Θανάσης Τριαρίδης

 

 

Ζει ο βασιλιάς Μινώταυρος;

 

 

Εικοσιμία σημειώσεις για τον Νίκο Εγγονόπουλο

 

 

 

[Στους δρόμους τους βοιωτικούς μα ποιος;]

 

1. Τ αστροπελέκια με τον αιώνα τους χυθήκανε και χάθηκαν μες στην καρδιά της καταχνιάς. Στο ημερολόγιο τα παιδιά ζωγραφίσανε την έναστρη νύχτα. Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ ανεβαίνει στην σκάλα. Ο Νατσήδες μάζεψαν την Εσθήρ Μπεσσαλέλ την Εστερίκα. Τα τραμ πηγαίνουν προς τα τέρματα. Η τέχνη και η ποίηση δε μας βοηθούν να ζήσουμε. Μύκονος, Μυκήνες, μύκητες τρεις λέξεις, όμως δύο μόνο φτερά. Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος; Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα μα πού, λοιπόν; Ρόδο των ανέμων, των ικριωμάτων, συ μαϊστράλι της οδύνης, έλα να κάνεις ό,τι κάνουν οι γυναίκες και τα πουλιά. Τι έγινε στο ενδιάμεσο; ποιος ξημερώνει τις μυρουδιές στα Ταταύλα; Κι όμως: φιλιά στα μάτια δεν είναι χωρισμός. Στο ημερολόγιο τα παιδιά ζωγραφίζουνε την έναστρη νύχτα μα δεν το βλέπεις πως η μέρα φεύγει γοργά; Αχ, δεν το βλέπεις: σου βγάλανε τα μάτια με τα λεπίδια οι φονιάδες. Δίχως χρησμούς του Απόλλωνα, δίχως διαταγές του Παντοκράτορα-Πατέρα.

 

2. καίω τα νιάτα μου / που είναι κιθάρα / που είναι κινάρα / που είναι κινύρα // λέω το άθροισμα / που είναι Μερόπη / που είναι μετόπη / που είναι με τόπι // κλαίω τις θύμισες / σαν το κοράκι / σαν το Κοράνι / σαν το κοράλλι // κι είμ ο Μινώταυρος / μέσ στο σεντούκι / μέσ στο σεντόνι / μέσ στο σεντέφι.

 

3. Προς τι τούτο τούπος ιστορείς; Λείψανα παλαιών άστρων: μεγαλοαστική καταγωγή, οικονομική στενότητα και αδυσώπητη περηφάνια. Φαναριώτικη καταγωγή από την πλευρά του πατέρα του, ένας Γερμανός πρόγονος (ο φιλέλληνας Δημήτριος Φρειδερίκος Σμιθ) από τη μεριά της μητέρας του, παιδικά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, στα δεκαεφτά του εσωτερικός σε σχολείο στο Παρίσι για τέσσερα χρόνια, έφτασε στην Αθήνα το 1927 και μετά από τη θητεία του στο στρατό ουσιαστικά θα μείνει σ αυτή την πόλη μέχρι το τέλος της ζωής του. Θα δουλέψει ως γραφέας, μεταφραστής, υπάλληλος Υπουργείων, βοηθός, επιμελητής και (μόλις το 1967) καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, σκηνογράφος του θεάτρου και του χοροδράματος και μακετίστας. Απόλυτα περήφανος, ιδιόρρυθμος, ακατάδεκτος, διεκδικητικός και ζηλότυπος στις ερωτικές του σχέσεις, επέμενε, παρά τον πενιχρό μισθό του, που μόλις και του επέτρεπε να ζει σε ένα διαμέρισμα 22,5 τετραγωνικών μέτρων, να καπνίζει τσιγάρα Κιρέτσιλερ και να πίνει ακριβά ποτά. Μέχρι το τέλος της ζωής του έζησε ως μισθοσυντήρητος: το ψωμί μου το έβγαλα εργαζόμενος συνεχώς στο Πολυτεχνείο. Ουσιαστικά αρνήθηκε να εμπορευτεί τους (έτσι κι αλλιώς όχι πολλούς) πίνακές του, στοιβιάζοντάς τους ακόμη και τα χρόνια της μεγάλης του αναγνώρισης, στοιβιάζοντάς τους στο σπίτι με την επιφάνεια στραμμένη προς τον ντουβάρι. Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;

 

