Θανάσης Τριαρίδης

 

Το Μακόντο στο κέντρο του κόσμου

 

Για τα Εκατό χρόνια μοναξιάς

 

 

 

 

Πρωτοδιάβασα τα Εκατό χρόνια μοναξιάς κάπου στην μέση της εφηβείας μου - κι ένιωσα εκείνη την πρώτη ανάγνωση σαν απομεσήμερη καταιγίδα στον λόφο με το κοκκινόχωμα της Τούμπας, τότε που έπεφταν οι αλλεπάλληλοι κεραυνοί πάνω στην κεραία του Αγιούτου κι σειόταν η γης. Έκτοτε (κι ακόμη) το βιβλίο του Μάρκες είναι για μένα πρώτα από όλα η άγρια νοσταλγία της πρώτης ανάγνωσής του, η νοσταλγία του κόσμου που υπάρχει για να σαρωθεί από τον άνεμο, η νοσταλγία των στερεοτύπων και των αποφάσεων που γέμισαν τον νου μου: οι τσιγγάνοι εφεξής θα ήσαν σαν τον Μέλκιαδες, αλχημιστές που έχουν γραμμένη σε ιερογλυφικές περγαμηνές την ιστορία του κόσμου, οι συνταγματάρχες σαν το Αουρελιάνο Μπουενδία, να χάνουν τριάντα δύο πολέμους σε μια ζωή και δεκαεφτά γιους σε μια νύχτα για να γεράσουν φτιάχνοντας χρυσά ψαράκια στο έρημο εργαστήρι τους, οι πανέμορφες καλλονές σαν την Ρεμέδιος να αναλήπτονται στους ουρανούς αρνούμενες να κατανοήσουν την εξωφρενική ομορφιά τους κι όλα αυτά ενώ οι άντρες πια δεν θα πεθαίναν όταν πρέπει, μα όταν μπορούσαν.

 

Για αρκετό καιρό είχα την υποψία πως μεγάλωνα στο νου μου το βιβλίο (εννοώ: την αξία του βιβλίου) επειδή μου έτυχε η ανάγνωσή του στον καιρό εκείνο που γύρευα πιεστικά στην ζωή μου έναν Μέλκιαδες κι έναν Αουρελιάνο - δηλαδή κάποιον που επιζεί από δεκατέσσερις απόπειρες δολοφονίες, εβδομήντα τρεις ενέδρες, ένα εκτελεστικό απόσπασμα, μια δόση στρυχνίνης, δεν φωτογραφίζεται ποτέ και αυτοπυροβολείται όταν υπογράφει την συνθήκη που σημαίνει το τέλος της επανάστασης. Κάποτε μάλιστα είχα αρχίσει να πείθομαι πως το παιχνίδι των αντικατοπτρισμών του Μάρκες, όπου ο Σερ Φράνσις Ντρέικ επιτίθεται στην Ριοάτσα μόνο και μόνο για να συναντηθούν μετά από αιώνες ο Αουρελιάνο Μπαμπιλόνια με την Αμαράντα Ούρσουλα, ήταν ένα ψυχοφελές παραμύθι, επί της ουσίας αμετάφραστο σε αυτό που λογαριάζουμε για πραγματικότητα. Τότε μου έτυχε να συναντηθώ με τον Μανόλη Καραμανώλη, στα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο Μανόλης δεν είχε πια καμιά αλάθητη αλήθεια φυλαγμένη στον κόρφο του με έπεισε ωστόσο πως ο ξεκούδουνος συλλογισμός που συνδέει την επίθεση του Φρανσις Ντρέικ στη Ριοάτσα με την ερωτική συνάντηση δυο απελπισμένων μελλοθανάτων στρέχει καθώς επίσης με έπεισε πως αξίζει να ανταλλάσσεις συνθηματικά για χαμένες υποθέσεις, ας πούμε δυο μαύρες κάλτσες που στεγνώνουν στο σύρμα του μπαλκονιού.

 

