Θανάσης Τριαρίδης

 

Βιβλία σαν κι αυτό

 

 

Διαβάζω τους Αθλίους τα τελευταία είκοσι χρόνια και καθώς μεγαλώνω η ανάγνωσή μου γίνεται όλο και πιο τρεμάμενη, όλο και πιο συγκινημένη θέλω να πω πως εκείνη η πρώτη οργισμένη ορμή της εφηβείας δίνει τη θέση της σε μια άπορη συγκίνηση που απομένει χωρίς έξοδο μα γιατί;

 

Θα μπορούσα να μιλάω ασταμάτητα για τους Αθλίους να γυρίζω συνέχεια στις ίδιες ιστορίες. Ο Γαβριάς, ο Ενζολοράς, ο γέρο Μαμπέφ, ο Μάριος και η Τιτίκα, η τραγική Φαντίνα, ο Μυριήλ, ο Γιάννης Αγιάννης και ο Ιαβέρης δίδυμοι αδελφοί που γυρεύουν την παιδική ηλικία τους. Ο αγώνας για την ματαιότητα της ανθρωπιάς μέσα στην ιστορική κτηνωδία ο αγώνας για ελευθερία. Ο Γαβριάς πεθαίνει χορεύοντας ανάμεσα στις σφαίρες τραγουδώντας για τον Ρουσώ και τον Βολταίρο. Η στερνή συνάντηση του Γιάννη Αγιάννη με τον Ιαβέρη εκεί που μιλούνε με πνιχτές ανάσες: κάνε τη δουλειά σου - φύγε. Οι υπόνομοι του Παρισού το στομάχι του κόσμου μας. Και στο κέντρο του στρόβιλου: κάποιος που αλλάζει ονόματα γυρεύοντας κάτι περισσότερο από την ανάγκη μα τι; Ο επίλογος μοιάζει αναπόφευκτος: μια ανώνυμη χορταριασμένη πλάκα στο κοιμητήρι του Περ Λα Σεζ κάποτε ένα χέρι έγραψε κάτι με μολύβι - από αιώνες το έσβησεν ο καιρός.

 

Δεν μπορώ να ξεπεράσω τους Αθλίους αν μου λέγανε να διαλέξω ένα βιβλίο για ένα ερημονήσι δεν θα μπορούσε παρά να ήταν αυτό. Με συγκλονίζει η ανάγκη να παραμένεις ανθρώπινος μπροστά στη μοίρα που όλοι γύρω σου επιμένουν να λογαριάζουν ως θεϊκή επιταγή. Με συγκλονίζει το οδόφραγμα της Οδού Κορίνθου η εξανθρωπισμένη ανάγκη της εξέγερσης απέναντι στους στρατιώτες, τους αστυνομους, τους παπάδες, τους φλογοβολιστές, του νταβατζήδες των αιώνων. Πιθανώς να με δαιμονίζει και το γεγονός πως δεν υπήρξα ποτέ μου Γαβριάς, πως δεν έγινα ποτέ μου Ενζολοράς, μήτε Γιάννης Αγιάννης παρά ένας δειλός που κρύβεται στην ελεγχόμενη γαλήνη ενός γραφείου, μακριά από τα οδοφράγματα και τους υπονόμους. Με δαιμονίζει που ετούτος ο σιωπηλός ήρωας δεν οξειδώνεται μέσα στην ιστορία και την φενάκη του κάθε μονόδρομου: ο ευυπόληπτος δήμαρχος κύριος Μαντλέν που παρουσιάζεται στο έκπληκτο δικαστηριο για να σηκώσει το μανίκι του και δείχνοντας το νούμερο από κάτεργο να φωνάξει ο Γιάννης Αγιάννης είμαι εγώ. Και χρόνια αργότερα, σε ένα έξαλλο οδόφραγμα επιμένει να σημαδεύει πηλήκια και όχι ανθρώπους μια πρόωρη απάντηση στον όλεθρο της επαναστατικής βίας.

 

Λένε πως κάθε αξιολόγηση σέρνει και σέρνεται από μια ιδεολογία που εξ ορισμού στέκει στους αντίποδες της τέχνης. Ωστόσο, κάποτε οι αξιολογήσεις μάς είναι απαραίτητες για να κατανοήσουμε τον ορίζοντά μας: ο Ουγκώ μαζί με τον Ντοστογιέφσκι έγραψαν τα ωραιότερα μυθιστορήματα ετούτων των τριών αιώνων που υπάρχει μυθιστόρημα. Και ήξερε καλά στους προλόγους του να καρφώνει τις λέξεις σαν τις πρόκες για να μην τις παίρνει ο άνεμος. Στην Παναγία των Παρισίων μιλάει για την ακατανόητη όσο και παμπάλαιη ανάγκη που είδε χαραγμένη με αρχαία ελληνικά γράμματα σε έναν τοίχο της Νοτρ Νταμ. Τριάντα χρόνια μετά τον παράφορο αυτο-ενταφιασμό του Κουασιμόδου, ο Ουγκώ ξαναγύρισε στην ίδια ανάγκη, με μια παράγραφο που στοίχειωσε το μέλλον που έρχονταν. Ο πρόλογος των Αθλίων στάθηκε για ολάκερες γενιές κάτι σαν νυχτερινή προσευχή ή νυχτερινή αδημονία.

 

Όσο από τους νόμους και τα ήθη ξεπηδά μια κοινωνική καταδίκη που, ενόσο ακμάζει ο πολιτισμός, θα δημιουργεί τεχνητά μία κόλαση κα θα μπερδεύει την ανθρώπινη κακομοιριά με το θεϊκό πεπρωμένο όσο τα τρία προβλήματα του αιώνα μας, ο εξευτελισμός του άνδρα από την ανέχεια, το κατρακύλισμα της γυναίκας από την πείνα, η καχεξία του παιδιού από το νυχτέρι, δεν θα βρίσκουν τη λύση τους όσο ακόμη σε μερικές τάξεις η κοινωνική ασφυξία θα είναι δυνατή - με άλλα λόγια και γενικότερα, όσο υπάρχει πάνω στη γη αμάθεια και δυστυχία, βιβλία σαν κι αυτό εδώ ίσως να μην είναι ανώφελα.

 

Έχω περπατήσει κάμποσα γκρίζα απογεύματα στο Περ Λα Λεζ ψάχνοντας για μιαν ανώνυμη χορταριασμένη πλάκα. Φυσικά δεν τη βρήκα. Μα καθώς μεγαλώνω, το πιστεύω όλο και πιο πολύ: όσο αυξάνεται πάνω στη γη η αμάθεια και η δυστυχία, όσο στερεύει το νερό των φτωχών, όσο οι μετανάστες διώχνονται και οι απελπισμένοι πληθαίνουν, όσο οι πεινασμένοι βομβαρδίζονται από τους χορτάτους και οι χορτάτοι αγοράζουν φλογοβόλα για να μην τους ζυγώνουν οι πεινασμένοι, με άλλα λόγια και γενικότερα, όσο η βία και η ισχύς θα είναι ο κανόνας της προόδου μας, βιβλία σαν κι αυτό δεν είναι ανώφελα.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στη Μακεδονία της Κυριακής, στις 23-5-2004. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμa που εκδόθηκε τον Μάιο του 2006 στη σειρά Αντιρρήσεις των εκδόσεων Τυπωθήτω.)