4. Δύο γάμοι σε μάλλον ώριμη ηλικία: με τη ζωγράφο Νέλη Ανδικοπούλου από το 1950 μέχρι το 1954 (το 1951 γεννήθηκε ο γιος τους Πάνος) και με την Ελένη Τσιώκου-Εγγονοπούλου το 1960 (το 1961 γεννήθηκε η κόρη του Εριέττα). Λογάριαζε για ιδανική σχέση ένα ζευγάρι που ενώνεται και περνάει τη ζωή του ως ανδρόγυνο, κλεισμένο στο σπίτι του, απομονωμένο από τον υπόλοιπο κόσμο. Η Νέλη αφηγείται τον τρόπο που ο Εγγονόπουλος έγινε έξαλλος όταν, σε μια κοινή τους έξοδο, εκείνη ανταπέδωσε με το νεύμα του κεφαλιού της το χαιρετισμό που της απηύθυνε ο φίλος του ποιητής και εξίσου αγοραφοβικός Μίλτος Σαχτούρης. Οι θυελλώδεις αντιδράσεις και λοιδορίες που ξεσήκωσε η δημοσίευση των δύο πρώτων του ποιητικών συλλογών (Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν το 1938 και Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής το 1939) καθώς και η πρώτη ατομική έκθεση της ζωγραφικής του (το 1939) τον οδήγησαν στο να κλειστεί στο εαυτό του σαν το στρείδι. Σε αντίθεση με τον γενάρχη του υπερρεαλισμού στην ελληνική γλώσσα, τον θυελλώδη Ανδρέα Εμπειρίκο, ο Εγγονόπουλος, πάντοτε δύσπιστος, περίμενε από τον άλλον να κάμει τα πρώτα βήματα της προσέγγισής του, και μόνον αν αυτά ήσαν ιδιαίτερα ένθερμα ανοιγόταν διστακτικά και ο ίδιος σε κάθε άλλη περίπτωση θα ένιωθε πως φαινόταν να εκλιπαρεί για υποστήριξη ή για αναγνώριση. Τίποτε δεν είναι τυχαίο μόνο που δεν ήρθε η ώρα δεν ήρθε η ώρα ακόμη, ήρθαν μονάχα τα μουσικά σαλιγκάρια, ο τρελός κοχλίας. Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;

 

5. Είμαι ο Μινώταυρος. Όταν το 1938 ο ποιητής Απόστολος Μελαχρινός δημοσίευσε στις εκδόσεις του περιοδικού Κύκλος την πρώτη συλλογή ποιημάτων του Νίκου Εγγονόπουλου Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, οι λογοτεχνικοί κύκλοι και οι εφημερίδες της εποχής έκαναν τη βιαιότερη υποδοχή που έγινε ποτέ σε ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο. Μπορεί να είχε προηγηθεί η κατακραυγή εναντίον της Υψικαμίνου του Εμπειρίκου το 1935, ωστόσο κάτι το μεταξικό καθεστώς που είχε σκληρύνει τη στάση του απέναντι στους διανοουμένους, κάτι η στιχουργική διάταξη των ποιημάτων του Εγγονόπουλου έκαμαν την αστική κριτική να βγάλει αφρούς. Οι ασταμάτητες ύβρεις και οι σκληρότατες ειρωνείες μαζί με την παράλληλη αναδημοσίευση των ποιημάτων από τα φύλλα των εφημερίδων με σχετλιαστικά σχόλια ήταν κάτι πρωτοφανές και ο Εγγονόπουλος, σε αντίθεση με τον εφοπλιστή Εμπειρίκο, ήσαν ένας υπάλληλος που δεν είχε κανέναν να τον υπερασπιστεί. Ωστόσο, αυτός ο τόσο μοναχικός και τόσο ευάλωτος, αποφάσισε να βγει στην κόντρα. Μόλις την επόμενη χρονιά δημοσίευσε τα Κλειδοκύμβαλα της σιωπής σαν τα παιδιά που ζητούνε πόλεμο. Φυσικά οι επιθέσεις εναντίον του γίναν ακόμη βιαιότερες. Τούτη η βαλίτσα των ύβρεων πήγε μέχρι το τέλος της ζωής του. Ακόμη κι όταν ήρθε ο καιρός των βραβείων, των διακρίσεων και των τιμών (που ουδέποτε επιδίωξε), κάθε λίγο ήταν υποχρεωμένος να διαβάζει άλλοτε κάποιον αριστερό διανοούμενο που τον εγκαλούσε για παρακμιακό αστεϊσμό και αφ υψηλού θέαση της ζωής κι άλλοτε κάποιον αστό κριτικό που αποφαινόταν πως ο Εγγονόπουλος αντιμετωπιζόταν με φόλα ή έστω με βρεγμένη σανίδα. Μα ο στρατιώτης έχει το σκαρπίνι του, το μικρό παιδί το βλέμμα του, ο ποιητής το ροκάνι του κάπως έτσι. Ναι, κρατώ το ροκάνι κι είμαι ο Μινώταυρος. Όλοι μού φωνάζουν: παραδώσου. Όχι. Θα παραδώσω μόνον τις εξάγωνες φωτοβολίδες των λαιμητόμων στον μαρμαρωμένο βασιλιά.

