερις οι ιστορίες μας, ωστ΄σο ο Γκίντερ Γκρας με πείθει: ετούτε οι ιστορίες, όποιες και όσες είναι, θα εξακολουθούν να παραμένουν στην άκρη των χειλιών μας, είτε ως κραυγή είτε ως ψίθυρος, είτε ως λυγμός είτε ως άγριο γέλιο. Σε εμάς μένει αν θα τις αφηγηθούμε ή θα τις απαγγείλουμε. Αν θα τις κάνουμε ουράνια διδαχή ή ανθρώπινο, μοναδικό μες στην ατομικότητά μας, βίωμα. Μπορούμε να απαγγείλουμε ως θρησκεία τον Οιδίποδα ή τη Μήδεια ή τον Άμλετ, τον Φάουστ, τον Κουασιμόδο ή τον ξάγρυπνο Αντώνιο του Καβάφη. Μπορούμε να αποτραγικοποιησουμε τον μύθο τους, να ακυρώσουμε την τραγωδία τους για να θεολογήσουμε, να τους καταστήσουμε αγάλματα που μένουν στο μουσείο, και τα οποία εκτίθενται στο προσκύνημα των πιστών. Μπορούμε πάλι να αφηγηθούμε ως τραγωδία τον μύθο ενός κουρελή που γυρίζει στις αμμουδιές της Θάλασσας της Γαλιλαίας. Ως μια ιστορία ενός λωλού που δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν πατέρα και κομματιάζεται από αγάπη.

 

Nomina nuda tenemus: ναι, κρατάμε γυμνά ονόματα ωστόσο με την ανάσα μας λένε πως τους δίνουμε ζωή. Πιστεύω πως ένας αποθεολογικοποιημένος κόσμος δεν είναι παρά ένας κόσμος των δυνητικών μύθων και των δυνητικών τραγωδιών δηλαδή των ιστοριών χαμού και όχι σωτηρίας που μπορεί να διαλέξει ο καθένας. Επίσης πιστεύω πως στους αιώνες του θεοκρατικού σκοταδισμού κάμποσοι ήταν εκείνοι που προτίμησαν ετούτους τους μύθους από τους αφέντες παντοκράτορες, που τους έβαλαν στο κέντρο της σκέψης τους καποιοι από αυτούς πολύ φανερότερα φανερότερα από όσο νομίζουμε: ανάμεσά τους, ο Γεώργιος Γεμιστός, αυτός που τον είπανε Πλήθωνα, ο Λεονάρντο από το Βίντσι, ο Τζορντάνο Μπρούνο, ο Γκαίτε, ο Μπάιρον, ο Καβάφης, ο Τζόις, ο Μπρετόν, ο Εμπειρίκος.

 

Τα όρια μιας επιφυλλίδας είναι ασφυκτικά: έγραψα αυτό το κείμενο για να τονίσω πως η αντιπρόταση στη θρησκεία είναι κάτι πολύ συνολικότερο από την αηδία για το παρακράτος ενος ιερατείου ή της όποιας ελλαδικής ορθόδοξης εκκλησίας. Για όσους παρακολούθησαν τους υπαινιγμούς μιας τέτοιας αντιπρότασης, κράτησα για το τέλος μια σειρά από δυνητικές προστακτικές (δηλαδή, προστακτικές που αυτοαναιρούνται). Ας πούμε: διαβάζετε τις ιστορίες ως τραγωδίες, όχι ως αλήθειες. Ζήστε τους μύθους και προσπεράστε τις τελετουργίες. Αγνοείστε τις εντολές και δοθείτε στην σάρκα. Και για να θυμηθώ την Μαρία Νεφέλη του Ελύτη: τους ζυγούς λύσατε, τα κορίτσια φιλήσατε.

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 27-2-2005 και στις 6-3-2005. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα που εκδόθηκε την άνοιξη του 2006 στη σειρά Αντιρρήσεις των εκδόσεων Τυπωθήτω.)