Θανάσης Τριαρίδης

 

 

Το σκοτεινό υπόγειο

 

 

 

Μας αρέσει να ανήκουμε κάπου: σε αγέλες, σε ομάδες, σε εκκλησίες, σε έθνη δεν έχω αντίρρηση πως τούτο το ένστικτο είναι μέσα στη φύση μας από την αρχή του ανθρώπου. Φυσικά η αγέλη μας είναι πάντοτε η πρώτη, η ομάδα μας η καλύτερη, η εκκλησία μας διδάσκει την μόνη ορθή πίστη, το έθνος μας είναι το σημαντικότερο στον κόσμο, ειδικά ευλογημένο από τον Θεό. Γιατί; γιατί έτσι μάθαμε (μας έμαθαν) να αρθώνουμε την σκέψη μας, μέσα από σχήματα εμπεδωμένων βεβαιοτήτων, μέσα από αυτοκατάφαση που διογκώνεται με τον πρώτο φόβο, ακυρώνοντας κάθε κριτκή σκέψη. Ένα μονάχα παράδειγμα: όσοι ζούμε στην Ελλάδα δεχόμαστε να αποκαλούμε το θρησκευτικό μας δόγμα Ορθοδοξία (σύθεση των λέξων ορθή δόξα, δηλαδή ορθή θεώρηση φυσικά σε αντιδιαστολή με την πάντοτε εσφαλμένη θεωρηση των άλλων). Και βαφτίζουμε τούτη την ναρκισσιστική αυτοκατάφαση αλήθεια, δίχως καν να έχουμε την υποψία πως μπορεί να αποτελεί μονάχα τη δική μας αλήθεια, κι όχι την αλήθεια ολονών.

 

Λένε πως ο πολιτισμός του ανθρώπου είναι ο διαρκής αγώνας ανάμεσα στα ένστικτα που έχουμε και τις αξίες που διαμορφώνουμε ως έλλογα κοινωνικά όντα. Αν αυτό ισχύει, μια από τις σημαντικότερες ανθρώπινες αξίες τουλάχιστον για το δικό μου κριτήριο- είναι η αντίσταση σε τούτη την αυτοκατάφαση της αγέλης, της ομάδας, της εκκλησίας, του έθνους, η πρόταξη της ισότητας των κριτηρίων έναντι της όποιας αίσθησης ή ψευδαίσθησης ενώνει εμάς έναντι των άλλων εξάλλου αυτό το αίτημα (που πρώτοι το έθεσαν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι και οι σοφιστές) στάθηκε ο κεντρικός άξονας του Διαφωτισμού. Μα σήμερα εξακολουθεί να είναι ένα από τα μεγάλα ζητούμενα των ανθρώπων: να βγουν (: να ελευθερωθούν) από τις σφυρηλατημένες πνευματικές ενότητες (τις οποίες τόσο φοβάμαι) και να δουν κριτικά την κοινωνία που λογαριάζουν για πατρίδα τους, τη θρησκεία που λογαριάζουν για πίστη τους, την θεωρία που λογαριάζουν για ιδεολογία τους. Κάπως έτσι διαγράφαται και μια κρίσιμη (για την δική μου οπτική) προϋπόθεση για όσους αρθρώνουμε (ή προσπαθούμε να αρθρώσουμε) δημόσιο (δηλαδή πολιτικό) λόγο, είτε είμαστε Έλληνες, είτε Τούρκοι, Άραβες, Ισραηλινοί, Αμερικάνοι, Ρώσοι, Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί, Κινέζοί, χριστιανοί, μουσουλμάνοι, φιλελεύθεροι, σοσιαλιστές ή ό,τι άλλο: πριν από οτιδήποτε άλλο, να μιλούμε καθαρά για τα πτώματα που κρύβουμε στο υπόγειο.