 

6. Τέσσερα ντουμάνια φτιάξανε το χαρμάνι του Εγγονόπουλου: τόσο καθαρά που μπορεί να τα δει ο καθένας. Πρώτο ντουμάνι: ο ακραιφνής υπερρεαλισμός ως ανόθευτη έλξη προς το σπασμωδικό υπό την έννοια αυτή, πρόκειται για τον ακραιφνέστερο υπερρεαλισμό που μπορούσε να φανεί στην Ελλάδα. Δεύτερο ντουμάνι: η αυτοφυής όσο και ντελαλισμένη ελληνικότητα με όλες τις φενακισμένες ριξιές της μεταφυσικής μοναδικότητας και της φυσικής αυτοκατάφασης. Τρίτο ντουμάνι: ο ψυχικός δεσμός με τη φαναριώτικη μελαγχολία (έτσι όπως το ακούς: ψυχικός δεσμός το λένε και νόστος). Τέταρτο ντουμάνι: η έλξη προς το μετατραγικό δηλαδή προς τον Καβάφη (με άλλα λόγια: βγαίνουμε στους βοιωτικούς δρόμους να βρούμε πεθαμένους σκύλους). Τέσσερα ντουμάνια αλλά δύο μόνον φτερά.

 

7. Εγώ τον υπερρεαλισμό δεν τον γνώρισα τον είχα μέσα μου. Όλοι πια (: σχεδόν όλοι) λογαριάζουν τον Εγγονόπουλο για τον ακραιφνέστερο Έλληνα υπερρεαλιστή: ότι στον Εμπειρίκο είναι σπερματική λαχτάρα, στον Εγγονόπουλο, θαρρώ και στον Μπρετόν, είναι έλξη του σπασμωδικού αρκεί να δει κανείς ποια αποσπάσματα των μανιφέστων του Μπρετόν έβαλε ως προμετωπίδες και στα δύο πρώτα του βιβλία. Φυσικά όσο περνούσαν τα χρόνια έκανε μεγάλη προσπάθεια να λογαριάσει τον υπερρεαλισμό ως κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα νεότευκτο δόγμα ή έστω μιαν ανατροπή (όπως άλλωστε έκανε και ο ίδιος ο Μπρετόν με την Ανθολογία του Μαύρου Χιούμορ και τη Μαγική Τέχνη). Στα μάτια του Εγγονόπουλου ο υπερρεαλισμός είναι ένας παμπάλαιος σπασμός: ξεκινάει από τον Όμηρο και τον Πίνδαρο, από τους Βυζαντινούς αγιογράφους και τον Μανουήλ Πανσέληνο του Πρωτάτου. Αυτή είναι η μεγάλη νίκη (άμα υπάρχει νίκη) του υπερρεαλισμού: πως λογάριασε ότι υπάρχει ένας υπαρκτός ορίζοντας πίσω από τον πεποιημένο ορίζοντα. Ο Εγγονόπουλος ήταν ένας μεγάλος υπερρεαλιστής γιατί είδε τον υπερρεαλιστικό σπασμό όχι ως μέσον για κάτι άλλο (όπως ο Εμπειρίκος), αλλά ως τέλος που χωρούσε ολάκερο τον κόσμο του. Στον Εγγονόπουλο συνυπάρχουν (και παραδόξως αρμόζονται) όλων των λογιών οι αντιφάσεις: ας πούμε, η πιο τρανταχτή, ο Παλαμάς και ο Σικελιανός με τον Καβάφη ας πούμε: ο Σολωμός με τον Καρυωτάκη ας πούμε, ο Κάλβος με τα δημοτικά τραγούδια, κι όλοι αυτοί με τον Μπρετόν και με τον Εμπειρίκο. Και για να πάω στις εικόνες του: σε μια εξαιρετικά αυστηρή φόρμα που νομίζεις πως δε χωράει συζήτηση, βρίσκεις και πρώιμο Πικάσο και Γκογκέν, και γήινο Σεζάν και εξαϋλωμένο Παρθένη, και Ματίς και Κόντογλου και Νταλί. Ας πούμε: μέσα από το κύμα βγαίνει μια ανταριασμένη γοργόνα. Οι ναύτες αφήνουν τα κουπιά και παλεύουν να κλείσουν τα μάτια και τ αυτιά τους.

