Θανάσης Τριαρίδης

 

 

Μια ιστορία του Φιοντόρ

 

 

 

Γνωρίζω πως δεν πρωτοτυπώ μα επιμένω: η μετανάστευση είναι ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς εξέλιξης των κοινωνιών κι αυτό είναι μια απάντηση στο τέλος της ιστορίας, καθώς από το καιρό των προσωκρατικών φιλοσόφων γνωρίζουμε πως ό,τι εξελίσεται, παραμένει ζωντανό, πώς ότι βιώνει τον χρόνο, οφείλει να αλλάζει για να μην μνημειώθεί μέσα του. Η ιστορία των πολιτισμών της Μεσογείου, ο σχηματισμός της Ευρώπης, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ή, για να πάμε στον 20ο αιώνα, η μεταπολεμική Γερμανία, η Αγγλία και η Γαλλία των τριών τελευταίων δεκαετιών το αποδεικνύουν περίτρανα: οι κοινωνίες των μεταναστών βρίσκονται στην πρώτη γραμμή κάθε πρωτοπορίας, στην επιστήμη, στα μοντέλα κοινωνικής ανάπτυξης, στην τέχνη, στον στοχασμό ακόμη και στον αθλητισμό (αξίζει να σκεφτούμε με ποια σύνθεση η Εθνική Γαλλίας παίζει το καλύτερο ποδόσφαιρο στον κόσμο τα τελευταία δέκα χρόνια). Όσο για την Ελλάδα, τα πράγματα μοιάζουν σχεδόν αυτονόητα: το πιο ελπιδοφόρο γεγονός της τελευταίας δεκαετίας είναι, για μένα (και για πολλούς άλλους), ετούτο το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα, κυρίως από την Αλβανία και από την άλλοτε Σοβιετική Ένωση, ρεύμα που πλούτηνε τις πόλεις μας και τα χωριά μας, που ανάπτυξε τον τόπο μας, που εξέλιξε πολύμορφα και πολυποίκιλα την κοινωνία μας. Η Ευρώπη είναι ήδη πολύχρωμη και σε τριάντα χρόνια, σε πείσμα των Στόιμπερ, Μπερλουσκόνι, Φίνι, Λεπέν, Χριστόδουλου και άλλων πολλών, θα είναι ακόμη πιο πολύχρωμη. Αυτό είναι ήδη σπουδαίο και με γεμίζει με χαρά η πιθανότητα τα εγγόνια μου να μην έχουν το ίδιο χρώμα του δέρματος με εμένα.

 

Φυσικά υπάρχουν και ενστάσεις. Μπορεί κανείς να παρατηρήσει μια αφελή υπεραισιοδοξία σχολικής έκθεσης σε όλα αυτά θαρρείς και ο συντάκτης της προηγούμενης παραγράφου να ζει σε μια παραδείσια ευτοπία και να αγνοεί τους πνιγμένους του Αιγαίου, τους ακρωτηριασμένους από νάρκες, τους σκασμένους σε διπλούς πάτους φορτηγών, τα άθλια γκέτο, την πολυεπίπεδη εκμετάλευση, την ανασφάλιστη εργασία, τον καθημερινό ρατσισμό όλων των επιπέδων σε βάρος των ξένων. Όχι, τίποτε από όλα αυτά δεν αγνοώ μα έχω την αίσθηση πως η κρισιμότερη απάντηση σε όλα τούτα είναι η συνεχής προσπάθεια για την συνοχή των κοινωνιών μας. Και νομίζω πως το πρώτο βήμα για την συνοχή είναι να σχεδιάσουμε όλοι μαζί ένα κοινό μέλλον σήμερα, στην Ελλάδα μα και σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι μετανάστες δουλεύουν για το μέλλον των γηγενών, ένα μέλλον που συχνά πυκνά τους θεωρεί παρίες ή και απόβλητους. Η ανασφάλιστη ημινομιμότητα είναι ένα περίπου θεσμικό μεταναστευτικό καθεστώς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ ο νομοθετικός μηχανισμός για την απόκτηση ευρωπαϊκής ιθαγένειας είναι (σε όλες τις χώρες της Ευρώπης) ένα γραφειοκρατικό τέρας. Φυσικά και πιστεύω στο εκκολαπτόμενο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, με τον ίδιο τρόπο που πιστεύω στι Ηνωμένες Πολιτείες όλου του Κόσμου (έχω διαβάσει από καιρό τον Σάμουηλ Χάρδιγκ του Εμπειρίκου) μα αν ετούτο το Σύνταγμα δεν προτάξει τους μετανάστες (προσοχή: τους υπάρχοντες και τους επικείμενους) ως μέγιστη πολιτκή και κοινωνική αξία της (ενωμένης) Ευρώπης (ας πούμε, κατοχυρώνοντας το τετράπτυχο: ελεύθερη διακίνηση, προστατευμένη εργασία, πλήρη κοινωνικά δικαιώματα, δυνατότητα ευρωπαϊκής ιθαγένειας), τότε απλώς θα επισημοποιήσει τον (από καιρό κηρυγμένο) πολέμο της πλουσίων κρατών έναντι των φτωχών ανθρώπων.

