Θανάσης Τριαρίδης

 

Το ανυπότακτο κουκί

 

 

Τα γεγονότα: ένας ψάλτης που αυτοπροσδιορίζει τον εαυτό του ως χριστιανό ορθόδοξο (και έχει κάθε δικαίωμα), παρεξηγήθηκε ακούγοντας τα γαμοτράγουδα τραγουδισμένα από την Δόμνα Σαμίου σε μια τηλεοπτική εκπομπή της ΕΤ3 (έχει κάθε δικαίωμα και για τούτο) και κατέθεσε μήνυση εναντίον της τραγουδίστριας (και είναι αυτονόητο πως ο καθένας πολίτης έχει το δικαίωμα να κάνει μηνύσεις). Σχεδόν αμέσως μετά ένας αρχιεπίσκοπος που αποδέχεται τον χαρακτηρισμό μακαριότατος και ο οποίος έχει διαπρέψει σε σκοταδιστικές δηλώσεις εθνοφασισμού επικρότησε την ενέργεια του ψάλτη, υπογραμμίζοντας πως πρέπει να απαλλάξουμε την παράδοση από τα περιττά στοιχεία. Συμπέρασμα: δύο εκπρόσωποι της Εκκλησίας (και σύντομα τους ακολούθησαν κι άλλοι) προσπαθούν να την υπερασπιστούν από ό,τι νιώθουν πως την απειλεί. Απο τη σκοπιά τους κάνουν το καθήκον τους: η Εκκλησία (η κάθε Εκκλησία, χριστιανική ή άλλη) είναι ένας θεσμός εξουσίας, προορισμένος να σκλαβώνει δια του φόβου τα γαμοτράγουδα τραγουδιούνται για να αποθεώσουν την κυνηγημένη επιθυμία, για να συντρίψουν τον φόβο δια της έκστασης, για να υπαινιχτούν την ελευθερία.

 

Κατόπιν ήρθαν οι αντιδράσεις: για μένα ήταν θλιβερότερες από τα ίδια τα γεγονότα (που, στο κάτω κάτω της γραφής, έχουν μια τακτική συνέπεια καθώς προέρχονταν από ανθρώπους οι οποίοι έχουν ταχτεί υπέρ της ρυθμιστικής θεοκρατίας που αντιστρατεύεται την ανθρώπινη επιθυμία). Σύμπαν το στρατόπεδο της προοδευτικής (συνηθίζουμε να βάζουμε εισαγωγικά) κριτικής τάχτηκε υπέρ της Σαμίου και των γαμοτράγουδων με κεντρικό επιχείρημα ετούτο: ό,τι αποτελεί μέρος της παράδοσης, είναι καθαγιασμένο, εκ προιμίου μη ρυπαρό, μη βδελυρό, μη αμαρτωλό. Κι είναι πράγματι εντυπωσιακό πως υπήρξε σχεδόν καθολική συμπαράταξη (έως στοίχιση) ανθρώπων, που κατά το πλείστον είχαν αντισκοταδιστική προαίρεση, πίσω ένα επιχείρημα που είναι εξόχως φασιστικό (ψάχνοντας, όσο μπόρεσα, στον έντυπο τύπο και στο Ίντερνετ δεν βρήκα παρά μια καθαρή διαφοροποίηση αυτή του Γιάννη Παπαθεοδώρου στην Αυγή της 16ης Ιανουαρίου 2004).

 

Εύλογα θα ρωτήσει κανείς: μα γιατί να είναι φασιστικό το περί παραδόσεως επιχείρημα; Γιατί αποδέχεται μια (ακόμη) αξιωματική και ρυθμιστική αλήθεια που καθοδηγεί σε προαποφασμένη τροχιά τις ζωές των ανθρώπων για αυτό. Γιατί τα γαμοτράγουδα είναι ανθρώπινη έκφραση, δηλαδή μια ανθρώπινη πρόσκληση και το βασικό κριτήριό μας για να τα υπερασπιστούμε ως τέτοια δεν είναι το αν ανήκουν σε ένα σύνολο καθαγιασμένων συνηθειών και τελετουργιών, μήτε το αν μας εκφράζουν εμάς ή όχι, αλλά το εάν είναι δικαίωμα κάποιων ανθρώπων (πολλών ή έστω και ενός) να εκφράζονται τραγουδώντας τα. Με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια ζέση, θα οφείλαμε να υπερασπιστούμε την δυνατότητα κάποιου να τραγουδάει κοντάκια (και αυτά, σε κάποιους αρέσουν, σε κάποιους όχι) ή ροκ εντ ρολ ή σκυλάδικα ή ακόμη και φασιστικούς ύμνους (ναι, και αυτοί σε κάποιους αρέσουν, σε κάποιους όχι).