 

8. Ήταν ένας γιος της απαίσιας ελληνικότητας από μόνος του, δίχως να δασκαλευτεί από τον Κατσίμπαλη και τους συν αυτώ με τον ίδιο τρόπο που ήσαν ένας γιος του υπερρεαλισμού δίχως να δασκαλευτεί μήτε από τον Μπρετόν, μήτε από τον Εμπειρίκο. Θαρρείς μαστίζονταν από τη φαντασιακή Ελλάδα και τον παρθενογένητο υπερρεαλισμό και σ όλη του την τέχνη πάσχισε να βρει το χαρμάνι των λέξεων και των εικόνων που θα αποκαλύψουν την ελληνική εμορφιά. Δηλαδή: αρχαίοι μύθοι, δημοτικά τραγούδια, κωνσταντινουπολίτικα ιδιώματα, ρίμες του μεσοπολέμου, θρύλοι της κλεφτουριάς, μαρτυρολόγια αγίων, οι ερεθισμένες εικόνες του Σολωμού, το αλεξανδρινό μικρόδραμα του Καβάφη, η ερημία του Καρυωτάκη, η ανεξέλεγκτη λυρική ορμή του Εμπειρίκου, η αρχαία ελληνική φόρμα, η βυζαντινή αγριάδα, το ιταλοκρητικό μεταίχμιο, ο Παρθένης και ο Κόντογλου, η αντανακλαστική αναζήτηση της γενιάς του 30. Πολύ περισσότερο από τον Σεζάν, τον Ντε Κίρικο και τον Νταλί, πολύ περισσότερο από τον Μποντλέρ, τον Ρεμπό και τον Μπρετόν, ο Εγγονόπουλος ήσαν στην τελική ένα ελληνικό δράμα τόσο που, διαβάζοντας τον εκ Φουρνών Διονύσιο, ονόμασε τον υπερρεαλισμό ορθοδοξία και ζητούσε από τους νέους ζωγράφους να προσεύχονται πριν ζωγραφίσουν. Στην ουσία δεν είχε φίλους, μήτε καταδεχότανε να γίνει οπαδός, μέλος ή σύντροφος κανενός κι ακόμη, δεν ήταν φιλόσοφος: έκανε Ελλάδα τη μοναξιά του, τον Μπολιβάρ και τον Σκεντέρμπεη, τη μεγάλη του παραμύθα όπου χωρούσε σύμπασα η θλίψη του καιρού του. Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;

 

9. Είμαι ο Μινώταυρος: αν επιχειρούσα μιαν αμφίβολη απάντηση για τα όρια του κόσμου του Εγγονόπουλου, θα έβαζα στη μιαν άκρη την ερεθισμένη υπερρεαλιστική οπτική και στην άλλη τη σπληνική (κωνσταντινουπολίτικη, θα την έλεγε κανείς) πετριά του ρομαντισμού. Ανάμεσα σ ετούτες τις δύο άκριες ένα άγριο παιχνίδι με τα θραύσματα των αρχαίων τραγωδιών, με το δράμα και τα δράματα των ανθρώπων, παρόμοιο, ενδεχομένως και διδαγμένο από τον Καβάφη. Ο Αλεξανδρινός είναι κρίσιμο πρόσωπο ο κρίσιμος Μινώταυρος για τον Εγγονόπουλο. Να το πω αλλιώς: για μένα ο Εγγονόπουλος είναι ο Καβάφης του υπερρεαλισμού κι όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο περισσότερο καβάφιζε: με ελληνικές λέξεις και με κόκκινα χρώματα έφτιαξε μικροδράματα με κόκκινο αίμα κι ελληνικές νοσταλγίες. Το κεφάλι του Θεόδοτου είναι το κεφάλι του σεμνών παρθένων εκεί όπου τα νησιά γίνονται σάβανα. Τα νέα από το χαντάκι του Καμίνο Ντε Λα Φουέντε φτάνουν. Και στην κοιλάδα με τους ροδώνες ο Θεός απολείπει τον Αντώνιο.

 

10. το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου / να διέκρινε άραγε των ροδόδενδρων την αρμονία; / όχι όχι μιαν απέραντη ηθικολογία / δεν θα βοηθήσει να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο // να ελπίσεις να ελπίζεις πάντα πως ανάμεσα εις τους ανθρώπους / που τους ρημάζει η τρομερή ευκολία / θα συναντήσεις απαλές ψυχές με τρόπους / που τους διέπει καλοσύνη πόθος ευγενείας ηρεμία // ίσως όχι πολλές ίσως να σ άτυχος: καμμία / τότες εσύ προσπάθησε να γίνεις καλλίτερος / εις τρόπον ώστε να έρθει κάποια σχετική ισορροπία // άσε τούς γύρωθέ σου να βουρλίζονται πως κάνουν κάτι / συ σκέψου με τι γλυκειά γαλήνη / προσμένεις να ρθ η ώρα να ξαπλώσεις στο παρήγορο του θανάτου κρεβάτι.

