Θανάσης Τριαρίδης

 

Ποιος προφέρει το παράγγελμα Wstawac;

 

 

1.

 

Το έχω αναρωτηθεί πολλές φόρες: πόσο δραστικός μπορεί να είναι ο λόγος μέσα από τις στήλες μιας επιφυλλίδας; Συχνότατα λαμβάνω mail που συνήθως με βρίζουν: με κατηγορούν για ανθελληνισμό, διαφθορά, διαστροφή, πορνομανία και διάφορα παρόμοια. Κάποιος μου γράφει πως είμαι όργανο του Αντιχρίστου, κάποιος άλλος πως είμαι απολογητής της τρομοκρατίας, κάποιος τρίτος με βγάζει όργανο του ιμπεριαλισμού. Μακάρι, πέρα από τις βρισιές ή και τους (σαφώς λιγότερους) επαίνους, να μένει χώρος και για προβληματισμό: αυτή είναι κρυφή μου (πιθανώς μάταιη) φιλοδοξία για τούτα τα κείμενα.

 

Μια επιφυλλίδα μου με τίτλο Τα Άουσβιτς της Δυτικής Όχθης καταφερε κάτι ομολογουμένως δύσκολο: καθώς στο πρώτο μισό της αναφερόταν στους λόγους για τους οποίους είμαι Εβραιόφιλος, πήρα δεκάδες ανώνυμα υβριστικά μηνύματα από λογής νεοφασίστες, που με αποκαλούσαν ένα ακόμη κάθαρμα του διεθνούς σιωνισμού. Και καθώς στο δεύτερο μισό του κειμένου αναφερόμουν στην πολιτική εξόντωσης των Παλαιστινίων που επιχειρεί η κυβέρνηση Σαρόν και την ανάγκη οι Εβραίοι και Εβραιόφιλοι του κόσμου να αντισταθούμε στη δημιουργία νέων Άουσβιτς στην Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας, κατηγορήθηκα από επώνυμο επιστολογράφο (στην εξαιρετική ιστοσελίδα διαλόγου του Ζαν Κοέν όπου αναδημοσιεύονται τα δύο σχετικά κείμενά μου και όπου υπάρχει πραγματικός σεβασμός σε κάθε άποψη) περίπου ως συνεχιστής της αντισημιτικής και εθνοφασιστικής αρθρογραφίας του Νίκου Φαρδή στην προπολεμική Μακεδονία. Κι ας είχα επισημάνει τις ευθύνες των Ελλήνων Θεσσαλονικέων στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων μόλις δέκα εβδομάδες νωρίτερα στη ίδια στήλη (επισήμανση για την οποία δέχτηκα το μήνυμα σιωνιστή κρυφοεβραίε, θα έπρεπε να ήσουνα σαπούνι). Κι ας επαναλάμβανα στο κείμενό μου την δήλωση του Πρίμο Λέβι (ο οποίος είναι ο σημαντίκοτερος συγγραφέας-μάρτυρας του Ολοκαυτώματος) με αφορμή τις σφαγές της Σάμπρα και της Σατίλα: Εμείς οι Εβραίοι της διασποράς πρέπει να καταπνίξουμε κάθε παρόρμηση συναισθηματικής αλληλεγγύης προς το Ισραήλ και να σκεφτούμε ψύχραιμα τα λάθη της ιθύνουσας τάξης του.

 

