Θανάσης Τριαρίδης

 

Ο Γαβριάς ακόμα γυρίζει

 

 

Η ερημία του πλήθους τηλεοράσεις, ρητορείες, ψέματα, μεγαλειώδεις show business, φενακισμένες λέξεις. Και προπαντώς: αδιακοπη κατασκευή συναίνεσης, ο υπέροχος μεγάλος αδελφός μας (τόσο πιο ανθρώπινος, τόσο φιλικότερος από όσο φανταζόμασταν) η οικειοθελής (;) σκλαβιά μας. Στα τηλέφωνα και τα μέιλ κάμποσοι φίλοι επιμένουν να ξαναγράψω για την μεγάλη αυτοκαταστροφή της ελληνικήγς κοινωνίας, την Ολυμπιαδα των χημικών γιατρών, των μεγάλων πολυεθνικών κόλπων και των μικρονοϊκών μανιών. Την Ολυμπιάδα που ενταφίασε κάθε ελπίδα περιφεριακής ανάπτυξης ενός υπάναπτυκτου κράτους, και συνάμα το έζεψε σε ένα στείρο φαντασιοκόπημα ισχύος, δηλαδή άλλο ένα συστατικό της υπανάπτυξης. Την Ολυμπιάδα, ακόμη, όπου μια κυρία ως κορύφωση της ολόλαμπρης δεξίωσής της καίει με τα πυροτεχνήματά της ένα δάσος, θαρρείς και σερβίρει παγωτό της φωτιάς στους ποικίλα γαλαζοαίματους εκλεκτούς της και, το χειρότερο, αντί να βρεθεί προφυλακισμένη για κακούργημα (γιατί κακούργημα είναι ο εμπρησμός, για όσους δεν το ξέρουν), ποζάρει στις καμέρες με τα εκτυφλωτικά μαργαριτάρια της και υπόσχεται ως εστεμμένη ελέω Θεού βασίλισσα την αναδάσωση της καμμένης γης.

 

Όχι, καλοί μου φίλοι, δεν θα μιλήσω κι άλλο για όλα αυτά είχα την ευκαιρία εδώ και καιρό να φωνάξω (και εγώ) από την ασήμαντη γωνιά μου (και από τούτη την στήλη) ενάντια στην φενάκη της Ολυμπιάδας. Κι είχα την τιμή να συμπεριληφθω και εγώ στον κατάλογο όσων περιγελάστηκαν από τους αστραφτερούς opinion makers ως καθυστερημένοι κομπλεξικοί μαλάκες που χαλάνε το κλίμα της μεγάλης γιορτής αλλιώς: της μεγάλης μπίζνας τους. Διόλου συμπτωματικά: οι ίδιοι κατασκευαστές συναίνεσης, αφού περιέφεραν την γκεϊμπελικής έμπνευσης φλόγα στους δρόμους της Αθήνας, έκπληκτοι ανακαλύπτουν πως η χημική γιορτή τους ξηλώνει γρηγορότερα από όσο φαντάζονταν. Τούτη την ώρα του ξηλώματος, λοιπόν, ας σκεφτούμε κάποιον σημαντικότερο από όλα αυτά κάποιον που φτιάχτηκε για να χαλάει την συναίνεσή τους.

 

Το Παρίσι έχει ένα παιδί και το δάσος έχει ένα πουλί: το πουλί το λένε σπουργίτι και το παιδί το λένε χαμίνι. Μα γιατί γυρίζω ξανά στο κιτρινισμένο βιβλίο του Ουγκώ; Μα γιατί κόλλησα έτσι με εκείνο το παιδί που οι καθωσπρέπει αστοί το φώναζαν αλήτη; Να γιατί: ο Γαβριάς έμεινε ελεύθερος μέχρι το τέλος, μια φλόγα ανυπακοής και αφοβιάς, ένας παντοτινός φίλος εκείνων που κυνηγιούνται, ένας παντοτινός εχθρός εκείνων που κυνηγάνε και, φυσικά, άντρας όλων των γυναικών του δρόμου. Γιατί είναι το εμβληματικό χαμίνι του κόσμου μας, κάποιος που ήξερε να ζει και να πεθαίνει.

 

Όταν γίνεται το οδόφραγμα της Οδού Καναββίδας (εκεί, στην ωραιότερη εξέγερση της λογοτεχνίας, όπου ο Γιάννης Αγιάννης σημαδεύει πηλήκια κι όχι ανθρώπους) ο Γαβριάς θα τρυπώσει εκεί, ανάμεσα στους περικυκλώμένους και καταδικασμένους επαναστάτες, τον Ενζολωρά, τον Μάριο, τον Γιάννη Αγιάννη δεν γινόταν να χάσει το γλέντι. Όταν το οδόφραγμα ξεμένει από σφαίρες, θα πεταχτεί έξω τάχα για να μαζέψει βόλους μολύβι. Οι στρατιώτες τον πυροβολούν κι αυτός χορεύει τραγουδώντας: Τραγουδώ χειμώνα θέρος / σ αυτό φταίει ο Βολταίρος. / Φτώχεια έχω για προικιό / γράψε λάθος του Ρουσώ. Κάποτε τον πετυχαίνουν το αγόρι ξεψυχώντας στην αγκαλιά του Μάριου, συνεχίζει το τραγούδι του: Χάμω αν στρώθηκα τα υστέρου / λάθος είναι του Βολταίρου. / Λάσπη τώρα αν μασώ, / λάθος είναι του Ρου....

 

Κάποιος μπορεί να πει πως ο Γαβριάς που τραγουδά για τον Ρουσώ δήθεν μαζεύοντας σφαίρες για το οδόφραγμα έχει πεθάνει από καιρό ή ακόμη πως δεν υπήρξε ποτέ, πως ήταν μια διανοουμενίστικη αυταπάτη. Πιθανώς μα ανάμεσα στα εκατομμύρια των εξαθλιωμένων χαμινιών ολόκληρου του κόσμου, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους απόκληρους που στέκονται στις γωνιές και περιμένουν υπονομεύοντας τις ακλόνητες βεβαιότητές μας, υπάρχουν χιλιάδες έτοιμοι για να σταθούν στο οδόφραγμα της οδού Καναββίδας, απέναντι στους στρατιώτες και τη γλυκιά συναίνεση των φασιστών, απέναντι σε φιλοσόφους και κυρίαρχες πλειοψηφίες που ονομάζουν αμαρτία την πείνα και καρκίνωμα την απελπισία. Σε αυτά τα οδοφράγματα πάντοτε θα τρυπώνει κι ένα ξανθομάλλικο ρακένδυτο αγόρι: γιατί, έστω και πεθαμένος ο Γαβριάς γυρίζει ακόμα στις σκοτεινιές του μυαλού μας χορεύει ανάμεσα στις σφαίρες και τραγουδάει.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στη Μακεδονία της Κυριακής, στις 22-8-2004. Τα αποσπάσματα των Αθλίων παρατίθενται στην κλασική μετάφραση του μετάφραση του Μανώλη Σκουλούδη. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμa που εκδόθηκε τον Μάιο του 2006 στη σειρά Αντιρρήσεις των εκδόσεων Τυπωθήτω.)