 

11. Νωρίτερα στη ζωή του είχε γυρέψει κάποτε το μεγάλο ελληνικό ποίημα το μεγάλο εθνικό ποίημα που γύρεψαν τόσοι και τόσοι. Με την κήρυξη του Πολέμου ο Εγγονόπουλος βρέθηκε να πολεμάει αδιάκοπα στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου τον Απρίλιο του 1941 αιχμαλωτίζεται από τους Γερμανούς, δραπετεύει, διασχίζει τη μισή Ελλάδα με τα πόδια ώσπου να φτάσει στην Αθήνα. Η Κατοχή είναι ο καιρός όπου όλοι όσοι μπορούν κι αντέχουν να τραγουδήσουν ψάχνουν ένα ένδοξο αλωνάκι. Τρία εθνικά ποιήματα πήγε να γεννήσει ο υπερρεαλισμός εκείνα τα χρόνια: ωστόσο η Αμοργός του Γκάτσου ήσαν εξαρχής μια αστραπή ατομικής ελευθερίας (κι έτσι γλύτωσε), μια αλόγιστη κραυγή καταπιεσμένης σεξουαλικότητας και καταπιεσμένης ερημιάς. Το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας ήσαν η πιο σολωμική (: η πιο σιλερική) ριξιά στην πρόθεσή της, μα κάποτε προδόθηκε από την αδιέξοδη ρητορεία της που αγγίζει τα όρια του γελοίου (δηλαδή: σικελιανίζει) ωστόσο τούτη η αποτυχία φαίνεται πως στάθηκε εξαιρετικά χρήσιμη για τον Ελύτη, καθώς δεκαπέντε χρόνια αργότερα με το Άξιον Εστί πέτυχε το απαίσιο εθνικό ποίημα που έψαχνε η ελληνική ποίηση για έναν αιώνα (από τότε που έβγαλε ο Πολυλάς τα Ευρισκόμενα κι έπεσε πίκρα). Το τρίτο εθνικό υπερρεαλιστικό ποίημα της Κατοχής, ο Μπολιβάρ, ήσαν ένα μεγαλόδραμα που ξεκίνησε για ύμνος εις την ελευθερία μα στο δρόμο έγινε κάτι σαν την Eroika του Μπετόβεν: ένα ρομαντικό ελεγείο στη λεβεντιά που έλκεται από το θάνατο. Δε μπορώ να πω πως δεν έχουμε μεγάλη ποίηση στον Μπολιβάρ: μήτε κατάφερα ποτέ μου να ξεκολλήσω από τον τρομερό ρυθμό του, ή από το τρίξιμο των εικονισμάτων της Καστοριάς, της σιωπηλής πόλης κοντά στη λίμνη, ή το χορό των ελευθεροτεκτόνων του φινάλε. Μα συνάμα δε μπορώ ν αντέξω την εθνοπατριωτική αυτοκατάφαση, την εθνοφυλετική ανάγνωση του κόσμου, την τόσο βλακώδη εθιμοτυπική ψευτιά πως όλα τα ωραία είναι ελληνικά, άρα κι εσύ, Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας άρα (συμπληρώνω εγώ) βουρ για να σφάξεις τριανταδύο χιλιάδες αμάχους στην Τριπολιτσά να δικαιώσεις τούτη την ωραιότητα.

 

12. Δεν αντιλέγω πως όλη η εθνοελληνική εμμονή του Εγγονόπουλου (παρόμοια με τον Μπολιβάρ και στις εικόνες του) ήταν ορμή και όχι παραγγελία: γύρευε τον ελληνικό τρόπο για την ακρίβεια, πάλεψε να ελευθερώσει από μέσα του τον δικό του ελληνικό τρόπο και τα ελληνικά γιουρούσια προς το παράλογο. Με άλλα λόγια: γύρευε μια μυθολογία (και κάποτε την αποφάσισε ελληνική). Στον αγώνα αυτό αναγνώρισε έναν δάσκαλο και έναν ευεργέτη: δάσκαλος ήταν ο Παρθένης (στο εργαστήρι του οποίου είχε μαθητέψει), ευεργέτης ο Εμπειρίκος (που πέρα από τα άλλα τον έκρυψε στο σπίτι του όταν οι γερμανικές Αρχές Κατοχής τον καταζητούσαν εξαιτίας των όσων έγραφε στον Μπολιβάρ). Αυτός ο τόσο δύσκολος στα λόγια, έβαλε τον Παρθένη και τον Εμπειρίκο ανάμεσα στους κορυφαίους του κόσμου και όλα δείχνουν πως μπορούσε να το υποστηρίξει. Ο Παρθένης, περισσότερο κι από το πώς πιάνεται το πινέλο, του έμαθε πως τέχνη σημαίνει να πηγαίνεις τη νύχτα σου μέχρι το τέλος. Ο Εμπειρίκος, μ εκείνη τη δρυϊδική του αθωότητα που μαρτυρούν όσοι τον γνώρισαν, έπεισε τον βλοσυρό και καχύποπτο Εγγονόπουλο πως ένας τουλάχιστον άνθρωπος αναγνωρίζει τον κήπο του την επερχόμενη κοιλάδα με τους ροδώνες και μπορεί να περπατήσει μέσα σ αυτόν. Η προμετωπίδα του κόκκινου βιβλίου δείχνει πολλά. Η Νέλη Ανδρικοπούλου γράφει πως στο κέντρο της τέχνης του Εγγονόπουλου ήταν μανιακά ο εαυτός του κι ακόμη γράφει πως θα αρνούνταν σε κάθε περίπτωση να ψυχαναλυθεί. Ο Εμπειρίκος ελευθέρωσε τον Εγγονόπουλο αναγνωρίζοντάς τον: στον ύμνο που δημοσίευσε στο περιοδικό Τετράδιο το 1945 με τίτλο Νίκος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου θυμήθηκε τον αγαπημένο του Λαφόργκ: ιδού που τρομάζει διότι τρόμαξε, ιδού που ηδονίζει διότι ηδονίστηκε, ιδού που συγκλονίζει διότι συγκλονίστηκε. Μάλιστα από το στήθος μας θα βγει, λοιπόν, η γοργόνα;