Η ιστορία της γραφής των Εκατό χρόνων μοναξιάς είναι από μόνη της ένα μυθιστόρημα φρόντισε να έχουμε πολλά στοιχεία για αυτό και ο ίδιος ο Κολομβιανός με απειράριθμες συνεντεύξεις και αυτοαναφορικά κείμενα, βιογραφίες (έχω στο νου μου το εξαιρετικά λεπτομεριακό Ταξίδι στην πηγή του Ντάσο Σαλντίβαρ) και, πρόσφατα, έναν ογκωδέστατο τόμο αυτοβιογραφίας (: ο πρώτος τόμος του Ζω για να διηγούμαι μπορεί να διαβαστεί ως ένα στοίχημα αντιστοίχησης των μυθιστορηματικών και των πραγματικών εμπειριών - στοίχημα που ευφρόσυνα αφήνεται να χαθεί). Τα γεγονότα έχουν περίπου ως εξής: ο γεννημένος το 1927 στην Αρακατάκα της Κολομβίας (ένα χωριό στις όχθες του ποταμού Μαγνταλένα) Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες είχε γράψει ήδη δύο μυθιστορήματα (τα Ανεμοσκορπίσματα του 1955 και το Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει το 1961) και κάμποσα διηγήματα (Η κηδεία της Μεγάλης Μάμα) με κύριο άξονα τις ιστορίες των προγόνων του, έτσι όπως του τις διηγήθηκε η γιαγιά του, τοποθετημένες σε ένα μυθικό χωρίο που ονομάζεται Μακόντο κάποτε, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, αποφασίζει (με κάμποσο μελοδραματισμό) να συγκεντρώσει το υλικό του σε ένα βιβλίο που θα περικλείσει όλη την ατέλειωτη ιστορία των παθών του παρελθόντος και του μέλλοντος. Ουσιαστικά πρόκειται για την τελική επεξεργασία ενός υλικού που συσσωρεύονταν τουλάχιστον για μια δεκαετία σε ένα φάκελο με πρόχειρο τίτλο Το Σπίτι (La Casa). Η μέτρια έως κακή υποδοχή των προηγούμενών του βιβλίων σε συνδυασμό με την δεινή οικονομική του κατάσταση (που επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια τη συγγραφής του βιβλίου του σταμάτησε το δημοσιογραφικό του επάγγελμα) τον κάνουν να προσδώσει στο γράψιμο τον χαρακτήρα ενός μπαρόκ στοιχήματός ζωής. Απειράριθμα ανέκδοτα αυτής της περιόδου διασώζονται από τον ίδιο μα και από τους φίλους του: η πρώιμη υπόσχεσή του προς την γυναίκα του Μερσέδες πως θα στα σαράντα τουχρόνια θα ολοκλήρωνε ένα αριστούργημα, η αναγγελία του προς τους φίλους του πως έγραφε ένα μυθιστόρημα που παρόμοια με τον Δον Κιχώτη θα χώριζε την ιστορία της λογοτεχνίας στα δύο, οι εξομολογήσεις του πώς με αυτό το βιβλίο ή θα έκανε το μεγάλο άλμα ή θα έσπαζε το κεφάλι του. Ωστόσο δεν έμεινε μόνο στα λόγια: όσοι διάβασαν τα πρώτα χειρόγραφα έτριβαν τα μάτια τους: ο Γκάμπο γράφει τον Μόμπι Ντικ της Λατινικής Αμερικής. Η ανάγνωση των τριών πρώτων κεφαλαίων ήταν αρκετή για τον Κάρλος Φουέντες για να γράψει έναν ύμνο για το μυθιστόρημα που ακόμη γραφόταν στην μεξικάνικη Σιέμπρε πολύ γρηγορα τα νέα διαδόθηκαν στους πνευματικούς κύκλους ολόκληρης της Νότιας Αμερικής οι αλλεπάλληλες προδημοσιεύσεις όχι μόνο επιβεβαίωναν τις φήμες μα τις θέριευαν όλο και περισσότερο.

 

Εξίσου μυθιστορηματική ήταν και η εκδοτική τύχη του βιβλίου από τις εκδόσεις Sudamericana του Μπουένος Άιρες στα τέλη του Μαίου του 1967: η πρώτη έκδοση των 8.000 αντιτύπων εξαντλήθηκε σε μια εβδομάδα, η δεύτερη των 10.000 σε δύο μέρες, η τρίτη των 60.000 διατέθηκε αποκλειστικά σε προαγορασμένες παραγγελίες σε ολόκληρη την Λατινική Αμερική. Σήμερα μήτε ο ίδιος ο Μάρκες, μήτε κανένας άλλος μπορεί να υπολογίσει τον ακριβή αριθμό των αρκετών εκατομμυρίων πουλημένων αντιτύπων του βιβλίου, καθώς πολλά από αυτά κυκλοφορούν σε πειρατικές εκδόσεις σε όλες τις γλώσσες του κόσμου - το βέβαιο είναι πως τα αντίτυπα εκείνης της πρώτης έκδοσης του Sudamericana με το καράβι στο εξώφυλλο, χτυπιούνται σήμερα στις δημοπρασίες για αρκετές χιλιάδες δολάρια. Ο Μάρκες από την πλευρά του ξέροντας τι έχει γράψει και νιώθοντας πως ο διαρκώς διογκούμενος θρύλος των Εκατό χρόνων μοναξιάς τον είχε ήδη εκτινάξει στο στερέωμα των μεγαλύτερων συγγραφέων του εικοστού αιώνα, μόλις στα σαράντα του χρόνια, ταυτόχρονα όμως απειλούσε να συνθλίψει ό,τι λογάριαζε πως είχε να γράψει στο εξής, από την πρώτη στιγμή μετά την έκδοσή του θέλησε να σταθεί κριτικά απέναντι στο βιβλίο. Σε εκείνη την ιστορική πρώτη συνέντευξη του καλοκαιριού του 1967 στο Μπουένος Άιρες δήλωσε μπροστά σε ένα πλήθος έκπληκτων αναγνωστών πως τα μυθιστορήματά του τα έγραφε η γυναίκα του. Ήταν η αρχή: σχεδόν σε όλες του τις συνεντεύξεις δείχνει, όλο και περισσότερο, να ενοχλείται όταν του εκφράζουν τον θαυμασμό για τα Εκατό χρόνια μοναξιάς περιγράφοντάς το άλλοτε ως ένα βιβλίο που δεν τον ικανοποιεί πια (σε αντίθεση, ας πούμε, με τον Συνταγματαρχη που δεν έχει κανέναν να του γράψει) κι άλλοτε ως εκ του ασφαλούς καταγραφή αλλότριων εμπειριών (σε αντίθεση με το Φθινόπωρο του Πατριάρχη που ουσιαστικά το προτάσσει ως το κατεξοχήν βιωματικό βιβλίο του). Μοιάζει με οξύμωρο - για πολλούς τεχνητό έως προμελετημένο από τον ίδιο Μάρκες ωστόσο είναι η αλήθεια πως οι πιο επιφυλακτικές δημόσιες τοποθετήσεις για τα Εκατό χρόνια μοναξιάς ανήκουν στον δημιουργό τους.