 

Όλοι κρύβουμε πτώματα στο υπόγειο: είναι πράγματι δύσκολο να κατεβείς σε εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο με την απαίσια μυρωδιά είναι προτιμότερο να λησμονήσεις την κλειστή πόρτα, να βάλεις τα βαριά αρώματα και να κοιταχτείς στον καθρέφτη που θα σου επιβεβαιώσει ότι είσαι ο ομορφότερος από όλους. Μιλάω για την δική μου εμπειρία και δίχως να έχω καμιά διάθεση να παραστήσω τον μοναχικό πρωτοπόρο: μίλησα με αδικαιόλογητη καθυστέρηση για πράγματα αυτονόητα, ίσως για να απαλύνω τις τύψεις μου κι αφού έκαναν άλλοι την αρχή. Μα ακόμη και τότε, η αίσθηση της απομόνωσης ήταν μεγάλη. Όταν έγραψα για την ντροπή της μπάρας στη Γλαύκη (ντροπή την οποία έζησα για ολόκληρους μήνες λίγο πριν την κατάργησή της το 1996) ήμουν ένας επικίνδυνος ηλίθιος. Όταν, για πέντε χρόνια, ως μέλος μιας συμπαράταξης οργανώσεων, συμμετείχα μαζί με άλλους στις καταγγελίες εναντίων της Ελληνικής Πολιτείας για την πλήρη εγκατάλειψη των σκηνιτών τσιγγάνων έγινα κάτι περισσότερο: προδότης και πράκτορας των ξένων. Κι όταν, πριν από λίγους μήνες, σε μια επιφυλλίδα μου, έγραψα για την σφαγή της Τριπολιτσάς του Σεπτεμβρίου του 1821 και για τους 32000 άμαχους Τούρκους και Εβραίους που σύμφωνα με τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη έκοβαν και σκοτωναν οι Έλληνες για μέρες τρεις (βλ. τα Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη που υπαγορεύτηκαν στον Γεώργιο Τερτσέτη), ανάμεσα στα λογής υβριστικά και απειλητικά μηνύματα, κάποιος με χαρακτήρισε αντίχριστο: στα μάτια των επικριτών μου ήταν αντίχριστη πράξη να πει κανείς τον Κολοκοτρώνη σφαγέα, μα δεν ισχύει το ίδιο για τον (επίσης σφαγέα) Κεμάλ Ατατούρκ. Εν τέλει, η ζωή μας κάνει κύκλους: τον τελευταίο καιρό βλέπω πως έχω ξαναγίνει πράκτορας τούτη τη φορά των Αλβανών και διαφόρων κέντρων που απεργάζονται τον αφελληνισμό της Ελλάδας.

 

Γιατί επιμένω σε όλα αυτά: πιθανώς γιατί, όπως είπα και πρωτύτερα, ξεπλένω τύψεις, πιθανώς γιατί έτσι εξωτερικεύω κόμπλεξ ζευγαρωμένα από έπαρση και κάμποσο ναρκισσισμό μπορεί να είναι κι έτσι. Ίσως πάλι γιατί νιώθω πως μέσα από τούτη τη στάση μπορεί κανείς να γυρέψει (προσοχή στη λέξη: να γυρέψει) μια γόνιμη σπορά (κι ας τον απομονώνουν οι αγανακτισμένες πλειοψηφίες). Το υπαρξιακό αξίωμα του καρτεσιανού dubito (αμφιβάλλω), σημαίνει πρώτα από όλα αμφιβάλλω για την ίδια μου την ύπαρξη, αμφιβάλλω ακόμη για αυτό το παμπάλαιο ego sum qui sum εξάλλου σε μια τέτοια αμφιβολία θεμελιώνεται και ολόκληρη η φιλοσοφία.

 

Συνεχίζω: διαβάζω την μαρτυρία του θεατρικού συγγραφέα και μεταφραστή Βασίλη Ρώτα (1889-1977) από τους Βαλκανικούς Πολέμους, έτσι όπως την αφηγήθηκε στη σύντροφό του Βούλα Δαμιανάκου (ένα μικρό μα πολύτιμο τομίδιο που εκδόθηκε από την Εταιρία Τέχνη του Κιλκίς στα 2000). Η παράγραφος της σελίδας 64 είναι ενδεικτική για το τι εννοώ όταν μιλάω για άρνηση των συλλογικών βεβαιοτήτων:

 