Κάποιος μπορεί να πει πως τέτοιες αντιδράσεις σημαίνουν πως το κείμενο που τις προκάλεσε είχε κάτι να πει. Δυστυχώς (για μένα) έχω μεγαλύτερες απαιτήσεις από όσους διαβάζουν τα γραπτά μου. Επίσης έχω περισσότερες απαιτήσεις από τον τρόπο που διαχειριζόμαστε τη μνήμη. Για τον λόγο αποπειράθηκα σε μια σειρά βιβλίων να ερμηνεύσω την ιστορία της Δυτικής τέχνης μέσα από την μνήμη του Ολοκαυτώματος. Στο βιβλίο μου για τον Τζιότο (1270-1337) μίλησα για το Άουσβιτς δίπλα στην Σφαγή των Νηπίων, υπογραμμίζοντας πως αν η τοιχογραφία του Σκροβένι δεν συνδέται με τους θαλάμους αερίων δεν μας αφορά. Στο βιβλίο μου για τον Ραφαήλ Σάντσιο έγραψα πως τα Δωμάτια του Βατικανού μυρίζουν Ζικλόν Β και επέμενα να εκδοθεί έτσι, παρ όλο που ήξερα πως μια τέτοια θέση ήταν απαγορευτική για την ενδεχόμενη μετάφραση και κυκλοφορία των βιβλίων στα ιταλικά. Ευτυχώς (για όλους μας) τα γραπτά manent (και πλέον είναι εύκολο για τον καθένα να τα αναζητήσει): από το 1999 έχω προτείνει να υπάρξει αυτόνομο κεφάλαιο για την ιστορία και τους διωγμούς των Εβραίων στην Ευρωπαϊκή Ιστορία της Α Λυκείου. Επίσης παραμένει (και στα δικά μου κείμενα) η διερώτηση που τόσο στοίχειωσε τον Λέβι και πολλούς άλλους επιζώντες των στρατοπέδων: ποιος πρόφερε και ποιος προφέρει το φριχτό παράγγελμα του Άουσβιτς, εκείνο το κοφτό σιγανό Wstawac;

 

Στην ίδια (επίμαχη) επιφυλλίδα είχα καταγράψει (προβλέποντας σωστά) και συγκεκριμένες πρακτικές συκοφάντησης: από την μια πλευρά όποιος αναφέρεται στο Ολοκαύτωμα και στην ιερή μνήμη των θυμάτων του, όποιος επιμένει στην κεντρική σημασία της μνήμης του ως στροφή αναστοχασμού ολόκληρης της ιστορίας, με δύο λόγια όποιος λογαριάζει ότι δεν υπάρχει ιστορία δίχως το Άουσβιτς (κι εγώ ανήκω σε αυτούς), ορίζεται αυτόματα απολογητής της κυβέρνησης Σαρόν, ως συναυτουργός των φονικών στρατιωτικών επιχειρήσεων του Ισραήλ στην Δυτική Όχθη. Από την άλλη: όποιος κάνει κριτική στο Ισραήλ συγκρίνοντας τις επικρατούσες στρατηγικές του εναντίων των Παλαιστινίων με την στρατηγική των Ναζί εναντίων των Εβραίων χαρακτηρίζεται μονομιάς αντισημίτης και αρνητής του Ολοκαυτώματος, καθώς κάθε τέτοια εκτίμηση υποβιβάζει την μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος. Σε ό,τι αφορά τους πρώτους έχω να σημειώσω πως η άρνηση της ιστορίας είναι η πρώτη (και η πιο αμάχητη) προϋπόθεση του φασισμού. Σε ό,τι αφορά τους δεύτερους σκέφτομαι όλο και περισσότερο πως τούτη η πρακτική (ακόμη κι όταν υποστηρίζεται κι από ανθρώπους που εκτιμώ ιδιαίτερα) είναι και ανορθολογική στον πυρήνα της, και ανιστόρητη στην προοπτική της, και συχνά (δυστυχώς) γκεϊμπελική ως προς την χρήση της. Επισης πιστεύω πως ακριβώς αυτή η πρακτική επιχειρεί να διαστρέψει και να ακυρώσει το Ολοκαύτωμα ως ανθρώπινο γεγονός και ως συλλογική μνήμη, καθώς το ερμηνεύει και το λογαριάζει ως αποκλειστική ιδιοκτησία.

 

Μα για να επιχειρηματολογήσω για όλα αυτά, θα καταφύγω (και πάλι) στον Πρίμο Λέβι, καταλαμβάνοντας τον χώρο μιας ακόμη επιφυλλίδας - την επόμενη Κυριακή.

 

 

 

2.