 

Ωστόσο ο προσεκτικός αναγώστης του Μάκρες γρήγορα θα νιώσει πως η δυσφορία και οι επιφυλάξεις του Κολμβιανού συγγραφέα για το εμβληματικό βιβλίο του που τον έκανε διάσημο, ήσαν (και είναι) περισσότερο όρος συγγραφικής αυτοπροστασίας και όχι αναθεωρητική πρόθεση ετούτο μάλλον επιβεβαιώνεται και από τον τρόπο που επέλεξε να διαρθρώσει και να κλείσει την ομιλία του στην απονομή του βραβείου Νόμπελ της λογοτεχνίας τον Δεκέμβριο του 1982, δεκαπέντε χρόνια μετά την έκδοση των Εκατό χρόνων μοναξιάς κι ενώ είχαν μεσολαβήσει άλλα τρία βιβλία του. Φυσικά είχε στο νου του τον Φώκνερ κι ήθελε με την ομιλία του να δώσει ένα καινούριο πνευματικό μανιφέστο όπως ο Αμερικάνος δάσκαλός του το 1948. Ο Μάρκες έστησε την ομιλία του γύρω από την μοίρα του κόσμου του μοιραία οδηγήθηκε στο αναποδογυρισμένο έπος που είχε φτιάξει για αυτόν τον κόσμο. Ο τίτλος της ομιλίας του (Η μοναξιά της Λατινικής Αμερικής) ήταν δηλωτικός ακόμη δηλωτικότερη η (ομολογουμένως αντάξιά του ταλέντου του) καταληκτήρια παράγραφός:

 

Μια μέρα σαν τη σημερινή ο δάσκαλός μου Ουίλιαμ Φώκνερ είπε, εδώ, από αυτό το βήμα: Αρνούμαι να δεχτώ το τέλος του ανθρώπου. Δεν θα ένιωθα άξιος να σταθώ κι εγώ σε αυτό βήμα, αν δεν είχα πλήρη συνείδηση ότι για πρώτη φορά από τη γένεση της ανθρωπότητας η κολοσσιαία τραγωδία που εκείνος αρνήθηκε να δεχτεί εδώ και τριάντα δύο χρόνια, σήμερα αποτελεί μια απλή επιστημονική πιθανότητα. Μπροστά σε αυτήν τη φοβερή αλήθεια, που από τότε που υπήρξε ο άνθρωπος ίσως φαινόταν μια εφιαλτική δυστοπία, εμείς, οι παραμυθάδες, που πιστεύουμε τα πάντα, αισθανόμαστε ότι έχουμε το δικαίωμα να πιστέψουμε πως δεν είναι ακόμη πάρα πολύ αργά για μια αντίθετη ουτοπία. Μια καινούρια και απόλυτη ουτοπία ζωής, όπου κανείς δεν αποφασίζει για τους άλλους, ούτε και για το πως θα πεθάνουν, όπου η αγάπη θα είναι πραγματικότητα και η ευτυχία εφικτή, και όπου οι γενιές, οι καταδικασμένες σε εκατό χρόνια μοναξιάς, θα έχουν επιτέλους, και για πάντα, μια δεύτερη ευκαιρία πάνω στη γη.

 

Σήμερα τα Εκατό χρόνια μοναξιάς λογαριάζονται για το σημαντικότερο μυθιστόρημα που γράφτηκε μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Προκαταβολικά θα πω πως αυτή είναι και η δική μου αίσθηση όσο και όπως μπορεί να εδραιωθεί στα λειψά μου (και πάντοτε μεταφρασμένα) αναγνώσματα. Ο θυελλώδης Περέκ κομίζει μια επίμονη και ακραιφνή πρόταση (που ωστόσο είναι προγραμματικά προορισμένη να παραμείνει πρόταση), ο δυσοιώνος Γκίντερ Γκρας μια σωματοποιημένη σπαρακτική απελπισία, ίδια με ποίημα ή κροτάλισμα ενός ταμπούρλου, ο πανέξυπνος Έκο την καίρια εμμονή του αναστοχασμού κι όλα αυτά ενώ ο Μπόρχες κηρύττει το τέλος του μυθιστορήματος. Σε τούτες τις αναπροσαρμογές, ο Μαρκές αντιπροτείνει έναν ολάκερο κόσμο, φαινομενικά γραφικό και τυποποιημένο, εν τέλει όμως απρόσμενα αυτάρκη και πεισματικά ατεμάχιστο σε κάθε φορμαλιστική ανάλυση. Φυσικά θέλησαν πολλοί να ερμηνεύσουν το βιβλίο του με τα δόγματα του φορμαλισμού καθώς και το συγγραφικό φαινόμενό του και όπως συμβαίνει συνήθως οι περισσότεροι κατέληξαν εγκλωβισμένοι.

