Θανάσης Τριαρίδης

 

 

Στον διπλό πάτο μιας νταλίκας του Hellinic Spirit

 

 

 

Το έχω γράψει αρκετές φορές: δεν πιστεύω στις Εκκλησίες, στα Ιερά Βιβλία, στις Ιερές Εικόνες, στις Ιερές Εξετάσεις. Δεν πιστεύω σε οτιδήποτε χωρίζει τους ανθρώπους σε δικούς μας και σε άλλους, σε επερχόμενες ζυγαριές, σε λίμνες της φωτιάς, σε φοβερά θηρία που μας περιμένουν στις ακροθαλασσιές. Δεν πιστεύω σε έθνη, κυρίαρχες ιδεολογίες, πλειοψηφίες που γυρεύουν να λιώσουν όσους τους περισσεύουν, απαράβατες εντολές, αξιώματα μίσους όπως ο μη ων μετ εμού, κατ εμού εστί. Δεν πιστεύω σε φασίστες (Αρχιεπισκόπους και άλλους) που γνωμωδοτούν για τα κουσούρια των ανθρώπων. Δεν πιστεύω σε ανθρώπους που είναι έτοιμοι να μαχαιρώσουν τον απέναντι τους άνθρωπο όταν νιώθουν πως ετούτος ο απέναντι απειλεί την μεγάλη τους Πίστη, τον Ορθό Δρόμο τους, το ένα και μοναδικό Φωτεινό Μονοπάτι τους.

 

Νήφε και μέμνησο απιστείν: οι περισσότεροι (φυσικά) διαφωνούν με όσα γράφω μερικοί μάλιστα νιώθουν πως οι (αρκετά μονότονες, είναι η αλήθεια) σκέψεις μου τους προσβάλλουν. Δεν είναι λίγοι οι αναγνώστες ετούτης της στήλης που μου στέλνουν μηνύματα διαμαρτυρίας, κάποιοι υβριστικά και κάποιοι ευπρεπή, κάποιοι ειρωνικά και κάποιοι καλοπροαίρετα: Εσύ θα μας πεις σε τι πιστεύεις;

 

Σε τι πιστεύω, λοιπόν; Δεν είμαι σίγουρος δεν ξέρω πιθανώς, να μην τολμάω να ξέρω. Η πίστη, φαντάζομαι, δεν είναι ομολογία, είναι κάτι σαν πράξη, κάτι σαν τέλος, κάτι σαν γεγονός. Αλλιώς: κάτι που γίνεται και δεν λέγεται. Κάτι που το ζεις, ξοδεύοντάς το. Προφανώς είμαι δειλός για να το φτάσω ως εκεί. Προφανώς έχω χτίσει κι εγώ έναν μικρό αλάθητο εγωισμό για να κατισχύσω των άλλων. Προφανώς το μόνο που μπορώ είναι να ήθελα.

 

Σε τι θα ήθελα να πιστεύω, σε ποιoν: σε αυτούς που δεν πιστεύουν, δεν ελπίζουν και δεν φοβούνται, ωστόσο δακρύζουν στο δειλινό και βγαίνουν μόνοι τους τα έξαλλα απομεσήμερα στα χωράφια. Θα ήθελα να πιστεύω στους ερεθισμένους ανθρώπους, στην διέγερσή τους, στο παραμιλητό τους, στο παραλήρημά τους, σε όσους κολυμπούν στα μαύρα, ίσια για το τρίγωνο λευκό πτερύγιο του καρχαρία που όλοι από παλιά, από αιώνες, λένε πως είδαν, στην εξαλλότητά τους, στο τρέμουλό τους, στην αγάπη τους. Θα ήθελα να πιστεύω σε όσους πάνε πέρα από τον Πατέρα Παντοκράτορα, τον Πατέρα Αφέντη, τον Πατέρα Μεγάλο Αδελφό, σε αυτούς που αντιστέκονται στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία, στο ρυθμικό βήμα των φασιστών, στα εμβατήρια, στις παρελάσεις, στους νεοναζί αστούς που γυρεύουμε να στειρωθούν τα αδέσποτα και οι ζητιάνοι, στις νυχτερινές περιπολίες μας κυρίως, σε όσους αντιστέκονται σε μένα που ιστορώ. Θα ήθελα να πιστεύω στην μοναξιά των καταδικασμένων, στην ερημιά, στη μελαγχολία, στη μικρή νυχτερινή μουσική, στους άδοξους ποιητές, στους καιόμενους απίστους, σε όσους δεν υπήρξαν κι ωστόσο πέθαναν τον θάνατό τους, σε όσους φορτώθηκαν σε κλειστα βαγόνια από μια πόλη που την λέγαν Ντρανσί ή Θεσσαλονίκη για να φτάσουν σε ένα στρατόπεδο που το λέγαν Άουσβιτς ή Ράβενσμπουργκ ή Σόμπιμπορ. Θα ήθελα να πιστεύω στους απελπισμένους που προσπέρασα, στους μοναχικούς που περιφρόνησα, στους πεινασμένους που λησμόνησα. Θα ήθελα να πιστεύω στους τσιγγάνους που κάποτε ζήσαν στην κοίτη του Γαλλικού ποταμού.

 

Ω, ναι, μια συνηθισμένη ιστορία, μια ακόμη συνηθισμένη ιστορία: το πλοίο λεγόταν Hellenic Spirit, η ολλανδική νταλίκα είχε διπλό πάτο, οι Κούρδοι που στοιβάχτηκαν στο ελάχιστο κενό ήταν δεκατρείς. Η κρύπτη κλειδώθηκε, η νταλίκα φορτώθηκε, το πλοίο ξεκίνησε από την Πάτρα. Κάπου στη μέση της Αδριατικής ο αέρας στην κρύπτη σώθηκε. Οι Κούρδοι άρχισαν να κλωτσάν τα σιδερένια τοιχώματα του φορτηγού, να σπαρταρούνε. Δεν τους άκουσε κανείς έτσι γίνεται. Στην Αγκόνα οι Ίταλοί λιμενικοί έβγαλαν από την νταλίκα δώδεκα μισοπεθαμένους κι έναν νεκρό, κάποιον περίπου τριαντάχρονο, οριστικά πνιγμένο μέσα στο σκοτάδι. Ήτανε Σάββατο, 31 Οκτωβρίου του 2004. Η εφημερίδα της Δευτέρας δεν έγραφε το όνομά του έτσι γίνεται. Στην τηλεόραση κάποιοι είχαν μαλώσει, κάποιοι πολιτικοί θα συναντιόνταν, κάποιοι γραμματείς τους αρθογραφούσαν για την Εποχή και των Καιρών το βαρυσήμαντο, κάποια φαρμακεία θα διανυκτέρευαν.

 

Με ρωτάτε σε τι πιστεύω. Θα ήθελα να πιστεύω σε αυτόν τον Κούρδο που έσκασε στον διπλό πάτο της νταλίκας του Hellinic Spirit. Στα παιδιά του και στα παιδιά των παιδιών μας.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 7-10-2004. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα, τυπωθήτω 2006.)