Θανάσης Τριαρίδης

 

Η ιστορία είναι ανάγκη και όχι επιχείρημα

 

 

1

 

Είναι μια θέση που παίζει πολύ τον τελευταίο καιρό, στο Ίντερνετ και όχι μόνο κάτι σαν επιχείρημα, προφανώς ενταγμένο σε πακέτα προαναγγελθέντων βομβαρδισμών. Τι λέει αυτό το επιχείρημα: πως οι Άραβες είναι οπισθοδρομικοί και καθυστερημένοι, και δεν έχουν να προσφέρουν τίποτε στην εξέλιξη του πολιτισμού, στις μεγάλες ανακαλύψεις, στην τεχνολογία, στην πρόοδο της ιατρικής, πως παραμένουν προσκολλημένοι στην αμάθειά τους, μακριά από κάθε προσπάθεια απαλλαγής του ανθρώπου από τα δεσμά της άγνοιας. Κάπως έτσι.

 

Είναι η αλήθεια πως αποστρέφομαι τις ρυθμιστικές θρησκείες και τα θεοκρατικά καθεστώτα και θεωρώ ότι το θεοκρατικό Ισλάμ σκλαβώνει και αποπροσωποποιεί τους ανθρώπους. Μα είναι επίσης αλήθεια πως όταν ακούω το επιχείρημα περί της μη προσφοράς των Αράβων στον πολιτισμό αρπάζομαι για τα καλά ίσως γιατί δεν είναι εύκολο να αντισταθείς σε τόσο χονδροειδώς αντιστόρητες θέσεις. Σκέφτομαι πως αυτοί που περιγελούν τους Άραβες για τη σημερινή τεχνολογική τους ένδεια λησμονούν (μάλλον ηθελημένα) πως η άλγεβρα, η τριγωνομετρία και η χημεία είναι δικές τους επινοήσεις (ακόμη και οι λέξεις algabr και alkimia είναι αραβικές), πως τα μαθηματικά υπάρχουν στη σημερινή μορφή τους χάρη σε αυτούς, πως τα σύμβολα των αριθμών που χρησιμοποιούμε είναι αραβικά. Κι ακόμη: οι Άραβες ήταν που θέλησαν να ξαναφτιάξουν τη χαμένη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, πρώτα στη Δαμασκό και μετά στο Χαλιφάτο της Κόρδοβα αυτοί επανέφεραν στο προσκήνιο τη φιλοσοφία, την ιατρική και τη φυσιολογία, την αστρονομία και τη γεωγραφία, αυτοί διατύπωσαν την αναγκαιότητα της επιστημονικής εξέλιξης, κι όλα τούτα τους αιώνες που η Ευρώπη ήταν στο σκοτάδι. Αν διαβάσει κανείς τη Γραμματική των Πολιτισμών του Μπροντέλ (και σκόπιμα αναφέρομαι σε ένα βιβλίο που γράφτηκε για τους Γάλλους γυμνασιόπαιδες), εύκολα διαπιστώνει πως η Αναγέννηση της Δύσης είχε για μήτρα της την Αραβική Ακμή που ξεκίνησε τον 8ο αιώνα και κορυφώθηκε τον 12ο άσχετα αν μια μακρά περίοδος παρακμής οδήγησε μεγάλο μέρος του Αραβικού κόσμου στην αγκαλιά της τόσο αποκρουστικής ισλαμικής θεοκρατίας τον τελευταίο αιώνα.