 

Ο Μάρκες βρέθηκε σε ένα παράξενο μεταίχμιο: κλήθηκε να μεταγράψει εμπειρίες της περιφέρειας σε μια μητροπολιτική γλώσσα. Στα σίγουρα, αυτό που αυτό που πολλοί λένε (με ευκολία μεγαλύτερη από όσο ισχύει) έχει μια βάση: τα Εκατό χρόνια μοναξιάς με όλες αυτές τις Ούρσουλες και τις Ρεμέδιος και τους Χοσέ Αρκάδιο και τους Αουρελιάνο προσφέρουν μια ισχυρή δόση λατινοαμερικάνικου εξωτισμού στους διψασμένους για περιφερειακό φολκλόρ Ευρωπαίους (η ίδια τάση δεν έκανε παγκόσμιο πεζογράφο και τον Καζαντζάκη;). Ταυτόχρονα η ισπανική γλώσσα δίνει μια καλή ευκαιρία άμεσης προώθησης μιας μεγαλης έκδοσης σε πολλές χώρες ταυτόχρονα - ως εκ τούτου ο εκδοτικός οίκος έχει κάθε λόγο να στηρίξει με διαδικασία μαζικής καμπάνιας έναν συγγραφέα του, ιδίως εάν αυτός μπορεί να παίξει το χαρτί της καινούριας φωνής που αλλάζει τα δεδομένα του λογοτεχνικού γίγνεσθαι (κι ο Μάρκες ήσαν η πιο καραμπινάτη τέτοια περίπτωση). Κοντά σε αυτά ήρθε και η πολιτική συγκυρία (και μιλάω για την διαμόρφωση του φαινομένου του Μάρκες κι όχι φυσικά για την αξία του): η επανάσταση στην Κούβα, ο Φιντέλ Κάστρο, ο θρύλος του Τσε Γκεβάρα, οι αμερικανοκίνητες δικτατορίες, το Νόμπελ στον Νερούντα, η εκλογή του Αλιέντε και η δολοφονία του με το πραξικόπημα του Πινεσότ έβαλαν την Λατινική Αμερική στο επίκεντρο του κόσμου. Μοιραία η Δύση γύρευε έναν λογοτεχνικό αντικατοπτρισμό όλης ετούτης της πολιτικής τρικυμίας και το μυθιστόρημα του Μάρκες (και κατ επέκταση και ο ίδιος ο Μάρκες) ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε κανείς να ονειρευτεί.

 

Τα πράγματα οδηγήθηκαν στην εύκαιρη απλούστευση όταν οι ευρωπαίοι (κατά το πλείστον) εκδότες και κριτικοί αποφάσισαν να ονομάσουν ειδολογικά αυτό που έκανε ο Μάρκες στα Εκατό χρόνια μοναξιάς και να το αντικρίσουν και στα υπόλοιπα λατινοαμερικάνικα μυθιστορήματά του καιρού του: ο όρος μαγικός ρεαλισμός είναι μια από τις πιο εύηχες φενάκες της λογοτεχνικής κριτικής των τελευταίων δεκαετιών έτσι ονόμασαν και ονομάζουν οι περισσότεροι ευρωπαίοι κριτικοί και βιβλιόφιλοι μια ολάκερη φουρνιά λατινοαμερικάνων συγγραφέων που ξεκινούσαν από τον Αλέχο Καρπιεντιέρ, τον Χούλιο Κορτάσαρ, τον Κάρλος Φουέντες και τον Βάργκας Γιόσα, φυσικά τον Μάρκες και όλους τους νεώτερους. Τι κοινό είχαν όλοι αυτοί οι συγγραφείς (μα και παλιότεροι όπως ο Χόρχε Αμάντο ή ακόμη και ο Χόρχε Μπόρχες) πέρα από την ισπανική γλώσσα (πλην, βεβαια, του Αμάντο) και τα λατινοαμερικάνικα ονόματα των ηρώων: τροφοδοτούσαν ένα καινούριο πολιτικά αριστερόστροφο λογοτεχνικό προϊόν που καλούπωνε στο όψιμο ενδιαφέρον της Δύσης προς την Λατινική Αμερική. Η ανάγκη για θεωρητική ονοματοδοσία ήταν πλέον επιτακτική κι ο πράγματι ευηχέστατος μαγικός ρεαλισμός μοιραία προσδιορίστηκε από τον πλέον εμβληματικό συγγραφέα και το πλέον εμβληματικό βιβλίο. Έτσι το υπερλογικό μπαρόκ συνυφασμένο με μιαν έντονη λατινοαμερικάνικη ανθρωπογεωγραφία έμοιαζε να αρκεί για να βάλει συγγραφείς καθ όλα διαφορετικούς στο ίδιο καζάνι (ας πούμε, ποια είναι η σχέση του Μπόρχες ή του Κορτάσαρ με τον Χόρχε Αμάντο; ή ακόμη, ποια είναι η σχέση των αλληγοριών του Βάργκας Γιόσα με τον εσωτερικό μονόλογο του Κάρλος Φουέντες;). Αν κανείς το σκεφτεί ψύχραιμα θα δει πως ο μαγικός ρεαλισμός πούλησε μεν αρκετά εκατομμύρια αντίτυπα κι έφτιαξε απειράριθμους (εξαιρετικά προβλέψιμους) μιμητές, στην ουσία όμως έχει καπελώσει πίσω από μια γραφική ετικέτα το έργο του ίδιου του Μάρκες και κάμποσων άλλων και ειδικά για τα Εκατό χρόνια μοναξιάς η ετικέτα έγινε κάτι σαν παρωπίδα.

 

Ας δούμε, λοιπόν, το βιβλίο μόνο του, δίχως τις ετικέτες.