 

13. Ζωγράφισε κούκλες, άψυχα μοντέλα που τα έντυνε με φορεσιές και περούκες, τους έβαζε τρίχες και μουστάκια. Εύκολα κανείς τον βγάζει γιο του Ντε Κίρικο εύκολο να πει πως ζωγραφίζει νεκρές φύσεις και τοπία. Μα γιατί μου φαίνονται τόσο ζωντανά αυτά τα πλάσματα, και προπαντός γιατί μου φαίνονται τόσο θλιμμένα και συνάμα τόσο απελπισμένα και συνάμα τόσο ερεθισμένα; Ναι, αντέγραψε τον Ντε Κίρικο, μα έκανε κάτι ολότελα διαφορετικό: ο Ιταλός ξεκίνησε από τα σώματα για να καταλήξει στα σύμβολα της μεταμόρφωσης, της αρχαίας και της επικείμενης ο Κωνσταντινουπολίτης έκαμε το ανάποδο: από ένα σημείο και πέρα τα σύμβολά του είναι πρόσχημα για τον ερεθισμό των σωμάτων. Ήσαν δυτικοβυζαντινός και, σε διαμετρική αντίθεση με τον λατρεμένο του Παρθένη (και προς μεγάλη τιμή του δασκάλου του), παρέμεινε κολλημένος με την ύλη και με τη σάρκα και με τα χρώματα, μαγεμένος με το χώμα και τη λάσπη, όπως ο Γάλλος Σεζάν κι ο Μικρασιάτης Κόντογλου. Ο Εγγονόπουλος ξεκίνησε τις εικόνες για να σκαρώσει μια πλάκα στην ιστορία μα πόσα χουνέρια μπορεί να σηκώσει η ιστορία; Μοιραία το παιχνίδι αγρίεψε κι αίφνης εκείνος γέμισε ετούτους τους αόμματους πρωτόπλαστους, ετούτους τους προσχηματικούς αυγοκέφαλους, με ρίγη ερημιάς και επερχόμενους σπασμούς της αγάπης. Μα πού; Πού αλλού στο λαβύρινθο με το φτωχό τέρας.

 

14. Φέρε το πλούσιο αίμα να σεργιανίσει τον ήχο της καμπάνας. Ιδού μια πρώτης τάξεως μυθολογία (κι όπως σε όλες μα όλες τις μυθολογίες σφαγείς και σφαγμένοι πλάι-πλάι): Ο Βελισάριος. Ο Γεώργιος Καστριώτης ή Σκεντέρμπεης. Ο Σίμωνας Μπολιβάρ. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ο Βελεστινλής. Ο Αντώνης Οικονόμου. Ο Πασβατζόγλου. Ο Μερκούριος Μπούας. Ο Μήτσος Αστερίου. Ο Κορκόδειλος Κλαδάς. Ο Ισίδωρος Σιδέρης Στοΐκοβιτς. Οι ιεροί Εβραίοι της Σαλονίκης. Η Εστερίκα ή Ρίκα που ίσως να την έκαμαν λουλούδι οι Νατσήδες. Ο Θεόφιλος που αλητόπαιδες τον γκρέμισαν από τη σκάλα του και τον τσάκισαν (και τούτοι οι αλητόπαιδες σα μεγάλωσαν θα γίνανε φιλήσυχοι και ευυπόληπτοι αστοί). Ο Παναγής Κουταλιανός. Ο Αλέξανδρος Καραμανλάκης. Ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος. Ο Γκέοργκ Τρακλ. Ο Πάμπλο Πικάσο. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Ο Λεονάρντο από το Βίντσι. Ο Μέγας Αλέξανδρος. Ο Παύλος Μελάς. Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο Κώστας Λαγουμιτζής Χορμοβίτης που έσκαβε λαγούμια κάτω από τα στρατόπεδα και τα τίναζε στον αέρα. Οι σκληρότατες παρθένες της Θράκης που κομμάτιασαν τον Ορφέα. Φέρε το πλούσιο αίμα να σεργιανίσει τον ήχο της καμπάνας. Ο Ύπνος και ο Θάνατος: καλπάζουμε. Στο κατάστρωμα ο Τζιάκομο Καζανόβα και ο κόμης του Λοτρεαμόν με πτηνόμορφο πρόσωπο. Ο Ορφέας με τη λύρα και η Ευρυδίκη με τις κατακόκκινες ρώγες στο στήθος. Η Καρχηδών εσίγησε διά παντός. Οι εραστές έτοιμοι. Η γυναίκα οδηγεί τον τοξότη: εκεί. Ο Άργος με τα χίλια μάτια παραπονιέται στον Ερμή. Η Αδελαΐδα, η μεγάλη ιέρεια του φετιχισμού. Ο Δαίδαλος με το διαβήτη. Ποιανού πατέρας ήταν ο Δαίδαλος; να σκεφτείς τη δύσκολη απάντηση, αυτήν που θέλει τόλμη. Ω, ναι, φέρε το πλούσιο αίμα να σεργιανίσει τον ήχο της καμπάνας.