 

Πρώτα από όλα: ας σκεφτούμε τι θα πει αντισημιτισμός (να ένα κρίσιμο στοιχείο του διαλόγου που δεν γίνεται). Αντισημιτισμός είναι το να αποδίδεις σε έναν άνθρωπο αρνητικές ιδιότητες επειδή ανήκει στην εβραϊκή θρησκεία, στον εβραικό λαό, σε μια εβραϊκή κρατική ή εθνική (ή όποια άλλη) οντότητα. Το να δαιμονοποιείς την πίστη του, τις παραδόσεις του, τα ήθη και τα έθιμα του, την ύπαρξη του. Το να μισείς κάποιον επειδή ανήκει κάπου που δεν ανήκεις εσύ, επειδή πηγαίνει σε διαφορετική εκκλησία από την δική σου, επειδή φοράει αλλιώτικα ρούχα, επειδή πιστεύει σε άλλες αλήθειες. Το να αναπαράγεις στερεότυπα μίσους: παροιμίες, ανέκδοτα, έθιμα. Το να αρνείσαι το δικαίωμα κάποιου να υπάρχει ως άνθρωπος με την ίδια ακριβώς αξία με εσένα. Το να αρνείσαι σε αυτούς που το επιθυμούν να θεωρούν για πατρίδα τους το Ισραήλ ή να τους αρνείσαι το δικαίωμα να ζουν με ασφάλεια σε αυτήν την πατρίδα όπως ακριβώς θέλουμε να ζούμε όλοι οι υπόλοιποι.

 

Ακόμη αντισημιτισμός είναι η αναπαραγωγή ετούτων των στερεοτύπων στα ήθη και τις παραδόσεις, στη λογοτεχνία και στην τέχνη. Το εθιμοτυπικό κάψιμο του Ιούδα την Μεγάλη Παρασκευή της χριστιανικής θρησκείας (ιδίως σε ορισμένες περιοχές του αυτοαποκαλούμενου ορθόδοξου δόγματος), η διαρκής απεικόνιση του Εβραίου ως φιλάργυρου τραπεζίτη που πίνει το αίμα του κόσμου, η παλιά συκοφαντία για τους Εβραίους που πίνουν το αίμα μωρών είναι μονάχα μερικές όψεις του αντισημιτισμού που καλλιεργήθηκαν και εμπεδωθηκαν μέσα στους αιώνες. Όσο για την Ευρωπαϊκή λογοτεχνία, δυστυχώς ο αντισημιτισμός δεν είναι υπόθεση μόνο του Πάουντ ή του Σέλιν ή έστω του Βάγκνερ. Είναι βασική παράμετρος του συλλογικού Ευρωπαϊκού φαντασιακού δηλαδή υπόθεση και του Όσκαρ Ουάιλντ και του Κρίστοφερ Μάρλοου και του Σέξπηρ: ο ΄Εμπορος της Βενετίας, ένα αναμφίβολο λογοτεχνικό αριστούργημα, είναι συνάμα ένα κείμενο υπερθετικού μίσους, μιας συλλογικής δαιμονοποίησης των Εβραίων, ένα θεμελιακό έργο του αντισημιτισμού μέσα στην Ευρωπαϊκή ιστορία. Η πολιτική επινόηση της εθνικής ιδέας και η δημιουργία των εθνικών κρατών στους δύο τελευταίους αιώνες, κράτη που μοιραία δομήθηκαν σε στρεβλώσεις φόβου και φαντασιοκοπίες υπεροχής, φόρτωσε στις εβραϊκές κοινότητες την κατηγορία του ξένου σώματος που δρα ως αντεθνικό καρκίνωμα μέσα στον εθνικό κορμό. Και πάλι δυστυχώς η θεωρία αυτή δεν ήταν το κεντρικό επιχείρημα μονάχα του Χίτλερ ή του Γκέιμπελς ή του Ρόζεμπεργκ μήτε και έπαυσε με τις δίκες της Νυρεμβέργης. Τουναντίων, όσοι ζούμε σήμερα στην Ελλάδα, ξέρουμε καλά πως η ίδια άποψη (συνεπικουρούμενη από όλες τις προηγούμενες αντισημιτικές προλήψεις) είναι ισχυρή και ζωντανή σε καφενεία, τηλεοπτικούς σταθμούς, κυριακάτικα κυρήγματα παπάδων, ρητορική κομμάτων και πολιτικών, σελίδες εφημερίδων.