 

Ωσπου κάποτε καταλαβαίνω το λάθος μου: αρπάζομαι από το ανιστόρητο (ή ό,τι, τέλος πάντων, φαίνεται σε μένα ως ανιστόρητο) μιας θέσης και προσχωρώ στην απανθρωπιά της οπτικής της: επιχειρηματολογώντας για την πολιτιστική προσφορά των Αράβων, ασυνείδητα νομιμοποιώ την άποψη πως αυτή η προσφορά είναι απαραίτητη για την αναγνώριση της ανθρώπινης αξίας, πως χωρίς αυτήν το δικαίωμα των ανθρώπων να υπάρχουν ως κοινότητα και ως μονάδες τίθεται εν αμφιβόλω. Οι Άραβες δεν πρέπει να βομβαρδίζονται, γιατί δεν πρέπει να βομβαρδίζεται καμιά κοινωνία και κανένας λαός κι όχι επειδή έχουν μια μοναδική πολιτισμική συνεισφορά μέσα σην ιστορία. Ειδάλλως είναι σαν να παραδεχόμαστε πως η σημασία του καθενός μας μετριέται με τα όσα έχει να κομίσει στον πολιτισμό (καλύτερα: στον κυρίαρχο πολιτισμό) ο λαός στον οποίο ανήκουμε, το έθνος που γεννηθήκαμε, η θρησκεία στην οποία βαφτίζόμαστε. Και ετούτος ο συλλογισμός είναι η θεμελιακή βάση του ρατσισμού.

 

Σε έναν κόσμο όπου οι απόψεις ανταλλάσσονται με θεοκρατικούς όρους (ο μη ων μετ εμού, κατ εμού εστί) είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς την παγίδα, ακόμη κι αν νομίζει πως είναι υποψιασμένος. Κάποτε, στο πλαίσιο μιας συλλογικότητας ενάντια στον κοινωνικό αποκλεισμό των τσιγγάνων, αφιερώναμε, με ιδιαίτερη έξαψη, ώρες και μέρες μελέτης, καθώς και κάμποσα κείμενα, για να καταδείξουμε ότι οι τσιγγάνοι είχαν σφραγίσει τον Ευρωπαικό πολιτισμό κάθως κάμποσοι υπερέλληνες το αμφισβητούσαν και ζητούσαν τον τάχιστο εξελληνισμό τους. Λέγαμε τότε, λοιπόν, πως οι τσιγγάνοι για μια ολόκληρη χιλιετία είχαν διασώσει και μετεξελίξει όλες τις λαικές μουσικές των τόπων που κατοικούσαν, πως είχαν επηρεάσει ολόκληρο τον κατά τόπους λαϊκό πολιτισμό της Ευρώπης (στο χορό, στην κεντητική, στις μικροκατασκευές), πως από αυτούς ξεκίνησαν τα λαϊκά θεάματα τύπου τσίρκο, τα πανηγύρια, το θέατρο του δρόμου, οι πλανόδιοι τροβαδούτοι, πως είχαν διασπείρει μες την Ευρωπαική παράδοση τους θρύλους της τσιγγάνικης ομορφιάς και του πάθους κάνοντάς τους κοινό Ευρωπαϊκό κεκτημένο (ας πούμε: στα χρόνια του ρομαντισμού δύσκολα συναντούσες μυθιστόρημα ή όπερα δίχως τσιγγάνους), πως είχαν δώσει το μοναδικό duende τους σε μια τόσο εχθρική για αυτούς ήπειρο, κρατώντας την γλώσσα τους και τον τρόπο ζωής τους δίχως να στρατευτούν για κανέναν και καμία πίστη, ενώ όλοι τους καίγανε και τους σταύρωναν, θύματα για αιώνες μαζί με τους Εβραίους του πιο προφανούς και άγριου ρατσισμού. Ώσπου κάποτε νιώσαμε τον όλεθρο της διαλεκτικής: δηλαδή αν οι τσιγγάνοι δεν είχαν προσφέρει τίποτε από όλα τούτα, θα τους αξίζαν οι άθλιοι μαχαλάδες, οι διωγμοί των τοπικών αρχόντων, ο όλεθρος των παιδιών τους να ζουν δίχως τρεχούμενο νερό και δίχως τουαλέτα, οι καμένες παράγκες και τα πογκρόμ της αστυνομίας, οι φασιστικές ομάδες περιφρούρησης των δημοτικών συμβουλίων στην είσοδο των δήμων, για να μην μπαίνουν ανεπιθύμητοι και παράσιτα; Ελπίζω πως η απάντηση μας είναι όχι.