 

Το κείμενο αφηγείται το τέλος του και συνάμα το τέλος του κόσμου ή έστω, το τέλος του κόσμου του, το αμετάκλητο σάρωμά του. Στην αρχή δεν υπάρχει μήτε το Χάος, μήτε ο Λόγος, μα φόβος κι ένστικτο ακόμη πιο πολύ, φόβος του φόβου: όταν, κάπου στον δέκατο έκτο αιώνα, ο σερ Φρανσις Ντρέικ επιτέθηκε στη Ριοάτσα η πρόγιαγια της Ούρσουλα Ιγουαράν φοβήθηκε τόσο πολύ από τις τυμπανοκρουσίες για τον συναγερμό και τις ομοβροντίες των κανονιών που κάθισε πάνω στο αναμμένο μαγκάλι. Ο άντρας της αφού ξόδεψε μα περιουσία σε γιατρικά που θα γαλήνευαν την ταραχή της ψυχής της, ξεπούλησε όλα τα υπάρχοντά του κι έφυγε από την Ριοάτσα για να φτάσει σε ένα χωριό μακριά από την θάλασσα και να της φτιάξει μια κρεβατοκάμαρη δίχως να παράθυρα για να μην μπούνε ποτέ μέσα οι Άγγλοι με τα σκυλιά τους. Η δισέγγονη τούτης της γυναίκας κάποτε αγάπησε έναν ντόπιο που ωστόσο η φαμίλια του ανάμεσα στα άλλα γεννούσε παιδιά με γουρουνίσιες ουρές. Έντρομη η Ούρσουλα Ιγουαράν αρνήθηκε να ολοκληρώσει τον γάμο της τον Χοσέ Αρκάδιο, ώσπου τον έκανε περίγελο του χωριού και τον εξανάγκασε να φτάσει στον φόνο ενός συχωριανού για να ξεπλύνει μια προσβολή. Τότε κοιμήθηκε για πρώτη φορά με την γυναίκα του αδιαφορώντας για το εάν από την ένωσή τους θα γεννηθούν ιγκουάνες. Ωστόσο, καθώς το φάντασμα του σκοτωμένου Προυδένσιο γύριζε τις νύχτες και τον τυραννούσε, ο Χοσέ Αρκάδιο πήρε την γυναίκα του και τους φίλους και πλανήθηκαν για δεκατέσσερις μήνες ανάμεσα στα βουνά και τους βάλτους ώσπου κατασκήνωσαν στην όχθη ενός ποταμού. Εκείνο το βράδυ ο Χοσέ Αρκάδιο ονειρεύτηκε ένα χωριό που τα σπίτια του θα είχαν τοίχους από καθρέφτη.

 

Ήταν η αρχή του Μακόντο κι από τούτη την μικρή αρχή διαισθανόμαστε τη συνέχεια: μια αποθεολογικοποιημένη Βίβλος που θα ξαναστήσει τον κόσμο από την αρχή μέχρι το τέλος του, μία γραφή διόλου Αγία και δίχως κεφαλαίο Γάμα, η οποία ωστόσο υπηρετεί την ίδια ανάγκη: να εξηγήσουμε τη ζωή μας και να πεθάνουμε. Ο Μάρκες (που έγραψε τα Ανεμοσκορπίσματα θέλοντας να συλλαβίσει μια ελληνική τραγωδία με τον ασθματικό μονόλογο του Φώκνερ) ενσωμάτωσε στα Εκατό χρόνια μοναξιάς την αρσενική οπτική του Χέμιγουέι, το μπαρόκ του Αλέχο Κάρπεντιερ, τις σχηματοποιημένες ακρότητες των λαϊκών ρομάντζων, την ανημποριά της ιστορίας μπροστά στην νοσταλγία κι όλα αυτά τα έζεψε (ή μάλλον: τα συνέλαβε) σε μια αχαλίνωτα μετα-βιβλική αφήγηση όπου όλα είναι δυνατά και όλα είναι μόνον ανθρώπινα. Οι εφτά γενιές της οικογένειας Μπουενδία, από τον Χοσέ Αρκάδιο που πεθαίνει πάνω στο δέντρο μέχρι τον γιο του Αουρελιάνο Μπαμπιλόνια που τον τρώνε τα μυρμήγκια για να επαληθευτεί η εσχατολογική προφητεία του Μέλκιαδες, είναι ιστορία που αρχίζει με την Γένεση και καταλήγει με την Αποκάλυψη, ωστόσο πρέπει να το ομολογήσουμε πως ούτε μια στιγμή δεν καλείται Εκείνος ή όποιος άλλος να καθαρίσει τους λογαριασμούς. Οι άνθρωποι των Εκατό χρόνων μοναξιάς, είτε είναι ζωντανοί, είτε νεκροί, είτε νεκροζώντανοι, είτε φαντάσματα, είτε άχρονοι τσιγγάνοι που αντί να γερνάν γίνονται εξωφρενικά νέοι, καθαρίζουν μόνοι τους τους λογαριασμούς τους με τη μοίρα και με την αγάπη, με τους πολέμους, τη φρίκη και τον όλεθρο, καθαρίζουν μόνοι τους τον λογαριασμό τους με τον κόσμο που είναι προορισμένος να γίνει ένα σάρμα είκη κεχυμένον.