 

Ωστόσο: δεν είναι αντισημιτισμός να κάνεις κριτική στις επιλογές μιας κυβέρνησης όπως δεν είναι (φαντάζομαι) αντιαμερικανισμός να μιλάει κανείς για την δολοφονική επιλογή της βόμβας στη Χιροσίμα ή τους βομβαρδισμούς στο Ιράκ κι όπως δεν είναι ανθελληνισμός το μιλάει κανείς για τα δικαιώματα των μειονοτήτων ή για την σφαγή των αμάχων Τούρκων και Εβραίων της Τριπολιτσάς το καλοκαίρι του 1822 από τον στρατό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ή για τον φόνο ενός Αλβανού μετανάστη από έλληνες νεοφασίστες. Αυτή είναι η γνώμη μου (και νομίζω όχι μόνο η δική μου): δεν είναι αντισημιτισμός η αντίθεση στην κυβέρνηση του Σαρόν, μήτε το να θεωρεί κανείς την πολιτική της στρατηγική εξόντωσης του παλαιστινιακού λαού μια τέτοια άποψη σημαίνει πως εναντιώνεσαι στη λογική του στρατού κατοχής, των κατεδαφίσεων, των γκέτο, τον εκκαθαριστικών επιχειρήσεων επί αμάχων σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει πως αρνείσαι στους πολίτες του Ισραήλ το δικαίωμα να ζουν στην πατρίδα τους, ούτε πως επιδοκιμάζεις τους μουτζαχεντίν (δηλαδή: τους ασσασίνους) που σπέρνουν θάνατο σε εστιατόρια και λεωφορεία. Και κατ επέκταση: δεν είναι αντισημιτισμός το να λογαριάζεις πως το Ολοκαύτωμα μπορεί να ξανασυμβεί με άλλους όρους, με άλλα σύμβολα, με άλλα τραίνα και με άλλα αέρια, με άλλους θύτες: είναι μια ιστορική (ή και πολιτική) άποψη ή μια ερμηνεία - κι όπως κάθε άποψη και κάθε ερμηνεία μπορεί να είναι σωστή, μπορεί και λανθασμένη.

 

Και κάτι προσωπικότερο: μιλάω για το Ολοκαύτωμα, γιατί, έχοντας διαβάσει τα Ηλιοτρόπια των Εβραίων του Ιωάννου και την Τζιοκόντα του Κοκάντζη, πιστεύω πως τα θύματά του (όπως άλλωστε τα θύματα κάθε γενοκτονίας) δεν είναι μόνο αυτοί που χάθηκαν. Είναι και αυτοί που έμειναν, διότι στερήθηκαν αυτούς που χάθηκαν. Αλλιώς: είναι αυτοί που περιμένουν να γυρίσουν τα τρένα από την Κρακοβία, αυτοί που γυρεύουν την Τζιοκόντα σε ένα ποτήρι κρασί. Αλλιώς: Ολοκαύτωμα είναι οι Εβραίοι φίλοι που δεν γνωρίσαμε, είναι οι κοπέλες και τα αγόρια που δεν ερωτευτήκαμε, οι οικογένειες που δεν κάναμε δηλαδή: η ζωή που δεν ζήσαμε.

 

Υπό αυτήν την οπτική, το ερώτημα, για μένα τουλάχιστον, είναι ζωτικότερο από μια ρητορεία (όπως ίσως νομίζει κανείς): ποιος προφέρει το παράγγελαμ Wstawac;

 

 

 

3.

 

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ερμηνεύσει κανείς το Ολοκαύτωμα (και όλοι φυσικά εμπεριέχουν την πρόταση τους για το μέλλον): ο πιο απλοϊκός είναι να το αποδώσει κανείς στην διαστροφή και την τρέλα του Χίτλερ και των υψηλόβαθμων Ναζί. Φυσικά αυτή η εκδοχή δεν με πείθει: το να αποδίδεις τη φρική της ιστορίας (ας πούμε: την Ιερή Εξέταση, το Ολοκαύτωμα, την Χιροσίμα) σε κάποιον σχιζοφρενή δολοφόνο με πριόνι που ευτυχώς μας τέλειωσε, είναι μια ασφαλέστατη οδός για να ξαναβρείς μπροστά σου την ίδια φρίκη πολλαπλασιασμένη.