 

Κι αν τούτος ο συλλογισμός στρέχει, τότε πρέπει να ξανασκεφτούμε γιατί χρειαζόμαστε την ιστορία.

 

 

 

2

 

Να σκεφτούμε ποιοι είμαστε: από την αρχή της ιστορίας, όλοι οι κυρίαρχοι πολιτισμοί φρόντισαν να διακηρύξουν το τέλος της, να διατυμπανίσουν τη μοναδικότητα τους και προοικονομήσουν την αιώνια διάρκειά τους και όλοι κατέρρευσαν (προς μεγάλη χαρά του Πολ Βαλερί). Αιγύπτιοι, Έλληνες, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Σταυροφόροι, Καθολικοί Ισπανοί και όλοι οι υπόλοιποι σφάζαν για να εκπολιτίσουν, για να σώσουν τις ψυχές των σφαγμένων, για να τους προσαρτήσουν στην Ιστορία τους. Αυτό δεν ήταν το επιχείρημα των Ολλανδών και των Αμερικάνων για το δουλεμπόριο (μα και όλων των αποικιοκρατών της ιστορίας): οι μαύροι ήταν αδύναμοι να παράξουν πολιτισμό, έλεγαν, άρα ήταν κατάλληλοι μονάχα για να φορούν υποζύγιο. Πολλοί λένε πως το Άουσβιτς ξεκίνησε από την ώρα που κάποιοι διαβάζοντας το Mein Kampf αποδέχτηκαν τον όρο ιστορικό καρκίνωμα ως πολιτικό επιχείρημα και, αλίμονο, το επιχείρημα έπεισε. Αν θέλουμε αυτό να το τραβήξουμε, θα πούμε πως η προϋπόθεση του Άουσβιτς είναι να λογαριάσουμε πως ο δικός μας πολιτισμός είναι το κεντρικό δέντρο του κόσμου και όλοι οι άλλοι είναι παρασιτικοί θάμνοι - ή κάτι τέτοιο.

 

Να σκεφτούμε ποιοι γίναμε: αν και πώς χωρούμε σε εκείνον τον μεγάλο πίνακα του Γκογκέν που ρωτάει από πού ερχόμαστε, ποιοί είμαστε, πού πάμε πόσην αιωνιότητα διεκδικήσαμε (ή παζαρέψαμε) μέσα στα στενά όρια της ματαιότητάς μας. Η εικόνα του κόσμου εξαρτάται από τα ματογιάλια που φορά ο καθένας μας: οι πολιτισμοί που είναι θεμελιακοί για τον δικό μας (κυρίαρχο) αξιακό κώδικα, δεν παύουν να είναι μια εκδοχή, μπορεί ενδιαφέρουσα ή και απευκταία, για έναν Αβοριγίνα ή για έναν ινδιάνο του Μάτσου Πίτσου ή για έναν μοναχό του Θιβέτ. Αν κάποιοι εκστασιαζόμαστε, όταν διαβάζουμε Ευριπίδη ή Ανδρέα Εμπειρίκο, αυτό δεν σημαίνει πως όσοι μεγάλωσαν μιλώντας την ελληνική γλώσσα (και μπορούν να διαβάζουν Ευριπίδη και Εμπειρίκο), έχουν περισσότερα δικαιώματα από όσους μεγάλωσαν με τη βουλγαρική ή κάποια διάλεκτο της Σρι Λάνκα γιατί τότε μπορεί ο Πούτιν να πει στους Τσετσένους εμείς έχουμε Τολστόι και Ντοστογιέφκσι και Τσέχοφ, εσείς τι έχετε; - άρα καλώς σας ισοπεδώνω το Γκρόζνι.