 

Αυτοί που ξέρουν λένε πως ότι από-θεολογικοποιείται, μοιραία οδηγείται στην αγκαλιά του σκοτεινού γέροντα της Εφέσσου, σε μια επικράτεια όπου ψυχής εστί λόγος εαυτόν αύξων. Ο Ηράκλειτος στο μυθιστόρημα του Μάρκες είναι ο Μελκίαδες γυρεύει τον εσωτερικό ρυθμό των στοιχείων του κόσμου κι επιμένει πως ανήκουμε στο νερό. Ο τρόπος που ανακοινώνεται ο θάνατός του στον Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία είναι αντάξιος του Εφέσσιου φιλοσόφου: ένας τσιγγάνος πίνει ένα σιρόπι που σε κάμει αόρατο και ακριβώς την στιγμή που μεταμορφώνεται σε μια κηλίδα πίσσας που βρωμάει και καπνίζει ακούγεται η φωνή του στον αέρα: ο Μελκίαδες πέθανε. Η αναγραμματική Βίβλος του Μάρκες πριν να βιωθεί και να γίνει έπος έχει γραφτεί ως απόφαση από αυτόν τον Μελκίαδες-Ηράκλειτο ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει πεσσούς, η αρχή και το τέλος του κύκλου είναι το ίδιο σημείο, θάνατος είναι όσα βλέπουμε ξύπνοι και ύπνος όσα βλέπουμε κοιμισμένοι.

 

Από εκείνον τον Μάιο του 1967 που ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες παρέδωσε στους συγκαιρινούς του τα Εκατό χρόνια μοναξιάς, πολλοί πήγαν να ξαναγράψουν το βιβλίο του - ο ίδιος που είχε κατά τεκμήριο τις περισσότερες πιθανότητες να το καταφέρει, άφησε οποιαδήποτε τέτοια πρόθεση στην άκρη. Οι περισσότεροι πήγαν να ακολουθήσουν την συνταγή του εξευρωπαϊσμένου μαγικού ρεαλισμού: στις τρεις τελευταίες δεκαετίες διαβάσαμε κάμποσες φορές την ιστορία μιας οικογένειας μέσα από πολέμους και εξεγέρσεις, διανθισμένη με δαντέλες (όσο περνούν τα χρόνια, όλο και περισσότερες), κιτρινισμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, αναμασημένα λευκώματα που ρωτούν τι εστί έρως, και βέβαια μαγικά ήθη και έθιμα κατά το πλείστον ξεσηκωμένα από λαογραφικές συλλογές. Στις πιο γνωστές περιπτώσεις το αποτέλεσμα ήταν καλοκαμουφλαρισμένα Άρλεκιν, καλογραμμένες σάγκα κι ως εκεί κάποιες φορές πάμε σε πιο βαθιά νερά: εκεί φαίνεται η αγωνία να ταυτιστεί η μπαρόκ φόρμα με την μπαρόκ οπτική. Μα εκεί ακριβώς βρίσκεται η αλχημική, η αληθινά μαγική αναλογία του Μάρκες η αναλογία ανάμεσα στην άρνηση του πεπρωμένου και στην κατάφαση του επερχόμενου που κυριεύει την αφήγηση και αναγνώστη. Είναι κάτι, που αν μαθαίνεται, ο Μάρκες το χρωστάει στον Σοφοκλή ενδεχομένως και στον Χέμιγουέι.

 

Το σκέφτομαι συχνά και για τον Καβάφη: ο Μάρκες δεν μας μαγεύει (δυστυχώς η σωστή λέξη είναι: μας μαγεύει) επειδή ξέρει να γράφει όσο κανένας πολλοί είναι αυτοί που ξέρουν να γράφουν όσο κανένας. Ο Μάρκες μας μαγεύει γιατί φοβάται τον θάνατο (: τον χρόνο, την συντέλεια) όσο κι εμείς (: όσο κι εγώ) και συνάμα τον αποδέχεται ως μόνη προϋπόθεση της αγάπης κι έχει την μεγαλοφυΐα να στήσει ένα οριακό ακροβατικό σε τούτο το πήγαινε-έλα που εισχωρεί μέσα μας σαν μυρωδιά πικραμύγδαλου που θυμίζει άτυχους έρωτες. Ο Μάρκες μας μαγεύει γιατί μοιράζει τα μαύρα σημάδια του θανάτου (όσοι έχουν διαβάσει το Νησί των θησαυρών καταλαβαίνουν) σαν χαμογελαστός γκρουπιέρης ενός μπλακ τζακ που ο καθένας ποντάρει αυτά που έχει (ή αυτά που μπορεί): μέσα στο μυθολογικό σύμπαν του μυθικού κόσμου του, όλα διαστέλλονται όσο τα αφήνει η δική μας μοναξιά, η νοσταλγία του καθενός μας, η ανάγκη του καθενός μας. Στο τέλος οι ομφάλιοι λώροι του βιβλίου θα λυθούν για να γίνουν όλα ένα ανεμοσκόρπισμα στις παλιές περγαμηνές του Μελκίαδες. Δεν πρόκειται να ξεχάσουμε ποτέ αυτή την κλιμάκωση γιατί από ένα σημείο και πέρα είμαστε μέσα της είμαστε μέρος της. Τα Εκατό χρόνια μοναξιάς μπορούν να είναι Άρλεκιν, μπορούν να είναι και Ιλιάδα ανάλογα με το πώς θα το διαβάζουμε και θα το διαβάζουν οι άνθρωποι μετά από εμάς. Πια περιττεύουν οι αυταπάτες ή τουλάχιστον οι αυταπάτες αυτού του είδους: η ανάγνωση (η κάθε ανάγνωση) που κάνει ο καθένας μας είναι συνήθως η ανάγκη του. Είναι σαν κάποιος να σταματάει σε εκείνο το μπλακ τζακ και κάποιος να τραβάει χαρτί στο τέλος όλοι χάνουμε μα κάποτε σημασία έχει και το πώς.