 

Μια δεύτερη, ιδιαίτερα διαδεδομένη ερμηνεία, είναι η τελεολογία: το να ερμηνεύσεις το Ολοκαύτωμα ως μία ακόμη δοκιμασία στην οποία υπέβαλε ο Θεός τον εκλεκτό λαό του. Δεν αμφιβάλλω ότι πολλοί (πιθανώς οι περισσότεροι) από τα έξι εκατομμύρια Εβραίων που κυριολεκτικά προγραμματίστηκαν από τους Ναζί στον χαμό και οδηγήθηκαν στον όλεθρο των στρατοπέδων μέσα από μια διαδικασία αφάνταστης φρίκης και εξευτελισμού είχαν στο νου τους αυτήν την τελεολογία πώς αλλιώς μπορούσαν να ερμηνεύσουν τον θάνατό τους; Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή το Ολοκαύτωμα είναι όντως ένα μοναδικό γεγονός που δομείται (όπως και ολόκληρη η ιστορία) στη σχέση του δοκιμαστή Θεού με τον περιούσιο Λαό. Φυσικά ούτε αυτήν την ερμηνεία μπορώ να δεχτώ, γιατί δεν μπορώ να πιστεύω σε δοκιμαστές Θεούς και περιούσιους Λαούς, μήτε και στις μονοθεϊστικές θρησκείες (την εβραϊκή, την χριστιανική, την μουσουλμανική) που κυβερνιούνται από ετούτα τα σχήματα. Επίσης δεν μπορώ να δεχτώ μια τέτοια θεώρηση της ιστορίας την λογαριάζω για εξαιρετικά επικίνδυνη: σε ένα τέτοιο σχήμα (δοκιμαστής Θεός εκλεκτός Λαός) στ αλήθεια πού τοποθετούνται το μισό εκατομμύριο των Τσιγγάνων που χάθηκε επίσης στα ίδια στρατόπεδα των Ναζί ή οι νεκροί από τις βόμβες των Αμερικάνων στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι;

 

Μια τρίτη ερμηνεία του Ολοκαυτώματος (και φυσικά όχι η τελευταία) είναι η ανθρώπινη ιστορία, δηλαδή η ανθρώπινη συνέχεια, δηλαδή η άρνηση της τύχης και της μοίρας. Το Ολοκαύτωμα έγινε γιατί το έφτιαξαν άνθρωποι σαν όλους εμάς (ή όλοι εμείς), γιατί από την αρχή του πολιτισμού οι άνθρωποι προσδιόρισαν τον εαυτό τους σε σχέση φόβου για τον άλλον, γιατί οι λογής εξουσίες, θρησκείες και κυρίαρχες ιδεολογίες τζογάρισαν σε ετούτον τον φόβο. Μοιραία για τον σεισμό, για την πανούκλα, για την φτώχεια έπρεπε να φταίει κάποιος: ο ξένος, ο διαφορετικός, ο άπιστος. Γρήγορα βρέθηκαν οι αποδιοπομπαίοι τράγοι της Ευρώπης: οι Εβραίοι, οι Τσιγγάνοι, οι Άραβες. Το Ολοκαύτωμα εκτελέστηκε από τους Ναζί μα ήταν αποτέλεσμα χιλίων χρόνων στερεοτύπων μίσους, θεολογικής τελεολογίας, και καλλιέργειας του μίσους για τον άλλον ως στοιχείο κοινής ταυτότητας. Το Ολοκαύτωμα είναι ένα μέρος της ιστορίας του Δυτικού πολιτισμού και έγινε από όλους μας ως τέτοια εκδοχή θα συνεχίσει να συμβαίνει ως ανθρώπινη δράση εναντίων ανθρώπων. Αρα ο χρόνος του παραγγέλματος Wstawac είναι πάντοτε ενεστώτας.