 

Μα τι σημαίνει ένας τέτοιος συλλογισμός τάχα πως η ιστορία είναι άχρηστη; Όχι: σημαίνει πως η ιστορία είναι μια κρίσιμη ανάγκη της μνήμης έναντι του αναπόφευκτου θανάτου μας, μια προϋπόθεση για να αναλογιζόμαστε τη ζωή μας (δηλαδή να ζούμε ανθρώπινα), - ωστόσο δεν είναι (δεν πρέπει να είναι) επιχείρημα για να σηκώνουμε τα βομβαρδιστικά. Το παλιό πια τραγούδι λέει πολλά: αν τα αεροπλάνα δεν καίγανε καλύβια, ίσως θα μπορούσαμε να συλλογιστούμε ποιοί είμαστε, από πού ερχόμαστε και πού πάμε. Σκέφτομαι τον Τρίτο άνθρωπο που σκηνοθέτησε στη καντονοποιημένη Βιέννη του 1946 ο Κάρολ Ριντ σε σενάριο του Γκράχαμ Γκρην: ανεβασμένος στην οροφή της Ρόδας του Πράτερ ο Χάρι Λάιμ (ο Όρσον Ουέλς) μιλάει έγκαιρα για τους αναλώσιμους ανθρώπους που φαίνονται από ψηλά ασήμαντες κουκίδες μπροστά στην Ιστορία (πάντοτε με κεφαλαίο Ιώτα). Τα κρίσιμα λόγια για το ρολόι-κούκο αποδεικνύουν πως η νέα διαλογή αρχίζει την επαύριο του Άουσβιτς και της Χιροσίμα: οι αναλώσιμοι άνθρωποι του μεταπολεμικού κόσμου θα ήταν αυτοί που δεν παράγουν την ιστορία μας, αυτοί δηλαδή που κρίνουμε πως δεν προσφέρουν στο πολιτιστικό μας οικοδόμημα. Να, λοιπόν, ποιοι θα αλεστούν στις μυλόπετρες σαν το σιτάρι.

 

Συμπέρασμα: όταν ακούτε τη φράση ιστορική και πολιτισμική προσφορά να ανησυχείτε κυρίως για εκείνους που σύμφωνα με τα κριτήριά μας υστερούν σε ό,τι εμείς αποφασίζουμε να ορίσουμε ως προσφορά. Κι όταν κάποιοι χρησιμοποιούν την ιστορία (ό,τι αποφασίζουν για ιστορία) ως συντελεστή βαρύτητας στα δικαιώματα των ανθρώπων (δηλαδή: όταν μιλάνε για Παρθενώνες, χαμένες πατρίδες, Αισχύλους και Πλάτωνες που είναι μονάχα δικοί τους, ή για Μαραθώνες και Μεγαλέξανδρους που δείχνουν τον δρόμο, ή για ευλογημένες γλώσσες και ανώτερους λαούς που δώσαν τα φώτα τους σε όλους τους άλλους, ή για τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς που δικαιολογούν την σφαγή 32.000 αμάχων στην Τριπολιτσά, ή για αρχαίο αίμα που οδηγεί τα βήματά τους ή, έστω, για αίμα προγόνων που απλώς ζητάει εκδίκηση) να ετοιμάζεστε: αυτό που μυρίζει στον αέρα είναι ανθρώπινο κρέας. Γιατί τα κουμπιά (των βομβαρδιστικών, των κανονιών, των αερίων) τα πατούμε άνθρωποι με επιχειρήματα και η ιστορία είναι ανάγκη (για να ζήσουμε) και όχι επιχείρημα (για να σκοτώνουμε) με τον ίδιο τρόπο που το αίμα είναι πάντοτε κηλίδα και ποτέ λεκές.

 

 

(Δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής στις 16-1-2005 και στις 23-1-2005. Η τελευταία φράση του κειμένου ανήκει στον Δημήτρη Σκουρέλλο.)