 

Δυστυχώς ένας άντρας δεν πεθαίνει όταν πρέπει πεθαίνει όταν μπορεί. Το βιβλίο του Μάρκες είναι ένα πλέγμα αριστοτελικών περιπετειών, προαριστοτελικής μοίρας, ερεθισμένων ανθρώπων, ανάποδης ιστορίας και κολομβιανής μοναξιάς, τόσο ηρωικής που μπορεί να αναστήσει ακόμη και ηττημένους. Τα Εκατό χρόνια μοναξιάς είναι ένας αντίποδας της θρησκείας, της φιλοσοφίας, της αλήθειας και της βίας διότι είναι ένα θεολογικό έπος μεταποιημένο σε ανθρώπινη τραγωδία. Είναι το βιβλίο, που ολότελα απρόσμενα είναι η αλήθεια, κόβει κάθε ουράνιο ομφάλιο λώρο του μύθου, εξανθρωπίζοντας το παράλογο κι έχω μιλήσει σε αρκετά σημειώματα για τούτη την ανάγκη τα Εκατό χρόνια μοναξιάς είναι το βιβλίο που επαληθεύει την ανάγκη να προσπεράσουμε την ιστορία με κάτι διόλου θεϊκό μα και παράφορα ανθρώπινο. Ας πούμε: με το χούι της Αμαράντα Μπουενδία που πεθαίνει παρθένα το απόγευμα της μέρας που ολοκληρώνει το σάβανό της, δίχως να έχει την παραμικρή αρρώστια κι όλο το Μακόντο μέχρι το μεσημέρι της δίνει γράμματα για τους νεκρούς του στον άλλον κόσμο, κι εκείνη τα κλείνει σε κουτί και το σφραγίζει με πίσσα για να αντέξουν την υγρασία του τάφου. Ας πούμε: με την πυρακτωμένη λαχτάρα του άντρα που για να δει την ωραία Ρεμέδιος στο μπάνιο της τσακίστηκε από τα σάπια κεραμίδια, ωστόσο από το τσακισμένο κρανίο του δεν έτρεχε αίμα παρά ένα κεχριμπαρένιο λάδι με θεσπέσια ευωδιά ήταν η μυρωδιά της Ρεμέδιος που βασάνιζε τους άντρες και μετά τον θάνατό τους. Ας πούμε: με την μοναξιά του Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία που ενώ σάπιζε δεμένος στην καστανιά συναντιόταν δυο φορές τη μέρα με το φάντασμα του Πουδένσιο Αγκιλάρ, εκείνου που είχε αδικοσκοτώσει πριν έρθει στο Μακόντο, και σχεδίαζαν να ανοίξουν οι δυο τους κοκοροτροφείο, όχι πια για να κερδίζουν αγώνες, όσο για να γεμίζουν τον χρόνο τους τις πληκτικές Κυριακές του θανάτου.

 

Κάπως έτσι.

 

Το βιβλίο τελειώνει με το μεγάλο ανεμοσκόρπισμα πιθανότατα το μεγαλύτερο ανεμοσκόρπισμα στην ιστορία της λογοτεχνίας: ο άνεμος ξεκινάει χλιαρός, διστακτικός, γεμάτος από φωνές του παρελθόντος, μουρμουρητά, παλιών γερανιών, αναστεναγμούς απογοήτευσης, πιο παλιούς κι από τις μεγάλες νοσταλγίες. Ο Αουρελιάνο Μπαμπιλόνια καρφώνει την πόρτα του σπιτιού του και αποκρυπτογραφεί τις παλιές περγαμηνές του Μελκίαδες και διαβάζει την ιστορία που μόλις έχει διαβάσει ο αναγνώστης, φτάνει στην στιγμή της σύλληψής του. Όταν έρχεται η δεύτερη ριπή του ανέμου που ξεκαρφώνει τις πόρτες από τους μεντεσέδες και παίρνει την μισή στέγη του σπιτιού:

 

... Τότε ανακάλυψε πώς η Αμαράντα Ούρσουλα δεν ήτανε αδελφή του, αλλά θεία του, και πως ο Φράνσις Ντρέικ επιτέθηκε στη Ριοάτσα μόνο και μόνο για να μπορέσουν εκείνοι να βρουν ο ένας τον άλλον στους πιο παράξενους λαβυρίνθους του αίματος, ώσπου να φέρουν στον κόσμο το μυθολογικό ζώο που θα έβαζε τέρμα στη γενιά τους. Το Μακόντο ήταν πια ένας φοβερός ανεμοστρόβιλος από σκόνη και χαλάσματα, που τα στριφογύριζε η οργή του βιβλίκού τυφώνα, όταν ο Αουρελιάνο πήδηξε έντεκα σελίδες για να μη χάσει την ώρα του με πολύ γνωστά του περιστατικά, κι άρχισε να αποκρυπτογραφεί τη στιγμή που ζούσε, αποκρυπτογραφώντας την όσο τη ζούσε, προφητεύοντας στον ίδιο του τον εαυτό τη στιγμή που θα αποκρυπτογραφούσε την τελευταία σελίδα των περγαμηνών, λες και τον έβλεπε σε έναν καθρέφτη που μιλούσε. Τότε, προχώρησε ακόμη λίγο, για να προλάβει τις ημερομηνίες και τις περιστάσεις του θανάτου του. Ωστόσο, προτού φτάσει σον τελευταίο στίχο, είχε καταλάβει πως δεν θα έβγαινε ποτέ από κείνο το δωμάτιο, γιατί η πόλη με τους καθρέφτες (ή τους αντικατοπτρισμούς) ήταν προορισμένη να σαρωθεί από τον άνεμο και να εξοριστεί από τη μνήμη των ανθρώπων, τη στιγμή που ο Αουρελιάνο Μπαμπιλόνια θα τέλειωνε την αποκρυπτογράφηση των περγαμηνών, κι όλα όσα ήταν γραμμένα σ αυτές ήταν ανεπανάληπτα από αμνημονεύτων χρόνων και για πάντα, γιατί οι γενιές οι καταδικασμένες σε εκατό χρόνια μοναξιάς δεν θα είχαν δεύτερη ευκαιρία πάνω στη γη.