 

Δυστυχώς αυτό το επιχείρημα (με όλη τη συλλογιστική που κουβαλά) κανταποντίστηκε, καθώς με περισσή ευκολία αποδεχτήκαμε τον βασικό ιδεολογικό άξονα του ανορθολογικού σκοταδισμού πιθανώς κάποιοι νόμισαν πως τους βόλευε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο η αναγόρευση της παράδοσης (της δικής μας ή όποιας άλλης) σε ηθική αξία που δίδεται ως απαρέγκλιτη αλήθεια στους ανθρώπους είναι προαφανέστατη εκχώρηση στον ανορθολογισμό και στον φασισμό. Αναρίθμητες εκδηλώσεις τελετουργικού φόνου, μίσους, βίας, απαξίας για τη ζωή, κτηνώδους σεξισμού, ρατσισμού, απειλής και μισαλλοδοξίας ανήκουν στην παράδοση - και τα παραδείγματα κυριολεκτικά δεν έχουν τέλος. Ας πούμε, παράδοση για αιώνες και σε κάμποσους πολιτισμούς ήταν και οι ανθρωποθυσίες (και σε πολιτισμούς που αποτελούν κεντρικούς άξονες του σημερινού κόσμου, αρκεί να σκεφτούμε τον μύθο της Ιφιγένειας ή τη θυσία του Ισαάκ). Σύμφωνα με παραδόσεις αιώνων οι νικητές σφάγιαζαν (τελετετουργικά ή άτακτα) τους νικημένους, τους μετέβαλαν σε σκλάβους, έκαιγαν τις πόλεις τους σύμφωνα με παραδόσεις αιώνων οι δυνατοί εξευτέλιζαν τους αδυνάμους. Παράδοση που κρατάει μέχρι σήμερα σε κοινωνίες της Αφρικής είναι και η κλειτοριδεκτομή αλλά και η γεροντοκτονία. Παράδοση του Ισλάμ είναι ο φερετζές, η μπούργκα, αλλά και η θανατική ποινή δια λιθοβολισμού στις μοιχαλίδες. Παράδοση σε κάμποσες θρησκευτικές σέκτες στην Ινδιά ήταν να καίγεται η γυναίκα μαζί με τον νεκρό σύζυγο (το διαβάσαμε ως παιδιά στον Γύρο του κόσμου σε ογδόντα μέρες). Παράδοση στην Κρήτη είναι η βεντέτα, δηλαδή ο γιος του δολοφονημένου να σκοτώνει τον γιο του δολοφόνου. Παράδοση στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι να μην μπαίνει η γυναίκα εάν έχει περίοδο στην Εκκλησία γιατί είναι ακάθαρτη. Παράδοση της ίδιας Εκκλησίας είναι το Κάψιμο του Ιούδα, μια αποκρουστική εκδήλωση μίσους που έχει τις ρίζες της στον (ανθηρότατο και στις μέρες μας) αντισημιτισμό. Μπορούμε να δεχτούμε πως όλες αυτές οι δομημένες συλλογικές συνήθειες είναι καθαγιασμένες, ξένες από την φρίκη και την ανθρώπινη κτηνωδία, μόνο και μόνο γιατί εντάχτηκαν, όπως εντάχτηκαν, σε λογής κοινωνικές τελετουργίες; Η δική μου απάντηση είναι πως όχι.

 

Είναι μεγάλη επιστημονική και φιλοσοφική συζήτηση (που κρατάει περισσότερο από έναν αιώνα - τουλάχιστον από τον καιρό του Χρυσού Κλώνου του Φρέιζερ) για το τι είναι παράδοση, για το κατά πόσο και πώς κατασκευάζεται, παγιώνεται και δομείται ως τελετουργία σύμφωνα με τις επιταγές των εξουσιών, αλλά και για το πώς και κατά πόσο εγκιβωτίζει την σπορά της αντίστασης στην κυρίαρχη ιδεολογία που τη διαμορφώνει. Το ότι δεν αποδέχομαι την παράδοση ως ηθική τάξη, δεν σημαίνει πως την αρνούμαι ως γεγονός μια τέτοια άρνηση ισοδυναμεί με άρνηση της ίδιας της ιστορίας: δεν νοείται ανθρώπινη μνήμη, άρα και ανθρώπινο νόημα δίχως αυτήν. Κι ούτε λησμονώ πως στην παράδοση, μαζί με τις τελετουργίες του μίσους, διασώζονται οι πιο κρύφιες, συχνά και οι πιο καταπιεσμένες, εκφάνσεις της ανθρώπινης ανάγκης (για παράδειγμα: τα γαμοτράγουδα, ο καρνάβαλος, η Ημέρα των Νεκρών και τόσες άλλες). Τα προβλήματα (σε ό,τι με αφορά) αρχίζουν όταν κάποιος χρησιμοποιεί την παράδοση (ή την ιστορία) ως επιχείρημα για το τι είναι ηθικό, επιτρεπτό και νόμιμο και τι όχι το έχω ξαναγράψει (παραπέμποντας, φυσικά, στον στίχο του Ελύτη): τότε είναι που μυρίζει ανθρώπινο κρέας.