() Μα το επεισόδιο που θα διηγηθώ τώρα δείχνει ακόμη πιο πολύ το αποτρόπαιο μούτρο του πολέμου. Ήταν στη δεύτερη μάχη που έπαιρνα μέρος στο Ναλμπάνκιοϊ. Ένας υπολοχαγός, που έχω τον ίδιον κατόπιν σε ένα μου διήγημα που το λέω Οι τρεις αιχμάλωτοι, είχε αιχμάλωτο ένα Τουρκάκι, έναν ανθυπολοχαγό, ήταν δεν ήταν 22 23 χρόνων, ξανθό Τουρκάκι, και του έβαλε φωτιά ο σκύλος και τον έκαψε. Εγώ έφτασα την τελευταία στιγμή εκεί για να ιδώ... το τέλος. Αλλά ο κόσμος παρακολουθούσε κι ένας από τους στρατιώτες μου μου διηγήθηκε το πως έγινε. Μου λεγε ο στρατιώτης μου και η θλίψη τον έτρωγε, πως ο Τούρκος αυτός έλεγε στον βασανιστή του που τον έκαιγε: Αμάν, μπρε, και του δειχνε, έχεις μπιστόλι, έχεις μπιστόλι, σκότωσέ με, σκότωσέ με, έχεις μπιστόλι.... Αλλά αυτός επέμενε και τον έκαψε μέσα στη φωτιά όσο που έμεινε νεκρός και τότε τον παράτησε κι έφυγε και ήτανε ευχαριστημένος ότι έκανε έργο ηρωικό. ()

 

Φυσικά, αν κάποιος πρότεινε να διδαχτεί αυτή η παράγραφος στα ελληνικά σχολεία, πλάι στις αντίστοιχες περιγραφές από το Νούμερο του Βενέζη, ακριβώς για να εμπεδώσει την πάντοτε αμφίπλευρη κτηνωδία του πολέμου (που δεν τελειώνει ποτέ), θα χαρακτηριζόταν πράκτορας των Τούρκων, ανθέλληνας και μέγας προδότης. Οτιδήποτε υπονομεύει την αυτοεικόνα της αγέλης, την πανηγυρική αυτοκατάφαση, το αλάθητο των βεβαιοτήτων είναι όργανο των εχθρών. Και έτσι η κοινωνία εμπεδώνει τον αυτισμό της, γίνεται waste land, έρημη χώρα.

 

Κι αν κανείς νομίζει πως το σκοτεινό υπόγειό μας δεν εξακολουθεί να γεμίζει με πτώματα, γελιέται. Ο Δεκέμβριος του 2004 ήταν μήνας σκληρός ένας ακόμη. Στο κέντρο της Αθήνας, στο αστυνομκό τμήμα του Αγίου Παντελεήμονα αποδείχτηκε πως ο βασανισμός των Αφγανών μεταναστών είναι η μόνιμη ανακριτική πρακτική. Στην Πάτρα η δίκη για τον βιασμό της Ουκρανής Όλγας Μπ. κατέληξε στην πανηγυρική αθώωση του αστυνομικού βιαστή της κι είναι απειράριθμα τα παραδείγματα που δείχνουν πως το trafficing στην Ελλάδα γίνεται υπό την επίβλεψη της Ελληνικής Αστυνομίας. Στη Θεσσαλονίκη εισαγγελείς και πρόεδροι κρατάνε σε άθλια κρατητήρια εφτάχρονα παιδιά για μήνες. Καραβιές μεταναστών τσουβαλιάζονται σε άθλια στρατόπεδα μέχρι να επαναπροωθηθούν στο πουθενά - από όπου, εξάλλου ήρθαν. Ο ρατσιστικός λόγος είναι κυρίαρχη ρητορική για να ευχαριστούμε τους πελάτες μας, για να ζεσταίνουμε το ακροατήριό μας, για να ενθουσιάζουμε το εκκλησίασμα, για να μαζεύουμε ψήφους και τηλεοπτική συναίνεση. Η κοινωνία μας εκπαιδεύει τα ξενοφοβικά της αντανακλαστικά μα δεν το βλέπουμε (ή δεν θέλουμε να το βλέπουμε), γιατί η ζωή στην αγέλη της αυτοκατάφασης προσφέρει βολικές βεβαιότητες και υπέροχους καθρέφτες για να θαυμάσουμε την ομορφιά μας. Συμπέρασμα: είστε απολύτως ελεύθεροι, φτάνει να ξεχάσετε το σκοτεινό υπόγειο. Μα ο παλιός στίχος του Μιχάλη Κατσαρού λογχίζει ετούτη τη συναίνεση: ελευθερία ανάπηρη σου τάζουν.

 

 

(Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 7-1-2005. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα, που εκδόθηκε τον Μάιο του 2006 στην σειρά Αντιρρήσεις των Εκδόσεων Τυπωθήτω..)