 

Φυσικά είναι το τέλος -και συνήθως οι άνεμοι δεν ξεγίνονται. Ωστόσο αυτή η τελεσίδικη απόφαση για τις γενιές τις καταδικασμένες σε εκατό χρόνια μοναξιάς μπορεί να διαβαστεί διπλά - σαν το μισογεμάτο και το μισοάδειο ποτήρι. Ναι, τούτες οι γενιές δεν θα έχουν δεύτερη ευκαιρία ωστόσο έζησαν μέχρι το τέλος της την καταδίκη τους και τη ζωή τους. Αλλιώς: έζησαν το Μακόντο με τους τρομερούς αντικατοπτρισμούς του χρόνου, της αγάπης και του θανάτου.

 

Δηλαδή: έζησαν την ευκαιρία τους - και τώρα τους παίρνει ο άνεμος.

 

Τα Εκατό χρόνια μοναξιάς είναι η άρνηση της λογικής ιστορίας και η κατάφαση της μυθολογικής ανάγκης. Αν τούτη η ανάγκη γυρεύει τον Οιδίποδα να πλαγιάζει με την μάνα του, την Αντιγόνη να πεθαίνει στον τάφο μαζί με τον αδελφό της, έναν καμπούρη κωδωνοκρούστη στη Νοτρ Νταμ, έναν Διόνυσο που μεταμορφώνεται σε Εσταυρωμένο Χριστό, έναν Μελκίαδες που μπορεί να περάσει το Αιγαίο πηδώντας από νησί σε νησί δίχως να βρέξει τα πόδια του, έναν Χοσέ Αρκάδιο που πεθαίνει δεμένος πάνω σε ένα δέντρο, τότε πρέπει κανείς να βρει τον κόσμο που θα απαντήσει σε τούτη την ανάγκη. Πρέπει να πούμε πως ο Μάρκες τον βρήκε ή έφτιαξε αυτό τον κόσμο σε ένα χωριό που όλοι υποψιαζόμαστε πως το λένε Αρακατάκα, ο ίδιος όμως επιμένει πως το λένε Μακόντο και το σάρωσαν οι άνεμοι. Πρέπει επίσης να πούμε πως αυτός ο κόσμος του Μάρκες έχει επιζήσει της ελληνικής τραγωδίας και γι αυτό έχει το θάρρος να ζήσει τον θάνατό του. Πρέπει ακόμη να παραδεχτούμε πως σε αυτό το σαρωμένο Μακόντο η αγάπη είναι πραγματικότητα και η ευτυχία είναι εφικτή μονάχα με τους μύθους και τις τραγωδίες, δηλαδή δίχως θεούς και αφέντες, δίχως αλάθητους πνευματικούς καθοδηγητές, δίχως τον διαλεκτικό ιστορισμό και διαλεκτικούς χωροφύλακες. Υπό την έννοια αυτή ετούτο το Μακόντο βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου - και τέτοια βιβλία βγαίνουν κάθε εκατό χρόνια.

 

Επιμένω: η κρίσιμη φράση για μένα είναι εκείνη όπου ο Αουρελιάνο Μπαμπιλόνια καταλαβαίνει πως ο Φρανσις Ντρέικ επιτέθηκε στην Ριοάτσα μόνο και μόνο για να βρουν ο ένας τον άλλον στους πιο παράξενους λαβυρίνθους του αίματος, ώσπου να φέρουν στον κόσμο το μυθολογικό τέρας που θα έβαζε τέλος στη γενιά τους. Εκ των υστέρων έμαθα πως ο Φράνσις Ντρέικ δεν επιτέθηκε ποτέ στη Ριοάτσα, οπότε μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε το μυθιστόρημα προσθέτοντας εκατό χιλιάδες δεν μπροστά από κάθε φράση. Ας πούμε: ο Φρανσις Ντρέικ δεν επιτέθηκε στη Ριοάτσα, οπότε η προγιαγιά της Ούρσουλα Ιγουαράν δεν κάθισε από το φόβο της σε ένα αναμένο μαγκάλι, οπότε ο άντρας της ποτέ δεν σκέφτηκε να την πάει σε έναν χωριό κλεισμένο ανάμεσα στα βουνά, σε μια κρεβατοκάμαρη δίχως παράθυρα, οπότε δεν υπήρξαν μήτε Μακόντο, μήτε Αουρελιάνο, μήτε Ρεμέδιος, μήτε Αμαράντα Ούρσουλα, μήτε τίποτε.

 

Αυτή είναι μια εκδοχή η άλλη εκδοχή είναι πως παρά την αλήθεια ο Σερ Φράνσις Ντρέικ επιτέθηκε στη Ριοάτσα μόνο και μόνο για να βρούμε ο ένας τον άλλον μέσα στους πιο παράξενους λαβυρίνθους του αίματος. Αν μπορώ να επιλέξω, επιλέγω ετούτη την εκδοχή είναι μέρος της ευκαιρίας μου, είναι πια μέρος της ζωής μου.

 

 

 

[Μια πρώτη μορφή αυτόύ του κειμένου δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 17-4-2004.]