 

Λίγα πράγματα από αυτό που ονομάζουμε πολιτισμός με εκφράζουν όσο τα γαμοτράγουδα (και τα όσα κουβαλάν τα γαμοτράγουδα): μα αν κάποιος επιλέγει να υπερασπιστεί τα γαμοτράγουδα ή τον καρνάβαλο ή οποιαδήποτε άλλη έκφραση των ανθρώπων, καλό θα ήταν να το κάνει, επειδή, με τα όποια επιχειρήματα δομούν τη σκέψη του και τις αρχές του, τα νιώθει ως ανθρώπινο δικαίωμα και όχι επειδή τον εκφράζουν προσωπικά ή επειδή ανήκουν σε ένα αξιωματικό σύνολο που λέγεται παράδοση και δίδεται στους ανθρώπους περίπου ως θεόσταλτη εντολή: οι αξιωματικές αλήθειες ανήκουν στους αρχιεπισκόπους, στους κομμισαρίους, στους καθοδηγητές και, γενικότερα, στους διάφορους Fhrer - σε αυτούς και στους υπαλλήλους τους. Είναι απάνθρωπο να μην έχουμε αρέσκειες και απαρέσκειες κι είναι απάνθρωπο να ξεχνούμε πως οι απαρέσκειές μας πρέπει ανα πάσα στιγμή να είναι δυνητικό δικάιωμα των άλλων. Παρόμοια απάνθρωπη λογαριάζω και την εκδοχή της καθολικά καθαγιασμένης παράδοσης: η επίκλησή της συχνά σέρνει στην άκρη της την κλειτοριδεκτομή ή τη βεντέτα ή τον λιθοβολισμό των γυναικών, και όποια άλλη φασιστική ή ρατσιστική συνήθεια έγινε συλλογική τελετουργία των κοινωνιών.

 

Αν, λοιπόν, μου ζητούσαν να προτείνω ένα κριτήριο, θα ήμουν μάλλον κοινότοπος: θα επέμενα στην ιερότητα του ανθρωπίνου σώματος. Θα ήθελα να στεκόμουν ενάντια σε οτιδήποτε σκοτώνει, ακρωτηριάζει, βιάζει, βασανίζει, φυλακίζει, λιθοβολεί αυτό το σώμα. Και θα ήθελα να αγωνιζόμουν για το δικαίωμα αυτού του σώματος, εφόσον δεν θίγει το σώμα των άλλων, να εκφράζεται ελεύθερα, ακόμη και εναντίων της ίδιας του της ελευθερίας, ακόμη και εναντίων της ίδιας του της ιερότητας ακόμη και μισώντας. Το σημαντικό για τον καθένα μας είναι να επιλέξει το πώς θα ζήσει, στον λίγο χρόνο του.

 

Ο καθένας να επιλέξει: μιλώντας για τις δικές μου επιλογές, νιώθω πως χρειάζομαι μια μικρή, κι ελπίζω όχι ολότελα άσκοπη, παρένθεση. Θυμάμαι πολύ καλά ένα γαμοτράγουδο που άκουσα να το απαγγέλει μια γερόντισσα στην Τούμπα, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Μας είχε αρέσει τόσο, που για κοντά έναν χρόνο το είχαμε κάνει κάτι σαν ύμνο της τάξης μας.

 

Ο Βοριάς και η Νοτιά,

τηγανίζουνε κουκιά.

 

Και πετιέται ένα κουκί

και της μπαίνει στο μουνί.

 

Αχ, φωνάζει η Νοτιά,

και γυρίζει στον Βοριά:

 

Κυρ Βοριά μου, κυρ Βοριά,

φρόντισέ με, τη Νοτιά.

 

Βάλε τώρα την ψωλή,

να μου βγάλεις το κουκί.

 

Χρόνια αργότερα, ψάχνοντας σε συλλογές γαμοτράγουδων, βρήκα αρκετές φορές το τραγούδι με το ανυπότακτο κουκί, αλλά με άλλους πρωταγωνιστές, περισσότερο αναμενόμενους (συνήθως με παπά και παπαδιά, που ταίριαζαν και στην ομοιοκατάληξία) με τον Βοριά και με τη Νοτιά ποτέ.

 

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που λατρεύω τα γαμοτράγουδα: γιατί δοξάζουν τις λαχτάρες και τις επιθυμίες του ιερού ανθρώπινου σώματος κόντρα σε Αφέντες Παντοκράτορες, Μεγάλους Αδελφούς και λοιπούς νταβατζήδες. Κι ακόμη: γιατί υπαινίσσονται πως οι σπασμοί της ηδονής θα κατισχύσουν απέναντι στην τελετουργική απειλή και τις απειλητικές τελετουργίες θα κατισχύσουν απέναντι στη βία, τον φόβο και την ταπείνωση των ανθρώπων, με τον ίδιο τρόπο που ένα ανυπότακτο κουκί πηδάει από το τηγάνι και τρυπώνει στο μουνί της Νοτιάς, καλώντας τον Βοριά να αναλάβει, επιτέλους, δράση.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 30-1-2005 και στις 6-2-2005.)