 

Μπορεί πάλι κανείς να πει το προφανές: πως ο φόβος και ο ρατσισμός είναι φυσικά ένστικτα κάθε κοινωνικής πλειοψηφίας, πως σήμερα υπερ-θρέφονται από μια αυξανόμενη αίσθηση ανασφάλειας αυτιστικών νεοαστών (ανάμεσα σε αυτούς λογαριάζω και τον εαυτό μου) και πως ετούτο το δίπολο (φόβος και ρατσισμός) βρίσκει ισχυρότητα ερίσματα είτε στην ανεργία, είτε στην εγκληματικότητα. Μα η λύση (μήτε σε ηθικό, μήτε σε πρακτικό επίπεδο) δεν είναι η Ευρώπη-φρούριο: κανένα φρούριο δεν θα σταματήσει τις καραβιές των πεινασμένων, επέμενε ο Γκίντερ Γκρας στον λόγο της απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1999. Και η αντιπρόταση; - η ίδια από τον καιρό που ο Ουγκώ έγραφε τους Αθλίους: η ανάμειξη των ανθρώπων, η απόφαση να δομήσουμε ένα κοινό μέλλον, θυσιάζοντας κάποια από τα προσδόκιμα του μέλλοντος που μας έταζαν οι ψεύτες της αυτάρκους κοινωνίας. Κι ακόμη πιθανώς και προτύτερα: ο αλληλοσεβασμός που μπορεί να φέρει την πολυπόθητη η αλληλεγγύη, ο αγώνας και η αγωνία να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον. Στον στόχο τού να ζήσουμε μαζί, ίσως η κρισιμότερη αφετηρία να είναι πνευματική: ένας διανοητικός αγώνας, με τους κυρίαρχους συλλογικούς φόβους και με τον ίδιο μας τον εαυτό, προκειμένου να γυρέψουμε (: να επιλέξουμε) αυτό το μαζί.

 

Να, λοιπόν, ένα αλλιώτικο ψυχομέτρι του πολιτισμού μας: το πώς και το κατά πόσο παλεύουμε σε τούτο τον διανοητικό αγώνα. Οι Αντιρατσιστικές Πρωτοβουλίες, οι εθελοντικές προσπάθειες για τον γραμματισμό των μεταναστών (στο νου μου έχω το εξαιρετικό Σχολείο του Οδυσσέα στη Θεσσαλονίκη), οι προσπαθειες για νομική υποστήριξη των μεταναστών είναι αναμφισβήτητα εκφάνσεις που διασώζουν την τιμή μιας κοινωνίας που για αρκετά χρόνια επιδίδεται σε ένα συνεχές τηλεοπτικό αναμάσημα ρατσιστικών στερεοτύπων. Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε και τα πρώτα χνάρια της τέχνης στον αγώνα και την αγωνία για αυτό το δύσβατο μαζί. Θα μείνω στην ελληνική πραγματικότητα: τα βιβλία του Σωτήρη Δημητρίου, του Τηλέμαχου Κώτσια, οι ταινίες του Σωτήρη Γκόριτσα, του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, του Κυριάκου Κατζουράκη (και αρκετά άλλα δημιουργήματα που προφανώς μου διαφεύγουν) είναι τα πρώτα (εξαίρετα) δείγματα της προσπάθειάς να κατανοήσουμε τον κόσμο των μεταναστών, να ζήσουμε κοντά τους.

 

Και φτάνω στην αφορμή αυτού του σημειώματος: με μεγάλη συγκίνηση διάβασα ένα από τα πιο πρόσφατα λογοτεχνικά γεννήματα τούτης της αναζήτησης και η χαρά μου ήταν διπλή καθώς το έγραψε ένας αγαπημένος φίλος στον οποίο τόσα χρωστάω. Το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων Μια ιστορία του Φιοντόρ είναι μια αντίστροφη διαδρομή ενός κοριτσιού από την πατρίδα στην ανάγκη. Η έφηβη (σωστότερα: η αρνούμενη να γίνει έφηβη) Λιούμπα, που στην ουσία ξαναζεί μια παλιά ιστορία του Φιοντόρ Νοστογιέφσκι, γυρεύει πατρίδα, οικογένεια και μνήμη κάτω από έναν κλειστό ελληνικό ουρανό: θαρρείς αναπόφευκτα θα αποζητήσει το τέλος της, ακριβώς επειδή είναι αδύναμη να δώσει ατομικές λύσεις σε συλλογικά αδιέξοδα της ιστορίας. Εδώ βρίσκεται και η διαφοροποίηση από την παλιά ιστορία του μεγάλου Ρώσου: η έξοδος (προσοχή: όχι η λύτρωση, η έξοδος) θα έρθει όχι από την θυσία του Μίσκιν-Μίτια αλλά μέσα από την κοινότητα των παιδιών δηλαδή: την αδελφότητα των ανθρώπων. Ναι, αυτό είναι μια απάντηση στα μάτια μου διόλου θεολογική μα ανθρώπινη, μόνο ανθρώπινη. Κι είναι πιθανό να είμαι συγκινημένος μα νιώθω πως κρατάμε στα χέρια μας μια από τις πιο σημαντικές παιδικές ιστορίες της λογοτεχνίας μας κι ακόμη, μια πολύτιμη όσο και πολύσημη ψηφίδα σε τούτη την αγωνία, σε τούτο τον αγώνα για κοινωνική συνοχή.

 

 

 

(Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 15-8-2004. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα, τυπωθήτω, 2006.)