 

15. τι είναι στη ζωή που να μην είν αίνιγμα γρίφος; / μα κι η ζωή η ίδια δεν είναι γρίφος αίνιγμα; // τι δυστυχία οι τεχνοκράτες / μέσα στην τύφλα απ ολούθε που τους περιζώνει / να παραμένουνε / στις κούφες πεποιθήσεις (;) τους / ισχυρογνώμονες / πεισματωμένοι / γινατζήδες // του ποιητή / πια μόνη θεόθεν σωτηρία λύσις / παρηγόρηση / μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές / ο έστι / μεθερμηνευόμενον / η κοιλάδα των ροδώνων.

 

16. Τι είναι η ζωή που να μην είναι αίνιγμα γρίφος; Ο Νίκος Εγγονόπουλος πέθανε στις 31 Οκτωβρίου του 1985. Κανείς δεν είναι αθάνατος. Υπάρχει Θεός όμως δεν είναι παντοκράτορας, μα ένας απελπισμένος Ορφέας. Μια Ευρυδίκη με βγαλμένα μάτια τον καλεί. Όχι στη δεύτερη παρουσία ναι στην κοιλάδα με του ροδώνες. Τι είναι δίπους, τρίπους και τετράπους; Ποιο ποίημα παραμονεύει; Ποια γοργόνα θα μας τελειώσει; Ζει ο βασιλιάς Μινώταυρος;

 

17. πρόσεξε: αυτός ο οιδίπους / που πρόκειται να συναντήσουμε / στη διχάλα των βιωτικών δρόμων / όχι: δεν είναι ο Οιδίπους της μυθολογίας // παρ όλη την οιονεί ελεφαντίαση / την ποδάγρα την ακρομεγαλία / απ την οποία πάσχει / σ το λέω δεν έχει σχέση με τον Οιδίποδα τον παλιό // ούτε τον πατέρα του έχει σκοτώσει / ούτε σύρε και πρόλαβε και πες το της Ιοκάστης / ούτε και τη μητέρα του πρόκειται να παντρευτεί // άσ τονε ακόμη λίγο και θα προχωρήση / κι ύστερα σε λίγο πάλε μια για πάντα θα χαθεί // όμως εκείνος ο μαύρος σκύλος / που κείτεται στη μέση του δρόμου του ηλιόλουστου / του ηλιόλουστου από τον ήλιο που πάει να βασιλέψει / κοιμισμένος ή νεκρός ανάμεσα στις καβαλίνες / ε! λοιπόν αυτός είναι / αυτός είναι κάτι // μάθε το: είναι η Σφίγγα του παραμυθιού / ως έπεσε απ το βάθρο / σαν είδε / πως μυστικό / δεν υπήρχε πια

 

18. Η Σφίγγα πέθανε της φάγανε τα μάτια τα κοράκια. Οι αστραπές πέθαναν τις πήρανε οι βαλανιδιές και τις έθαψαν στο δάσος τους. Ο Αντρέας Μπρετόν πέθανε αιχμάλωτοι νεροσταγόνων δεν είμαστε παρά για πάντα ζώα. Ο Νίκος Εγγονόπουλος πέθανε προς Θεού, όχι συγκινήσεις, κι υπερβολές, κι απελπισίες. Ο Αιγαίας πέθανε γιατί ήτανε πάντοτε μαύρα τα πανιά των καραβιών. Ο Ορφέας πέθανε ας όψονται τα κορίτσια της Θράκης με τ άπονα χέρια τους. Τα ένιωσες τα βήματα των Ερινύων; Ο Μινώταυρος πέθανε τον σκότωσε ο Θησέας όταν του αποκάλυψε πως το μέλλον ανήκει στα μαθηματικά, στη λογική και στους καθρέφτες. Ο Μινώταυρος πέθανε και τώρα πια από ποιον θα φαγωθούμε εμείς τα νέα παιδιά των Αθηνών; Ο Μινώταυρος πέθανε κι όλες οι γοργόνες του ωκεανού βγαίνουν στη στεριά και παραγγέλνουν στους τοξότες τους: εκεί.