 

Ο Πρίμο Λέβι έζησε όλη του την ζωή κι έγραψε πραγματικά αριστουργήματα προσπαθώντας να καταλάβει αυτό που έζησε στα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης. Φυσικά αρνήθηκε την θεωρία λίγων διεστραμμένων, καθώς και την θεωρία της τελεολογικής δοκιμασίας: κατέληξε να τα ορίσει ως κάτι περισσότερο από ιστορικό γεγονός - ως μία λογική αλυσίδα όπου η αδιαμόρφωτη ιδέα σύμφωνα με την οποία ο ξένος ισοδυναμεί με εχθρό (δηλαδή από πλαϊνός γίνεται απειλή) μεταβάλεται σε κύρια πρόταση ενός συλλογισμού. Σύμφωνα με τον Λέβι αυτός είναι ο πρώτος κρίκος της λογικής αλυσίδας που καταλήγει στο Άουσβιτς ένα Άουσβιτς που παραμένει διαρκώς ενδεχόμενο, για νέα θύματα και για νέους θύτες.

 

Όπως υπάρχουν λογής ερμηνείες, υπάρχουν και λογιών αρνητές του Ολοκαυτώματος: μερικοί ως γνήσια φασιστοειδή μιλούν για σιωνιστικές συνομωσίες σε βιβλία και τηλεοράσεις. Κάποιοι άλλοι αρνούνται δια της σιωπής: σιωπή από τα λογοτεχνήματα, σιωπή από τα μνημεία, σιωπή από τα βιβλία της ιστορίας. Ωστόσο, για εμένα, οι χειρότεροι αρνητές του Ολοκαυτώματος είναι αυτοί που το διαστρέφουν θεωρώντας το ιστορική ιδιοκτησία τους και επιχείρημα εξόντωσης των άλλων. Είναι αυτοί (και υπάρχουν πολλοί πολίτες και υποστηρικτές του Ισραήλ που εναντιώνονται ευθέως στην πρακτική τους) που το ερμηνεύουν ως μια διαβολική συνομωσία έξω από την ιστορία, που αρνούνται την επαναληπτικότητά του και το λογαριάζουν ως ένα κατάδικό τους όπλο, ως έγκλημα εναντίων ενός μονάχα λαού και όχι ως έγκλημα εναντίων όλων των ανθρώπων. Μοιραία το βάζουν μέσα σε μια τελεολογία δράσης και ανταπόδωσης. Λένε δηλαδή: εφόσον έξι εκατομμύρια Εβραίοι πρόγονοι μας εξοντώθηκαν στα Στρατόπεδα των Ναζί, δικαιούμαστε κι εμείς να σκοτώνουμε δέκα ή εκατό ή χίλιους ή δεκάδες χιλιάδες Παλαιστινίους, δικαιούμαστε να βομβαρδίζουμε αμάχους, να ισοπεδώνουμε σπίτια, να εντοιχίζουμε, να εκτελούμε, να υψώνουμε τείχη και συρματοπλέγματα, προκειμένου να εξοντώσουμε ό,τι λογαριάζουμε για απειλή, να προλάβουμε ό,τι νιώθουμε πως μπορεί να μας ξανα-απειλήσει στο μέλλον. Και φυσικά: όποιος μας πει πως έτσι έχουμε ήδη ενεργοποιήσει την λογική αλυσίδα, που, σύμφωνα με τον Πρίμο Λέβι, οδηγεί στο Άουσβιτς (σε ένα καινούριο Άουσβιτς), τον βγάζουμε αρνητή, αντισημίτη, συνεχιστή της αρθογραφίας του Νίκου Φαρδή και ό,τι άλλο. Έτσι λένε μα λησμονούν πως τα έξι εκατομμύρια Εβραίων είναι και δικοί μας πρόγονοι, όπως εξάλλου τα σκοτωμένα παιδιά των Παλαιστινίων καθώς και όλων των ανθρώπων είναι και δικά μας παιδιά. Κι ακόμη (κι αυτό πιθανώς να είναι ακόμη λυπηρότερο) λησμονούν και τον κρίσιμο (και διαρκώς ενεργό) εφιάλτη του Λέβι: ποιος προφέρει (σε χρόνο πάντοτε ενεστώτα) το παράγγελμα Wstawac;

 

 

(Δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 17-10-2004 και στις 24-10-2004.)