 

19. Και τα βέλη σχίζουν τον αγέρα και σε βρίσκουν κατάστηθα. Αιμορραγείς και οι χελώνες θηλάζουν. Λεμονιές στο όρος των ελαιών: εμπρός.

 

20. Αυτό είναι ο Εγγονόπουλος: ένα ελληνικό υστερόδραμα, μια έξαλλη φαντασμαγορία, μια θεριεμένη ανυπακοή μέχρι το τέλος της ιστορίας. Αλλιώς: εκείνος που περπατά σε βιωτικούς δρόμους και κατά βάθος προσεύχεται να κομματιαστεί. Αλλιώς: είναι κάποιος που δάγκωσε κατάστηθα τον αιώνα της καταχνιάς. Αλλιώς: κάποιος που ζει με τη ροκάνα στα χέρια. Ο Παν δεν πέθανε. Ο Παρμενίδης δεν πέθανε. Ο Βελισάριος δεν πέθανε. Ο Άργος τυφλώθηκε διά παντός του πέρασαν σπαθί πυρωμένο μπροστά στα χίλια μάτια του. Ο Μπολιβάρ παίζει μελόντικα σε θεσσαλικά καραγάτσια. Ο Μινώταυρος ντύθηκε το λαβύρινθο του δίχως αυτόν είναι γυμνός. Κι από την άλλη το σφυρίζουν όλες οι μαρμαρωμένες φλογέρες: λαβύρινθος δίχως Μινώταυρο δεν υπάρχει. Εμπρός, λοιπόν: έρχονται οι Βάκχες για να σμίξουν μαζί του. Μη μ ακολουθείτε όπου κι αν πάτε, στο εξής να το κάνετε δίχως τον μίτο της Αριάδνης, δίχως επιστροφή. Ευοί ευάν σαβαχθανί γκέγκε;

 

21. Στρατηγέ, τι ζητούσες στη Λάρισα, εσύ, ένας Υδραίος; Μετά από χίλια χρόνια οι άνθρωποι θα εξακολουθούν να περιμένουν τον Αντίχριστο, θα βάζουν μαύρα πανιά στα καράβια τους, θα κατασπαράζουν τους άλλους από αγάπη. Στη Λάρισα γυρεύεις το μυστικό που βούλιαξε στα διάφανα νερά της Ύδρας. Μες στο σεντούκι, μες στο σεντέφι, μες στο σεντόνι, μετά από χίλια χρόνια θα ξανάρθεις, όχι ως στεφανωμένος Μεσσίας ή ως στεφανωμένος Αντίχριστος, όχι ως μαντατοφόρος με σκεπασμένο πρόσωπο ή ως Ορφέας με υποσχετική λίγων ωρών, μα ως αίνιγμα στο στόμα της Σφίγγας, δίπους, τρίπους και τετράπους, μαύρος σκύλος που τα δόντια του στράφτουν, λουλούδι που εμοιράζει τα μερτικά της νοσταλγίας, στραθιώτης που κρατά το σκερπάνι του. Αιχμάλωτοι νεροσταγόνων, δεν είμαστε παρά για πάντα ζώα. Όχι, μην ομιλείτε εις τον οδηγόν που φαντασιοκοπεί. Ο βασιλιάς Μινώταυρος ζει. Ώρα γεννήσεως: οχτώ και δέκα. Το πρωί οι χελώνες θηλάζουν. Το βράδυ θα τις νανουρίσω μ ένα τραγούδι.

 

[Στους δρόμους τους βοιωτικούς

ποιος λες να γυρίζει

θολωμένος;

ποιος λες

να ψάχνει τα τρίστρατα,

και να ρωτάει αν είναι να περάσει από κεί

κάποιος υπερφίαλος γέρος

με ύφος εγώ-τα-ξέρω-όλα;

 

Θα σου το πω, λοιπόν:

στους δρόμους τους βοιωτικούς

γυρίζει αλυχτισμένος ο Ιησούς

(ο γνωστός Ιησούς ποιος άλλος;).

Κι όλο εύχεται κι όλο προσμένει

να συναντηθεί επιτέλους με τον φριχτό πατέρα του,

ν αστράψουν επί τέλους τα μαχαίρια,

να γίνει η μπέσα.]

 

 

Θ.Τ. 2005, 2008